Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Το αυξανόμενο χρέος της Γερμανίας και η πορεία της από το ΄27 και μετά

Δημοσιεύτηκε στις

Η Γερμανία βρίσκεται πλέον σε μια ιστορική καμπή ως προς τη δημοσιονομική της πολιτική.

Εδώ και έναν χρόνο, το περίφημο «φρένο χρέους» έχει ουσιαστικά καταργηθεί, αρχικά επί κυβέρνησης Όλαφ Σολτς, όταν ο τρικομματικός συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Φιλελευθέρων οδηγήθηκε σε διάλυση. Για μερικούς μήνες παρέμειναν στην εξουσία μόνο οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι, μέχρι τις εκλογές στις 23 Φεβρουαρίου 2025. Η απόφαση για την υπέρβαση του φρένου χρέους, οφείλεται κυρίως στη ραγδαία αύξηση των αμυντικών δαπανών, αλλά και στο κενό των περίπου 60 δισ. ευρώ που είχε δημιουργηθεί από τα πακέτα στήριξης της πανδημίας.

Από τότε, και η νέα κυβέρνηση υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, μια συμμαχία Χριστιανοδημοκρατών, Χριστιανοκοινωνιστών και Σοσιαλδημοκρατών, συνέχισε την ίδια γραμμή. Ο προϋπολογισμός του 2025 εγκρίθηκε το Σεπτέμβριο, ενώ μόλις πριν από λίγες ημέρες εγκρίθηκε και ο προϋπολογισμός για το 2026, ο οποίος ανεβάζει το δημόσιο χρέος της χώρας σε νέα επίπεδα.

Οι δύο διαδοχικοί προϋπολογισμοί εκτοξεύουν τις αμυντικές δαπάνες σε ιστορικό ρεκόρ. Το χρέος του 2025 έφτασε τα 140 δισ. ευρώ, ενώ για το 2026 αναμένεται ένα ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα, 180 δισ. ευρώ. Μόνο στον τομέα της άμυνας προβλέπονται 108,2 δισ. ευρώ, από αυτά, τα 82,69 δισ. προέρχονται από τον τακτικό προϋπολογισμό και 25,51 δισ. από το ειδικό ταμείο ενίσχυσης της Bundeswehr. Με αυτόν τον ρυθμό, η Γερμανία αναμένεται το 2027 να βρεθεί αναγκαστικά μπροστά σε μια νέα, πολύ πιο σφιχτή δημοσιονομική πολιτική.

Η σημερινή κατάσταση αποτελεί συνδυασμό δύο κρίσιμων παραγόντων.

  • Πρώτον, οι τεράστιες ενισχύσεις της πανδημίας άφησαν σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα.
  • Δεύτερον, η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία μετά το 2022 ανέβασε θεαματικά το κόστος λειτουργίας της βαριάς βιομηχανίας.

Η Γερμανία, που επί τέσσερις δεκαετίες στηρίχθηκε στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, είδε το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας να τριπλασιάζεται, οδηγώντας ακόμη και ιστορικές εταιρείες σε πτωχεύσεις. Το κύμα χρεοκοπιών των τελευταίων δύο ετών επιδεινώνει ακόμη περισσότερο μια ήδη βεβαρημένη οικονομική εικόνα.

Η μετάβαση από την παραδοσιακή βαριά βιομηχανία, στην αμυντική βιομηχανία

Στο πολιτικό επίπεδο, ο Φρίντριχ Μερτς…

Διαβάστε το υπόλοιπο κείμενο στην e-enimerosi.com

Γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1984, όπου τελείωσε το λύκειο. Συνέχισε τις σπουδές του Θεσσαλονίκη στον τομέα της Πληροφορικής και των Δικτύων και ασχολήθηκε παράλληλα με τον κλασικό αθλητισμό. Αργότερα εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, πέρασε από πολλά στάδια στην Ελλάδα, ασχολούμενος με τα κοινά και τα πολιτιστικά, ωστόσο μεγάλος έρωτας και μικρόβιο φυσικά πάντα παραμένει ο στίβος και η ενασχόλησή του με τα διοικητικά αυτού. Πλέον είναι για πάνω από μία δεκαετία κάτοικος του εξωτερικού, καθώς ζει και εργάζεται στην Γερμανία. Είναι ένας περήφανος πατέρας δύο παιδιών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Ένας άνθρωπος που όσο βρισκόταν στην μητέρα πατρίδα είχε εμπλακεί με πολλές δραστηριότητες. Ένα ανήσυχο πνεύμα που θέλει να εξερευνά νέα πράγματα, του αρέσει να ασχολείται με τα κοινά και προσπαθεί να κάνει έναν κόσμο καλύτερο. Θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο διορατικό, με οξυδέρκεια, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού και αυτοκριτικής. Πλέον ως κάτοικος του εξωτερικού, οι σκέψεις, οι αντιλήψεις, οι ιδέες και τα όνειρα για το μέλλον έχουν μεγαλώσει κι εξελιχθεί. Η διαβίωση στο εξωτερικό μεγάλωσε την επιθυμία ανάδειξης του απόδημου Ελληνισμού, καθώς πριν ακόμη μεταναστεύσει, ήταν περήφανος για όλους τους Έλληνες της διασποράς. Ο ίδιος θέλει να αναδείξει με όποιον τρόπο μπορεί την ύπαρξη του Ελληνισμού στα πέρατα του κόσμου, και να τον μεταφέρει στην μητέρα πατρίδα. Η αρθρογραφία, τα ρεπορτάζ, οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές είναι ένα κομμάτι του εαυτού του πλέον, το οποίο δεν μπορεί να αποχωριστεί και μέσα από αυτό, προσπαθεί να μεταφέρει την ύπαρξη της διασποράς στην Ελλάδα, αλλά και όλα τα καλά της πατρίδας προς όλους στην διασπορά.

Άμυνα

Καταριανά Eurofighter, ΑΟΖ, Μονή Σινά και ο «επαρχιωτισμός των Επιτελείων»

Ο Στέφανος Καραβίδας γράφει για τις «παθογένειες ενός διαρκώς αδιάβαστου στρατιωτικο-διπλωματικού υπηρεσιακού συστήματος» στην Ελλάδα.

