Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το τουρκικό τρίγωνο του διαβόλου και η σοφία του Αϊνστάιν

Δημοσιεύτηκε στις

Ναυτικός σχεδιασμός της Άγκυρας και πώς απειλεί το Ισραήλ μέσω Κύπρου

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ ΩΣ ΤΟ ΓΙΒΡΑΛΤΑΡ, ΤΟΝ ΠΕΡΣΙΚΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΟΜΑΛΙΑ, ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΟΔΟΙ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
· Τι σημαίνουν οι τουρκικές Βάσεις στο Κατάρ και στη Σομαλία
. Η επικίνδυνη ακροβασία της πολιτικής του εκκρεμούς

· Γιατί η Άγκυρα θύμωσε με τον East/Med
Τουρκία η θαλασσοκράτειρα! Ούτε ο Ερντογάν ούτε οι Κεμαλιστές αστειεύονται. Το βαθύ κράτος προχωρεί ακάθεκτο και οι κινήσεις του δεν έχουν άμεση σχέση μόνο με το Κυπριακό, με τις συνταγματικές του δομές και με το φυσικό αέριο, αλλά και με τον κεντρικό στόχο της Άγκυρας να καταστεί περιφερειακή δύναμη παγκόσμιων διαστάσεων μέσω των θαλασσίων οδών.
Εξ ου και το γεγονός ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Κύπρο και δη στρατιωτικά, εκτός και αν δημιουργηθούν νέες συνθήκες, επί τη βάσει συγκροτημένης στρατηγικής από τον Ελληνισμό. Πλέον, μέσω Κύπρου απειλείται κυρίως το Ισραήλ και άλλες χώρες, όπως η Αίγυπτος, και περιοχές που εμπίπτουν σε ένα γεωπολιτικό τρίγωνο με κορυφές την Κύπρο, τη Βάση στο Κατάρ και εκείνη στη Σομαλία, διά του οποίου η Άγκυρα επιδιώκει να έχει έλεγχο σε βασικές θαλάσσιες οδούς και περάσματα.

Η Βάση της Κύπρου

Η Τουρκία προχωρεί σε συγκεκριμένες στρατηγικές κινήσεις που σβήνουν ακόμη και τις ψευδαισθήσεις ότι έχει πρόθεση για δημοκρατική και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, ακόμη και αν επαναληφθεί ένα νέο Κραν Μοντανά. Για την πολιτική της Άγκυρας επισημαίνουμε συναφώς τα ακόλουθα γεγονότα:
1. Ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο στο εξής επίπεδο: Α. Μεταφορά 77 αυτοκινούμενων πυροβόλων 177 χιλιοστών με βεληνεκές 40 χιλιοστά σε επιθετική διάταξη από τον Μάιο του 2017.
2. Επέκταση διαύλου και άλλων εγκαταστάσεων του αεροδρομίου της Τύμπου για να μπορεί να διενεργεί στρατιωτικές επιχειρήσεις εκτός Κύπρου και να αντιμετωπίζει την όποια απειλή από το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Ή, να αυξήσει τη δική της απειλή σε βάρος τους. Ρητορικά, δεν τις θεωρεί εχθρικές χώρες, αλλά ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις. Εκ των πραγμάτων, η Άγκυρα γνωρίζει να εργάζεται προληπτικά.
3. Μετατροπή του λιμανιού της Αμμοχώστου σε ναυτικό ορμητήριο συμπληρωματικό της Βάσης της Μερσίνας. Εφόσον η Τουρκία ελέγχει το βόρειο τμήμα της Κύπρου και μετατρέπει σε τουρκική λίμνη την περιοχή από τη Μαρμαρίδα προς την Αλεξανδρέττα, τώρα επιδιώκει τον έλεγχο στα νοτιοανατολικά, εκεί όπου θεωρεί ότι διαθέτει υφαλοκρηπίδα και το ψευδοκράτος τη λεγόμενη ΑΟΖ του. Προχωρεί όμως και προς τα δυτικά, στην περιοχή της Πάφου, για να προεκταθεί προς το Καστελόριζο και το Αιγαίο, ώστε να αποκόψει τις ΑΟΖ της Κύπρου με την Ελλάδα.