Δημοσιεύτηκε

στις

του Στέφανου Καραβίδα

   Τις τελευταίες 10 ημέρες, ένα από τα θέματα σημαντικού εθνικού ενδιαφέροντος που αναδείχθηκε στον διεθνή και ημέτερο τύπο, αφορούσε την έρευνα της New York Post σχετικά με τη χρηματοδότηση με περισσότερα από 20δις δολάρια από το Κατάρ, σε κορυφαία αμερικανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σκοπός, να υποστηριχθούν ριζοσπαστικά ισλαμιστικά δίκτυα, κυρίως της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλά από αυτά τα ιδρύματα τηρούν «παραδοσιακά» φιλοτουρκική στάση. Ας μην ξεχνάμε επίσης, ότι το Κατάρ συμφώνησε να παραχωρήσει -άμεσα- στην Τουρκία, 12 μαχητικά Eurofighter, καθότι η παραγγελία 20 καινούργιων από το Η.Β θα καθυστερήσει. Σαρκαστικά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ενδεχομένως να παραχωρούσε περισσότερα, εάν ένα χρόνο πριν, ο Αρχηγός της Πολεμικής μας Αεροπορίας, δεν είχε επισκεφτεί άνευ εξηγήσιμου λόγου το Κατάρ. Ωστόσο, πέραν κάθε διάθεσης αστεϊσμού, η επίσκεψη αυτή φανερώνει παθογένειες ενός διαρκώς «αδιάβαστου»  ελλαδικού (και ουχί ελληνικού) στρατιωτικο-διπλωματικού υπηρεσιακού συστήματος.

Ένα χρόνο πριν λοιπόν, στις 27-28 Νοεμβρίου 2024, ο νυν Αρχηγός ΓΕΑ επισκέφθηκε το «τουρκόφιλο Κατάρ». Παρών στις συναντήσεις από τις φωτογραφίες που αποδέσμευσε το ΓΕΑ και πρώην Α/ΓΕΑ, ο οποίος σύμφωνα με δημοσιεύματα, εργάζεται από το 2017 σε ρόλο στρατιωτικού συμβούλου στο Κατάρ. Το Κατάρ σημειωτέον,  εμπλέκεται σύμφωνα με τις βελγικές αρχές στο σκάνδαλο χρηματισμού αξιωματούχων (και Ελλήνων βλ. Καϊλή) της Ε.Ε, ενώ αξιοποιείται καταλλήλως από την Τουρκία για τη «μελέτη» του RAFALE, το οποίο χρησιμοποιεί η αεροπορία του. Σχετικά, ο ίδιος απόστρατος Πτέραρχος, αναφέρεται επίσης από δημοσιεύματα,  ως πρώην μέλος του ΔΣ του ΕΛΙΑΜΕΠ. Τέλος, οι δύο άνδρες είχαν στο παρελθόν στενή υπηρεσιακή σχέση όσο ακόμη και οι δύο ήταν εν ενεργεία, γεγονός που απαντά στο γιατί ποτέ προηγουμένως Έλληνας ΑΓΕΑ δεν είχε επισκεφτεί επίσημα το Κατάρ, παρά μόνο μόλις αυτού του είδους η προσωπική και θεσμική συναστρία, επέτρεψε. Από το αρχείο τύπου της ΠΑ (haf,gr) δεν προκύπτει στο παρελθόν επίσκεψη Έλληνα Α/ΓΕΑ στο Κατάρ.

Ως απότοκο της επίσκεψης, απευθύνθηκε επίσημη πρόσκληση συμμετοχής της καταριανής αεροπορίας στην άσκηση Ηνίοχος 2025, λίγους μήνες μετά. Μάλιστα, η ανταπόκριση του Κατάρ παρουσιάστηκε από τον φιλοκυβερνητικό τύπο ως ελληνική επιτυχία απέναντι στην Τουρκία, η οποία ωστόσο στη συνέχεια μας επανάφερε στην πραγματικότητα, εξασφαλίζοντας από το Κατάρ 12 ετοιμοπαράδοτα αεροσκάφη Eurofighter! Στην ίδια άσκηση, είχαν προσκληθεί επίσης τόσο το Ισραήλ όσο και τα ΗΑΕ. Ισραήλ και ΗΑΕ έχουν αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με τις Συμφωνίες του Αβραάμ (2020) και πλέον έχουν στενή συνεργασία σε επίπεδο εμπορίου, τεχνολογίας και κυρίως πληροφοριών. Το Κατάρ όμως δεν αναγνωρίζει το Ισραήλ, αλλά αντίθετα επικοινωνεί με/ή και στηρίζει τα δίκτυα Χαμάς, Χεζμπολάχ και Αδελφών Μουσουλμάνων.

Ηνίοχος 2025

Η Πολεμική Αεροπορία λοιπόν, κάλεσε και φιλοξένησε σε άσκησή της, λογικά με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Εξωτερικών, αεροπορίες από 2 χώρες που δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους και δε διατηρούν διπλωματικές σχέσεις, με μία ανεπίσημη υποβόσκουσα διαμάχη με πολλαπλές ωστόσο προεκτάσεις.

Επόμενο δείγμα του «επαρχιωτισμού των Επιτελείων, αποτελεί το γεγονός ότι οι 2 αντιπροσωπείες ΗΑΕ και Κατάρ τοποθετήθηκαν σε διπλανούς χώρους, στη λογική της «φυλετικής συγγένειας». Ενδεικτικό της ψυχρότητας (τουλάχιστον) όχι απλά ανάμεσα στις δύο χώρες, αλλά μεταξύ των πληθυσμών τους, είναι ότι στα ΗΑΕ το «Κατάρ» δεν υφίσταται καν ως λέξη. Είναι απλά οι «άλλοι».

Φυσικά, για να γνωρίζεις αυτές τις λεπτομέρειες ως Σύστημα, οφείλεις να έχεις στελεχωμένες υπηρεσίες με βάση συγκεκριμένα ποιοτικά πρότυπα, αναφορικά με την τεχνοκρατική επάρκεια των στελεχών σου στο επίπεδο της «στρατιωτικής διπλωματίας».

Απορία λοιπόν, προκαλεί τι ακριβώς επιχειρήθηκε να εξασφαλιστεί για την ΠΑ και το Κράτος από την επίσκεψη στο Κατάρ, του απροστάτευτου από το Επιτελείο του και μοιραία αδιάβαστου Γεωπολιτικά Α/ΓΕΑ.

Η απάντηση είναι προφανής. Μόνο προβλήματα στη σχέση μας με τις χώρες του αντιτουρκικού μπλοκ στον Περσικό Κόλπο μπορεί να μας δημιουργήσουν «πρωτοβουλίες» όπως η συγκεκριμένη, η οποία υλοποιήθηκε σαφώς, χωρίς σοβαρή υπηρεσιακή προετοιμασία και προβληματισμό.

Ας εξετάσουμε όμως την ελληνική παρουσία στον Περσικό Κόλπο, ώστε να αντιληφθούμε κατά πόσο η συγκεκριμένη επίσκεψη μπορούσε να έχει όφελος για την Ελλάδα ή απλά ο νυν Α/ΓΕΑ παρασύρθηκε από έναν νυν ιδιώτη με πρώην υπηρεσιακό ρόλο.

Φώτο Αρχείου / Η ελληνική αποστολή της Πολεμικής Αεροπορίας, συστοιχίας Patriot, στη Σαουδική Αραβία – Δευτέρα 13 Μαΐου 2024, Επίσκεψη Αρχηγού ΓΕΕΘΑ Στρατηγού Δημητρίου Χούπη (ΓΡ. ΤΥΠΟΥ ΓΕΕΘΑ/EUROKINISSI)

Στην περιοχή του Κόλπου, η Ελλάδα έχει στενές σχέσεις και πολυεπίπεδη συνεργασία με το δίπολο Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ. Επιγραμματικά, αναφέρεται ότι στη Σαουδική Αραβία εδρεύει μία πυροβολαρχία ελληνικών PATRIOT, η οποία θα εκσυγχρονιστεί με χρήματα του Βασιλείου, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα όμως με τα ΗΑΕ, η Ελλάδα έχει συνάψει αμυντική συμφωνία με ρήτρα «αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής» (2020), ενώ εκπαιδεύει και στρατιωτικό προσωπικό της «Little Sparta» στην Ελλάδα.

Σε στρατιωτικό επίπεδο, τα ΗΑΕ έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια μία ισχυρότατη πολεμική βιομηχανία μέσω της κρατικής εταιρείας EDGE, ενώ διαθέτουν «δίδυμες ΕΔ» με τις ελληνικές, αξιοποιώντας F-16, M-2000, RAFALE (προσεχώς), PATRIOT, APACHE, CHINOOK  και πλήθος επιμέρους όπλων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ρήτρα «αμυντικής συνδρομής». Επίσης, στο πρόσφατο παρελθόν μας παραχώρησαν ανταλλακτικά για τις φρεγάτες «S» του ΠΝ αξίας άνω των 100 εκατομμυρίων, βοηθώντας καταλυτικά να «ξεκολλήσουν» τα γερασμένα πλοία μας, ειδικά στην κρίση του 2020.

Ποιες όμως είναι οι σχέσεις ΗΑΕ και Σαουδικής Αραβίας με το Κατάρ; Κρίσιμο είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ του διπόλου και του Κατάρ υπήρξαν ανέκαθεν από προβληματικές, έως εχθρικές και τεταμένες, παρά το γεγονός ότι και οι τρεις Μοναρχίες είναι μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), με γεωγραφική, πολιτισμική εγγύτητα και φυλετική συγγένεια. Οι σχέσεις τους υπήρξαν περίπλοκες, με συχνές εντάσεις λόγω διαφορετικών στρατηγικών προσανατολισμών, ανταγωνισμού για επιρροή στην περιοχή και κυρίως διαφορετικών θέσεων στο ζήτημα του πολιτικού Ισλάμ.

Αραβική συμμαχία κατά Κατάρ λόγω τρομοκρατίας

Η κορύφωση της αντιπαλότητας ήλθε στις 5 Ιουνίου 2017 όταν Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Μπαχρέιν και Αίγυπτος διέκοψαν διπλωματικές σχέσεις με το Κατάρ. Πέρα από την απειλή για φημολογούμενη εισβολή, επιβλήθηκε εμπάργκο, με κλείσιμο εναερίου χώρου, θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων. Οι κυριότερες κατηγορίες κατά του Κατάρ αφορούσαν:

    • Στήριξη ισλαμιστικών οργανώσεων (ιδίως Μουσουλμανική Αδελφότητα).
    • Πολιτική προσέγγιση με το Ιράν.
    • Παρεμβατική πολιτική μέσω του δικτύου Al Jazeera.

Το Κατάρ αρνήθηκε τις κατηγορίες και βρέθηκε διπλωματικά απομονωμένο, ωστόσο διατήρησε ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με την Τουρκία και το Ιράν, μέσω των οποίων επιβίωσε οικονομικά και επισιτιστικά. Επιπρόσθετα, η Τουρκία λειτούργησε ως εγγυητής της ασφάλειας του, καθότι από το 2015, έχει αποστείλει στρατιωτική δύναμη, η οποία σταδιακά εκτιμάται ότι ενισχύθηκε στους 5000 άνδρες, με κοινή  μάλιστα διοίκηση δυνάμεων. Η κρίση τυπικά έληξε στις 5 Ιανουαρίου 2021, στην Σύνοδο της Al-Ula στη Σαουδική Αραβία, όπου υπογράφτηκε συμφωνία άρσης του αποκλεισμού και αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσειςΠαρόλα αυτά, η εμπιστοσύνη δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.

Ειδικά τα ΗΑΕ, μία μοντέρνα ομοσπονδία με κατ’ επίφαση μουσουλμανικό, αλλά πραγματικά κοσμικό χαρακτήρα, είναι πιο επιφυλακτικά, κυρίως λόγω διαφορών σε θέματα Ισλάμ και Τουρκίας. Χαρακτηριστικά, ΗΑΕ και Κατάρ βρέθηκαν αντιμέτωποι στη Λιβύη, στη Συρία και το Σουδάν, ενώ η σχέση Τουρκίας-Κατάρ αποτελεί απειλή για τα ΗΑΕ, καθώς οι δύο χώρες φιλοξενούν και στηρίζουν αμφότερες τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία στα ΗΑΕ χαρακτηρίζεται τρομοκρατική οργάνωση και απειλή για τις μοναρχίες του Κόλπου.

Σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά, Τούρκοι επίσημοι έχουν κατηγορήσει τα ΗΑΕ για συνέργεια στο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ενώ καταλυτική υπήρξε παντοιοτρόπως η συμβολή των ΗΑΕ στην εμπέδωση, παγίωση και έως τώρα επιβίωση του Προέδρου Σίσι στην Αίγυπτο, μετά την έκπτωση του εκλεκτού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Τουρκίας, τέως Προέδρου Μόρσι. Αντιλαμβανόμαστε τι θα σήμαινε για την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ εάν ο Μόρσι δεν είχε εκπέσει του αξιώματός του; Αναλυτικά για τη γεωπολιτική ακτινογραφία της περιοχής στο https://defenceline.gr/karavidas/

Η ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου βάσει της συμφωνίας του Καΐρου

Έτι περαιτέρω, αναφορικά με την Αίγυπτο, αξίζει να τονισθεί το εξής: Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ αμφότερες, έχουν ενισχύσει την Αίγυπτο μετά την άνοδο του Στρατάρχη Σίσι στην εξουσία, με περίπου 15 δις δολάρια η κάθε μία με τη μορφή δανείων, καταθέσεων, επενδύσεων και άτυπες βοήθειες, όπως πετρέλαιο και swaps. Επομένως, μέρος του μεγάλου ποσού των περίπου 30 δις δε λογίζεται ως επίσημο χρέος αλλά ως βοήθεια που μπορεί ανά πάσα στιγμή κριθεί ότι η Αίγυπτος διολισθαίνει σε ισλαμιστικές ατραπούς, να «ανακληθεί». Χαρακτηριστικά, οι καταθέσεις ξεπερνούν τα 10 δις στο αιγυπτιακό τραπεζικό σύστημα. Το συνολικό επίσημο χρέος της Αιγύπτου ανέρχεται περίπου στα 160+ δις δολάρια, που δηλώνει ότι το ποσό των 30 δις ακόμη και εάν δεν αφορά επίσημο χρέος, αποτελεί σοβαρό μέγεθος για την οικονομία της Αιγύπτου.

Αντίστοιχα, η οικονομική έκθεση της Αιγύπτου στο Κατάρ είναι μόλις 3 δις, αφότου το Κατάρ επανήλθε ως χρηματοδότης της Αιγύπτου μόλις το 2022. Από την πτώση του Μόρσι (2013) μέχρι και το 2022, το Κατάρ είχε εξοβελιστεί από την Αίγυπτο ως χρηματοδότης, ενώ το δάνειο των 7.5 δις το οποίο έλαβε ως «σανίδα επιβίωσης» από το Κατάρ ο Μόρσι, επεστράφη άμεσα από τον Σίσι μετά την ανάρρησή του στην εξουσία.

Η οικονομική έκθεση της Αιγύπτου στις 2 πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου με τις οποίες η Ελλάδα διατηρεί καλές σχέσεις, όφειλε να έχει αξιοποιηθεί από μέρους μας τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις.

Η μία αφορά την μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο όπου το 2020 «χαρίσαμε» περίπου 10,000km², από φόβο μήπως η Αίγυπτος του Σίσι οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία των Αδελφών Μουσουλμάνων, ενώ ισχύουν όσα αναφέραμε παραπάνω.

Η δεύτερη (επίκαιρη), αφορά το λεγόμενο «τουρκολιβυκό μνημόνιο» για την παράνομη οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, καθώς ο de facto ηγέτης της ανατολικής Λιβύης (LNA) Χαλίφα Χάφταρ, στηρίχθηκε πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά από τα ΗΑΕ.

Η τρίτη περίπτωση (επίσης επίκαιρη), αφορά το ζήτημα που προέκυψε με το καθεστώς της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά και τα κολλήματα της αιγυπτιακής δικαιοσύνης. Πέραν του ότι η ελλαδική κυβέρνηση επέλεξε να είναι απούσα, η Ελλάδα εφόσον διέθετε ένα πατριωτικό πολιτικό σύστημα και μία κανονική Ελληνική και όχι απλά ελλαδική Κυβέρνηση, θα μπορούσε να αξιοποιήσει τον αντιτουρκικό άξονα ΗΑΕ-Σαουδικής Αραβίας και κυρίως τα ΗΑΕ, για να πιέσει την Αίγυπτο.

Μονή Αγίας Αικατερίνης, Σινά

Πως όμως αυτό να συμβεί όταν ως Κράτος συνολικά, δείχνουμε σημάδια αφερέγγυας και αλλοπρόσαλλης, μη αξιόπιστης πολιτικής, περνώντας αμφιλεγόμενα μηνύματα σε κράτη με τα οποία έχουμε εταιρική σχέση όπως τα ΗΑΕ, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ; Πως να εργαλειοποιήσουμε τις διεθνείς σχέσεις ενάντια στον τουρκικό επεκτατισμό και τα πάσης φύσεως στηρίγματά του, όσο διατηρούμε για τον εαυτό μας ρόλο προνομιακού συνομιλητή της Τουρκίας; Ρητορικά τα ερωτήματα ή μήπως όχι τελικά;

Μόνο μια πολιτική αλλαγή με αληθινά πατριωτικό πρόσημο, μπορεί να το δείξει, η οποία είναι επιβεβλημένη, αλλά δυστυχώς δε διαφαίνεται!

Καταληκτικά, καλές οι δημόσιες σχέσεις, ωστόσο το ζήτημα πίσω από αυτές τις επισκέψεις, είναι ποιο είναι το κέρδος και ποια η ζημιά για τη χώρα. Εν προκειμένω, το μόνο κέρδος που διαφαίνεται είναι για το σύστημα ενός πρώην Α/ΓΕΑ, το οποίο χρησιμοποιεί τον “ανυποψίαστο” νυν, για παραγοντισμό. Όταν μιλάνε όλοι για τον “άξονα του κακού” και απέναντι σε αυτόν την αναθέρμανση των Συμφωνιών του Αβραάμ και την παγίωση του IMEC, δεν επισκέπτεσαι στο Κατάρ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

H μεγάλη ευκαιρία για αλλαγή Δόγματος και Αναβάθμισης της Εθνικής Φρουράς

Η αμυντική ικανότητα δεν πρέπει να θεωρείται ως κληρονομιά παλαιών εποχών και να διατηρείται παραδοσιακά, αλλά ως μια δυναμική, ευέλικτη επένδυση με μοναδικό στόχο την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και του λαού της.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Κωνσταντίνος Φυτιρής, SigmaLive

Τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται μια πρωτοφανής αλλαγή στον τρόπο που διεξάγονται οι πόλεμοι. Από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, η εποχή των βαρέων σχηματισμών, των επιθετικών αρμάτων και των γραμμικών μετώπων έχει σε μεγάλο βαθμό παρέλθει. Οι στρατοί που παραμένουν προσκολλημένοι στα δόγματα του 20ού αιώνα, πληρώνουν βαρύ τίμημα. Σήμερα επιβιώνουν και επικρατούν οι μικρές, ευέλικτες, «αόρατες» δυνάμεις που συνδυάζουν τεχνολογία, διασπορά επιβίωσης, ανορθόδοξες μεθόδους και επιχειρησιακή ευφυΐα.