Κατάρ, Σομαλία και αεροπλανοφόρο

Πέραν τούτων, η Άγκυρα διαθέτει, μεταξύ άλλων, μια στρατιωτική Βάση στο Κατάρ και μια στη Σομαλία, ενώ ώς το 2023 υπολογίζει να έχει έτοιμο το δικό της αεροπλανοφόρο, όπως έχει εξαγγείλει ο Ταγίπ Ερντογάν, το οποίο θα δύναται να μεταφέρει ελικόπτερα και αεροσκάφη καθέτου απογειώσεως. Από τεχνικής απόψεως το σκάφος αυτό θα μπορεί να φέρει 12 αεροσκάφη και ισάριθμα ελικόπτερα, επιθετικά ελικόπτερα T-129 (τουρκικής κατασκευής), μεταφορικά ελικόπτερα As 532 Cougar ή Ch-47F Chinook και ελικόπτερα S-70B Seahawk, που θα έχουν ανθυποβρυχιακό ρόλο. Ακόμη, θα δύναται να φιλοξενεί drones (μη επανδρωμένα αεροχήματα τουρκικής κατασκευής).

Το αεροπλανοφόρο θα έχει κεκλιμένη ράμπα απονήωσης, ενώ θα μπορεί να φιλοξενεί αμερικανικά «αόρατα» μαχητικά stealth F-35 Β STOVL με δυνατότητα βραχείας-κάθετης απονήωσης. Η απόκτηση των F-35 σχετίζεται με τους S-400. Οι ΗΠΑ έχουν θέσει δίλημμα στην Άγκυρα στην εξής βάση: Εάν αναπτύξετε τους S-400, δεν θα προχωρήσει η αγορά των F-35, των οποίων η απόκτηση δεν σχετίζεται μόνο με την αλλαγή του ισοζυγίου δυνάμεων στο Αιγαίο, αλλά είναι συναφής και με την υπεροχή την οποία το Ισραήλ διαθέτει στον αέρα.

Ναυτικός σχεδιασμός
Ο ναυτικός σχεδιασμός της Άγκυρας συμπληρώνεται με απόκτηση ενός τουλάχιστον σύγχρονου υποβρυχίου γερμανικής κατασκευής (type 214), το οποίο θα διαθέτει διπλό περίβλημα με ελαστικό αντιμαγνητικό ατσάλι, επιτρέποντας έτσι βύθιση στα 400 μέτρα, ενώ ταυτοχρόνως θα έχει χαρακτηριστικά stealth με χαμηλής έντασης ήχου τορπίλες, για να είναι δύσκολος ο εντοπισμός του.
Οι φρεγάτες TF-100 θα αντικατασταθούν από νέες, τύπου TF-200, οι οποίες θα είναι τα πιο έξυπνα πολεμικά σκάφη που θα ναυπηγηθούν στην Τουρκία. Ήδη, από το 2013 ο τουρκικός στόλος έχει ενισχυθεί με νέες κορβέτες. Στα ανωτέρω προστίθενται από το 2024 περιπολικά σκάφη, που θα διαθέτουν SP92 σόναρ και σύστημα εντοπισμού και καταστροφής υποβρυχίων, καθώς και συστήματα αεράμυνας και προστασίας από επίθεση, η οποία μπορεί να εκτοξευθεί από την ξηρά.
Πέραν τούτων, η Τουρκία ενισχύει τις δυνατότητες του αποβατικού της στόλου με πλοία (Tank Landing Craft), τα οποία δύνανται να μεταφέρουν 250 στρατιώτες και 320 τόνους φορτίου, εννοώντας άρματα μάχης, πυροβόλα και αμφίβια οχήματα. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και το σκάφος με την ονομασία «Αμφίβια Μεταγωγική Αποβάθρα» (Amphibious Transport Dock), το οποίο διαθέτουν οι Τούρκοι από το 2013 και μπορεί να μεταφέρει αποβατικά σκάφη, αμφίβια οχήματα και άλλα πολεμικά μέσα. Το εν λόγω σκάφος έχει τέσσερεις βάσεις προσνήωσης ελικοπτέρων και μπορεί να φιλοξενήσει επτά UAV (Μη επανδρωμένα Εναέρια Οχήματα) και να διεξάγει αμφίβιες επιχειρήσεις.