Η αλλαγή του υφιστάμενου δόγματος της Ε.Φ. δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Αντιθέτως, δείχνει ικανότητα αξιοποίησης νέων ευκαιριών που μπορούν να δώσουν αμυντικό πλεονέκτημα. Στην επιχειρησιακή κατάσταση της Κύπρου, με τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός μήκους 180 χλμ. (ΓΚΠ), η αποτρεπτική μας δύναμη θα μετριέται όχι από τον όγκο και το βάρος των μέσων, αλλά από την επιβιωσιμότητα, την αποτελεσματική διανομή της ισχύος, την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και την ικανότητα των Μονάδων και ομάδων να επιβιώσουν, να δράσουν αυτόνομα, γρήγορα και αποδοτικά.

Τα σύγχρονα πεδία μάχης απέδειξαν ότι όποιος δεν μπορεί να επιβιώσει από την αεροπορία, τα drones, το πυροβολικό ακριβείας και τον ηλεκτρονικό πόλεμο, δεν θα μπορεί να αμυνθεί – όσο βαριά όπλα κι αν διαθέτει.

Η άμυνα και ισχύς της Ε.Φ. εκτιμάται ότι πρέπει να γίνουν ασύμμετρες και σε ατικούς ιστούς, να βασίζονται σε έξυπνα δίκτυα αισθητήρων, αντιαρματικών, αντιαεροπορικών, αντι-drone και αντιπυροβολικών συστημάτων. Μικρές, ευέλικτες Μονάδες μπορούν να δημιουργήσουν πολλαπλά σημεία άμυνας περιοχής, καθιστώντας κάθε επιθετική ενέργεια του αντιπάλου δυσανάλογα κοστοβόρα και αναποτελεσματική.

Επιπλέον, το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ε.Φ. δεν θα πρέπει πλέον να στηρίζεται στην αντιστοίχιση των οπλικών συστημάτων με την Τουρκία. Δεν είναι ρεαλιστικό, δεν είναι οικονομικά βιώσιμο και κυρίως δεν είναι επιχειρησιακά έξυπνο. Ο 21ος αιώνας είναι ο αιώνας της ισχύος των μικρών. Με χαμηλού κόστους συστήματα που συνδυάζονται με υψηλή τεχνολογία, κρυπτογραφημένη επικοινωνία, μη επανδρωμένα συστήματα επιτήρησης και προσβολής σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, κυβερνοαμυντικές δυνατότητες και καλά εκπαιδευμένες εφεδρείες, η ισχύς της Ε.Φ. θα καταστεί ισχυρότερη και με το μικρότερο κόστος.

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, με το οποίο η Κ.Δ θα λάβει 1,2 δις (που μπορεί να αυξηθεί μέχρι 1,8 δις), αποτελεί, ίσως, τη μεγαλύτερη ιστορική ευκαιρία για την Κύπρο. Μπορεί να χρηματοδοτηθεί η πλήρης μετάβαση της Εθνικής Φρουράς σε ένα νέο μοντέλο που θα εξασφαλίζει μια ισχυρή δύναμη με «αόρατες» μονάδες, ευέλικτες και ικανές να επιβιώσουν και να αμυνθούν κατά της επιθετικότητας της Τουρκίας.

Οι συνθήκες είναι πολύ ευνοϊκές για τον πλήρη εκσυγχρονισμό της Ε.Φ. Τα οπλικά συστήματα είναι εύκολο να παραγγελθούν, όμως το δυσκολότερο βήμα είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Ο νέος Αρχηγός και το επιτελείο του, με σύγχρονες αντιλήψεις, και η πολιτική ηγεσία έχουν μια μεγάλη ευκαιρία να μετατρέψουν την Ε.Φ. σε μια ισχυρή δύναμη αποτροπής που θα είναι σεβαστή διεθνώς και να επιζητείται από τις φιλικές χώρες η ένταξή της στις δυνάμεις ειρήνης και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αμυντική ικανότητα δεν πρέπει να θεωρείται ως κληρονομιά παλαιών εποχών και να διατηρείται παραδοσιακά, αλλά ως μια δυναμική, ευέλικτη επένδυση με μοναδικό στόχο την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και του λαού της.

Κωνσταντίνος Φυτιρής

Υποναύαρχος ε.α

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Ελληνική Γλώσσα ως συντελεστής ήπιας ισχύος και μέσο επιρροής για την ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας

Η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα πολιτιστικό αγαθό, αλλά πυλώνας εθνικής ισχύος, ικανός να ενισχύσει αποφασιστικά τη θέση της χώρας στο διεθνές σύστημα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Η ομόφωνη ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας από την 43η Γενική Διάσκεψη της UNESCO, η οποία ολοκληρώθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2025, στη Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν και έλαβε την υποστήριξη 90 κρατών–μελών, συνιστά εξέλιξη υψίστης εθνικής σημασίας για την Ελλάδα και τον διεθνή της ρόλο.

Παρά τη σημασία της, το ζήτημα στο δημόσιο διάλογο προσεγγίστηκε κυρίως σε σχέση με τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας στην επιστήμη, στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά και τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας του απόδημου ελληνισμού, χωρίς να αναδειχθούν οι βαθύτερες γεωπολιτικές και στρατηγικές του προεκτάσεις.

Για του λόγου το αληθές, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ κ. Νίκου Ανδρουλάκη, της Υπουργού Παιδείας κας Ζαχαράκη και οι ανακοινώσεις του ΥΠΕΞ και ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνουν τον ανωτέρω ισχυρισμό.

Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ιστορική αυτή απόφαση, προσφέρει στην Ελλάδα τη στρατηγική ευκαιρία να αξιοποιήσει την ελληνική γλώσσα ως συντελεστή ήπιας ισχύος και μέσο άσκησης διεθνούς επιρροής για την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης.

Υπό αυτή την οπτική, η ελληνική γλώσσα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της ήπιας ισχύος, η οποία, όπως επισημαίνει ο Joseph Nye (Βλέπε: Nye, J. S. Jr. Soft Power: The Means to Success in World Politics, New York: Public Affairs, 2004), συνίσταται στην ικανότητα ενός κράτους να «παίρνει αυτό που θέλει μέσω της ελκυστικότητάς του, παρά μέσω καταναγκασμού ή πληρωμών και υλικών ανταλλαγμάτων».

Η ήπια ισχύς πηγάζει από την ελκυστικότητα του πολιτισμού, των πολιτικών αξιών και της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας, ενώ προϋποθέτει ότι οι στόχοι και οι πολιτικές της κρίνονται νομιμοποιημένες από τους διεθνείς αποδέκτες.

Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η ήπια ισχύς αποτελεί έναν έμμεσο τρόπο άσκησης επιρροής, επιτρέποντας σε ένα κράτος να διαμορφώνει τις προτιμήσεις των άλλων, ώστε να επιδιώκουν στόχους συμβατούς με τα δικά του συμφέροντα, χωρίς τη χρήση εξαναγκασμού.

Ως βασικές πηγές της ήπιας ισχύος, ο Joseph Nye, αναγνωρίζει την κουλτούρα, τον πολιτισμό, τις πολιτικές αξίες και την εξωτερική πολιτική ενός κράτους, στοιχεία τα οποία η Ελλάδα, μπορεί να ενισχύσει και να προβάλει διεθνώς μέσω της ελληνικής γλώσσας.

Συνεπώς, η στρατηγική χρήση της ήπιας ισχύος από ένα κράτος και η αξιοποίηση της γλώσσας του ως μέσο επικοινωνίας και δημόσιας διπλωματίας, δύναται να συμβάλει στην ενίσχυση της διεθνής του νομιμοποίησης, στη σφυρηλάτηση στενότερων σχέσεων με επιλεγμένα διεθνή ακροατήρια και στην προώθηση των εθνικών του συμφερόντων.

Ενδεικτικό της δυναμικής που μπορεί να αποκτήσει μια γλώσσα ως συντελεστής ήπιας ισχύος και μέσο δημόσιας διπλωματίας αποτελεί το παράδειγμα της Τουρκίας, η οποία τα τελευταία χρόνια αξιοποιεί στρατηγικά την τουρκική γλώσσα ως εργαλείο πολιτιστικής επιρροής και διπλωματικής διείσδυσης, ενισχύοντας τη διεθνή της παρουσία και νομιμοποίηση.

Συγκεκριμένα, η Τουρκία αξιοποιεί στρατηγικά την τουρκική γλώσσα ως εργαλείο ήπιας ισχύος μέσω του δημόσιου Ινστιτούτου Yunus Emre, το οποίο ιδρύθηκε το 2007 με σκοπό την προώθηση της τουρκικής γλώσσας, του πολιτισμού, της ιστορίας και της τέχνης σε διεθνή ακροατήρια.

Το ινστιτούτο οργανώνει μαθήματα γλώσσας, πολιτιστικές δραστηριότητες, εκπαιδευτικά προγράμματα, συνέδρια και εκθέσεις σε περισσότερες από 50 χώρες, προσφέροντας παράλληλα υποτροφίες και υποστήριξη σε Τουρκολόγους και ακαδημαϊκούς. Μέσω αυτών των δράσεων, η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τη διεθνή της παρουσία και νομιμοποίηση, να επηρεάσει θετικά την αντίληψη των ξένων για τη χώρα και να σφυρηλατήσει μακροχρόνιες σχέσεις με επιλεγμένα διεθνή ακροατήρια.

Η πολιτιστική διπλωματία και η εκμάθηση της γλώσσας χρησιμοποιούνται ως μέσο διαμόρφωσης κοινών αξιών, αντιλήψεων και ταυτοτήτων, επιτρέποντας στην Τουρκία να αναδείξει τη θέση της στον παγκόσμιο χώρο χωρίς την ανάγκη άμεσου καταναγκασμού ή οικονομικής πίεσης.

Σήμερα, περίπου 220 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως μιλούν τουρκικά, και η εκμάθησή τους γνωρίζει σημαντική άνοδο, αντανακλώντας τη συστηματική προσπάθεια της Τουρκίας να συνδέσει την γλωσσική επιρροή με στρατηγικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς στόχους.

Παρόμοια, χώρες όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα αξιοποιούν τη γλώσσα τους ως βασικό εργαλείο ήπιας ισχύος, χρησιμοποιώντας την για να διαμορφώσουν ιστορικές αφηγήσεις, πολιτισμικά πρότυπα, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, ενισχύοντας παράλληλα τη γεωπολιτική τους θέση και την προώθηση των εθνικών τους συμφερόντων.

Συγκεκριμένα, η Βρετανία χρησιμοποιεί τη γλώσσα της ως εργαλείο ήπιας ισχύος και μέσω των Βρετανικών Συμβουλίων (British Council) προωθεί την αγγλική γλώσσα και τον βρετανικό πολιτισμό σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Γαλλία επίσης, μέσω των Γαλλικών Ινστιτούτων (INSTITUT FRANCAIS) προωθεί τη γαλλική γλώσσα, την κουλτούρα και τις πολιτιστικές της αξίες διεθνώς, ενισχύοντας την επιρροή και τη διεθνή νομιμοποίησή της.

Αντίστοιχα, η Γερμανία αξιοποιεί τα Ινστιτούτα Γκαίτε (Goethe-Institut) για τη διδασκαλία της γερμανικής γλώσσας, την προώθηση της γερμανικής κουλτούρας και επιστήμης, και την ενίσχυση των σχέσεων με διεθνή ακροατήρια.

Ομοίως και η Κίνα αξιοποιεί τα Ινστιτούτα Κομφούκιος (Confucius Institute), για να προωθήσει την κινεζική γλώσσα, τον πολιτισμό και τις αξίες της Κίνας, ενισχύοντας την πολιτιστική επιρροή και το διεθνές της αποτύπωμα.

Συνοψίζοντας, σε όλες τις εν λόγω περιπτώσεις, η γλώσσα λειτουργεί ως κρίσιμο εργαλείο δημόσιας διπλωματίας, ενισχύοντας την ήπια ισχύ, την διεθνή επιρροή και τη νομιμοποίηση των κρατών αυτών.

Μέσω αυτών των Ινστιτούτων και της ανάπτυξης δικτύων (με πανεπιστήμια, think tanks, πολιτιστικούς φορείς, διαμορφωτές κοινής γνώμης κ.ά.), οι χώρες αυτές προβάλλουν όχι μόνο τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους, αλλά και σύγχρονες αξίες και μορφές συνεργασίας που εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά τους συμφέροντα.

Με αυτόν τον τρόπο, επηρεάζουν ουσιαστικά τη στάση στοχευμένων διεθνών ακροατηρίων, προβάλλοντας τον πολιτισμό, τις αξίες και τις στρατηγικές τους επιδιώξεις, ενώ ταυτόχρονα οικοδομούν σχέσεις εμπιστοσύνης και διαρκούς συνεργασίας που εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμη υποστήριξη στις εθνικές τους πρωτοβουλίες.

Με βάση αυτή την προσέγγιση, η ελληνική γλώσσα, με τη διαχρονική της πολιτισμική ακτινοβολία και την ιστορική της συνέχεια, μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό εργαλείο ήπιας ισχύος, ενισχύοντας την εικόνα, το κύρος, την αξιοπιστία και τη διεθνή επιρροή της Ελλάδας.

Συγκεκριμένα, η διεθνής αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας από την διακήρυξη της UNESCO προσφέρει στην Ελλάδα ένα νομιμοποιημένο διεθνές θεσμικό αφήγημα που αναγνωρίζει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση της παγκόσμιας νόησης.

Σύμφωνα με την εν λόγω διακήρυξη η ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται ως θεμέλιο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας διανόησης, εργαλείο επιστημονικής ορολογίας, βάση της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, καθώς και γλωσσικό φορέα ιστορίας 3.500 ετών.

Το γεγονός αυτό, αναδεικνύει την ελληνική γλώσσα σε πυλώνα εθνικής ισχύος και στο ισχυρότερο «Soft Power Brand» της χώρας, στοιχείο που πρέπει να αξιοποιηθεί στρατηγικά από τους διαμορφωτές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και την πολιτική ηγεσία, ώστε η Ελλάδα να κεφαλαιοποιήσει πλήρως το γλωσσικό της κεφάλαιο ως εργαλείο διεθνούς επιρροής.

Συνεπώς, κρίνεται αναγκαία η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και θεσμικά ολιστικής στρατηγικής δημόσιας διπλωματίας (πολιτισμός, εκπαίδευση, απόδημος ελληνισμός κ.λπ.), που θα μετατρέψει την ελληνική γλώσσα σε πολλαπλασιαστή ισχύος, επιτρέποντας στη χώρα να επηρεάσει κρίσιμα διεθνή ακροατήρια και να προωθήσει αποτελεσματικά τα εθνικά της συμφέροντα.

Υπό το πλαίσιο αυτό, η εμπειρία διεθνών Ινστιτούτων γλώσσας και πολιτισμού (Βρετανικό Συμβούλιο, Γαλλικό Ινστιτούτο κ.ά.) μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για την Ελλάδα, παρέχοντας καθοδήγηση για τη δημιουργία ενός διεθνούς δικτύου ελληνικών ινστιτούτων και δράσεων που θα ενσωματώνουν τη διδασκαλία, τον πολιτισμό, την ελληνική διασπορά και την ψηφιακή προβολή της ελληνικής γλώσσας.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει φορείς που προωθούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό, όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ), πανεπιστημιακά κέντρα διδασκαλίας ελληνικών και υποστηρικτικές πρωτοβουλίες του Υπουργείου Εξωτερικών, δεν υπάρχει σήμερα ένας οργανισμός με ολοκληρωμένο διεθνές δίκτυο που να προωθεί τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τις στρατηγικές αξίες της χώρας. Απουσιάζει, επίσης, μια συνεκτική και ολιστική στρατηγική δημόσιας διπλωματίας που να συνδυάζει διδασκαλία, πολιτιστικές δράσεις, διασπορά και διεθνή δικτύωση.

Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητη η θεσμική ενοποίηση και ο συντονισμός των υφιστάμενων πρωτοβουλιών, ώστε η Ελλάδα να μιλά με μία συνεκτική φωνή στο διεθνές περιβάλλον.

Για την κάλυψη του εν λόγω κενού, η δημιουργία ενός ελληνικού Ινστιτούτου Γλώσσας και Πολιτισμού διεθνούς εμβέλειας θα λειτουργήσει ως στρατηγικός μηχανισμός προβολής της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού, με τους εξής στόχους:

  1. Ίδρυση διεθνούς δικτύου παραρτημάτων: Δημιουργία Ινστιτούτων και πολιτιστικών κέντρων σε κρίσιμες γεωπολιτικά και πολιτιστικά χώρες, αξιοποιώντας τη διεθνή αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας από την UNESCO. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δημιουργία Ινστιτούτων στις 90 χώρες που υποστήριξαν την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας.

  2. Προώθηση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας: Προώθηση της διδασκαλίας των ελληνικών σε διεθνές επίπεδο, καλύπτοντας όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης και παρέχοντας εξειδικευμένα προγράμματα για πανεπιστημιακούς, ερευνητές και επαγγελματίες. Διαμόρφωση μηχανισμού πιστοποίησης της ελληνομάθειας και υποστήριξη των διδασκόντων και των εκπαιδευτικών φορέων στο εξωτερικό, διασφαλίζοντας υψηλά πρότυπα διδασκαλίας και συνεργασία με ακαδημαϊκούς φορείς και σχολεία. Παράλληλα, παράγεται και διανέμεται εκπαιδευτικό υλικό, αναπτύσσονται ψηφιακές πλατφόρμες και διεξάγονται μαθήματα μέσω e Learning, ενώ δημιουργείται ψηφιακό περιεχόμενο για μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό.

  3. Συνεργασία με διεθνείς φορείς και ανάπτυξη δικτύων: Δικτύωση με πανεπιστήμια, think tanks, πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς οργανισμούς καθώς και άλλους διεθνείς φορείς και ανάπτυξη θεσμών όπως τα UNESCO Chairs, για την υποστήριξη της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, την παραγωγή εκπαιδευτικού και πολιτιστικού υλικού, τις ανταλλαγές και τα προγράμματα κινητικότητας (residencies) για καλλιτέχνες, συγγραφείς, επιστήμονες και ερευνητές. Η δημιουργία συνεργασιών και η ένταξη σε διεθνή δίκτυα επιτρέπει την ανάπτυξη κοινών δράσεων, την προώθηση του ελληνικού πολιτισμού και ενισχύει τη διεθνή εικόνα και την ήπια ισχύ της Ελλάδας σε κρίσιμες γεωπολιτικά και πολιτιστικά χώρες.

Η επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου απαιτεί μετρήσιμους δείκτες απόδοσης (Key Performance Indicators – KPIs), ώστε η ήπια ισχύς να αποτιμάται ως πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος και να μετατρέπεται σε μετρήσιμο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Ενδεικτικά, μπορούν να αξιολογηθούν ο αριθμός μαθητών που μαθαίνουν ελληνικά στο εξωτερικό, ο αριθμός συνεργασιών με πανεπιστήμια ή ξένους φορείς, η επισκεψιμότητα του ψηφιακού περιεχομένου, το δυνητικό κοινό των εκστρατειών (Media reach), οι συμμετοχές σε προγράμματα κινητικότητας (residencies), καθώς και η αύξηση των θετικών αφηγήσεων για την Ελλάδα στα διεθνή ΜΜΕ.

Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να εκπονήσει και υλοποιήσει εθνικές πρωτοβουλίες δημόσιας διπλωματίας, οι οποίες θα ενισχύσουν τη διεθνή εικόνα της χώρας και θα συνδέουν την πολιτιστική διπλωματία με τη συνολική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, απαιτείται:

  1. Εκπόνηση και υλοποίηση ολιστικής στρατηγικής δημόσιας διπλωματίας: Στρατηγική που θα συνδυάζει τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, τον απόδημο ελληνισμό και τα ψηφιακά μέσα, προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη προβολή και παρουσίαση της Ελλάδας, με στόχο την ενίσχυση της διεθνούς εικόνας, της αξιοπιστίας και επιρροής της χώρας σε κρίσιμα διεθνή ακροατήρια.

  2. Εκπόνηση και υλοποίηση διεθνούς εκστρατείας Στρατηγικής Επικοινωνίας: Εκστρατεία που θα διασφαλίζει την αποστολή του σωστού μηνύματος, μέσω των πλέον κατάλληλων διαύλων επικοινωνίας, στο κατάλληλο ακροατήριο, τη σωστή χρονική στιγμή και με τη μέγιστη δυνατή επίδραση.

Συνοψίζοντας, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσο μετάδοσης πληροφοριών και γνώσης, αλλά εργαλείο που διαμορφώνει ταυτίσεις, κοινωνικές σχέσεις, συλλογικές αξίες και εθνικές ταυτότητες.

Είναι φορέας και μέσο έκφρασης ενός συγκεκριμένου πολιτισμού και άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο που ερμηνεύουμε τον κόσμο, καθώς και με τον τρόπο που διαμορφώνονται οι αξίες, οι κοινωνικές σχέσεις και ο πολιτισμός ενός έθνους.

Όπως επισημαίνει ο Norman Fairclough (Norman Fairclough, Language and power, Longman, London, 1989.), η γλώσσα αποτελεί μέσο άσκησης εξουσίας, μέσω του οποίου κοινωνικές και πολιτικές αξίες γίνονται αντιληπτές και νομιμοποιούνται.

Ειδικότερα, η γλώσσα δεν περιορίζεται στη μεταφορά πληροφοριών, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο κατασκευής νοήματος, δημιουργίας ταυτοτήτων και διαμόρφωσης αφηγήσεων, με άμεσες επιπτώσεις στη διαμόρφωση στρατηγικών πολιτικών, στην ήπια ισχύ και στη διεθνή εικόνα ενός κράτους.

Υπό αυτή την οπτική, η απόφαση της UNESCO για την ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας δεν αποτελεί ένα απλό τρόπαιο προς επίδειξη, αλλά εργαλείο υψίστης στρατηγικής σημασίας.

Η ελληνική γλώσσα πλέον αποτελεί συντελεστή της εθνικής ισχύος και δύναται να λειτουργήσει ως μέσο σύνδεσης ατόμων διαφορετικών εθνοτήτων και πολιτισμών με τον ελληνικό πολιτισμό, επιτρέποντας την ουσιαστική κατανόηση και βιωματική συμμετοχή τους στις πνευματικές, ηθικές και πολιτιστικές αξίες του, ενώ διασφαλίζει τη μετάδοση και διατήρηση των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν τον ελληνικό πολιτισμό.

Η Ελλάδα έχει την ευλογία και το προνόμιο να διαθέτει μια γλώσσα με παγκόσμια αναγνωρισιμότητα και αποδοχή.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού αφηγήσεων, η χώρα οφείλει να αξιοποιήσει στρατηγικά την ελληνική γλώσσα ως πηγή νοήματος, αξιών και σύγχρονης δημιουργίας και πολιτισμού για να διαμορφώσει και προβάλλει το δικό της στρατηγικό αφήγημα, ενισχύοντας την εικόνα, την αξιοπιστία και την επιρροή της σε κρίσιμα διεθνή ακροατήρια.

Απαιτείται, η συνειδητοποίηση και ενεργοποίηση αυτού του πλούτου από την ελληνική πολιτεία και όλους τους εθνικούς φορείς, μέσα από ολοκληρωμένες πολιτικές δημόσιας διπλωματίας και στρατηγικής επικοινωνίας, ώστε η γλώσσα να μετατραπεί σε πραγματικό πολλαπλασιαστή ισχύος και μέσο προώθησης των εθνικών συμφερόντων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Το αυξανόμενο χρέος της Γερμανίας και η πορεία της από το ΄27 και μετά

Η Γερμανία βρίσκεται πλέον σε μια ιστορική καμπή ως προς τη δημοσιονομική της πολιτική. Εδώ και έναν χρόνο, το περίφημο...

Άμυνα32 λεπτά πριν

Καταριανά Eurofighter, ΑΟΖ, Μονή Σινά και ο «επαρχιωτισμός των Επιτελείων»

Ο Στέφανος Καραβίδας γράφει για τις «παθογένειες ενός διαρκώς αδιάβαστου στρατιωτικο-διπλωματικού υπηρεσιακού συστήματος» στην Ελλάδα.

Αναλύσεις1 ώρα πριν

H μεγάλη ευκαιρία για αλλαγή Δόγματος και Αναβάθμισης της Εθνικής Φρουράς

Η αμυντική ικανότητα δεν πρέπει να θεωρείται ως κληρονομιά παλαιών εποχών και να διατηρείται παραδοσιακά, αλλά ως μια δυναμική, ευέλικτη...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η Ελληνική Γλώσσα ως συντελεστής ήπιας ισχύος και μέσο επιρροής για την ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας

Η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα πολιτιστικό αγαθό, αλλά πυλώνας εθνικής ισχύος, ικανός να ενισχύσει αποφασιστικά τη θέση της...

Απόψεις2 ώρες πριν

Η συντριβή των αρνητικών συναισθημάτων

Συντρίβουμε τους χαλκάδες των αρνητικών συναισθημάτων!

Δημοφιλή