Από το Γιβραλτάρ στη Σομαλία

Εάν δει κάποιος τον χάρτη και αναλύσει την κατάσταση γεωπολιτικά, θα διαπιστώσει ότι η Τουρκία:
1. Ελέγχει το chokepoint του Βοσπόρου, τα στενά των Δαρδανελλίων και, με τη Βάση στο Κατάρ, έχει ερείσματα στον Περσικό Κόλπο και στο chokepoint των στενών του Χορμούζ.
2. Με τον έλεγχο της Κύπρου και τη Βάση στη Σομαλία, αφενός μπορεί να ελέγχει την είσοδο και την έξοδο του chokepoint του Σουέζ, και, αφετέρου, δύναται να έχει πρόσβαση στο chokepoint τoυ Bab-El Manded.
3. Με το αεροπλανοφόρο που έχει στα σκαριά, μπορεί να κινηθεί σε ολόκληρη την Μεσόγειο με μεγαλύτερες από τις υφιστάμενες επιχειρησιακές ικανότητες προς το chokepoint του Γιβραλτάρ και προς τα άλλες θαλάσσιες διόδους, είτε είναι αυτή του Σουέζ είτε εκείνες στα στενά του Xορμούζ και του Bab-El Manded.
Έτσι, η Άγκυρα επιχειρεί πιο ενεργά να είναι παρούσα στο παιχνίδι των θαλάσσιων και ενεργειακών οδών, οι οποίες ελέγχονται από τους Αμερικανούς, και θα δύναται να προσφέρει εναλλακτικές επιλογές δράσης.

Εξαρτήσεις ασφάλειας και εναλλακτικές επιλογές

Δεν ισχυριζόμαστε ότι η Τουρκία θα ελέγχει πλήρως, πέραν του chokepoint του Βοσπόρου και των στενών των Δαρδανελλίων, τα υπόλοιπα chokepoints στα οποία αναφερθήκαμε (Σουέζ, Χορμούζ και Bab-El Manded), αλλά ότι μπαίνει ήδη στο «power game» και ενισχύει τον περιφερειακό και παγκόσμιο ρόλο της, αφού μπορεί να κινείται σε θαλάσσιους διαδρόμους, από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Βόσπορο ώς το Αιγαίο και από εκεί είτε προς Γιβραλτάρ είτε προς το Σουέζ και πέραν αυτού, χρησιμοποιώντας την Κύπρο ως μια στρατηγικής σημασίας Βάση.
Είναι η μία κορυφή ενός γεωστρατηγικού τριγώνου με άλλες δύο κορυφές, τη Βάση στο Κατάρ και εκείνη στη Σομαλία, στο πλαίσιο του οποίου θέλει να εγκλωβίσει, εκτός των άλλων, το Ισραήλ και να μπορεί να το απειλεί, λόγω εγγύτητας, κυρίως, προς την Κύπρο, και από θάλασσα και από αέρα.
Ταυτοχρόνως, επιδιώκει να αυξήσει τις δυνατότητες τής ήδη εφαρμοζόμενης πολιτικής του εκκρεμούς, δηλαδή της κίνησής της μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, αναλόγως των συμφερόντων της, γεγονός, όμως, που αυξάνει και τους κινδύνους, διότι, εφόσον ανήκει στο ΝΑΤΟ, κυρίως η Ουάσιγκτον δεν θα αφήσει τους μικρούς ή μεγάλους εκβιασμούς της Άγκυρας χωρίς απάντηση.
Ήδη, μπορεί οι Αμερικανοί να μη χρησιμοποιούν στρατιωτικά μέσα σε βάρος της Τουρκίας, αλλά σίγουρα λαμβάνουν οικονομικά μέτρα στο παρασκήνιο, που πλήττουν την τουρκική λίρα και γενικότερα την οικονομική, τραπεζική και νομισματική σταθερότητα. Αυτή, όμως, η οικονομική και νομισματική αποδυνάμωση της Τουρκίας βολεύει και τη Ρωσία, που δίνει στηρίγματα έναντι ανταλλαγμάτων στην Άγκυρα, αλλά βολεύει ταυτόχρονα και την Ε.Ε.
Θεωρητικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι την καθιστά πιο ευάλωτη. Όμως, τόσον ο Ερντογάν όσο και οι Κεμαλιστές παίζουν το χαρτί του πατριωτισμού και του εθνικισμού, με σημεία αναφοράς τους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, όπως είναι η Ελλάδα, η Κύπρος και οι Κούρδοι. Βεβαίως, το πλεονέκτημα της Τουρκίας έναντι των ΗΠΑ είναι η αδυναμία εναλλακτικού συστήματος ή υποσυστήματος και υποσυστημάτων ασφάλειας στην περιοχή και ενεργειακών συμφερόντων.
Το μόνο εναλλακτικό σύστημα ασφάλειας είναι αυτό του Ισραήλ. Το κενό που υπάρχει στον χώρο από τα Βαλκάνια ώς τη Μέση Ανατολή αναγκάζει κυρίως τις ΗΠΑ να έχουν μια ιδιαίτερη εξάρτηση έναντι της Άγκυρας. Και εδώ είναι οι ευθύνες των Αθηνών και της Λευκωσίας, οι οποίες, σε συνεργασία με το Ισραήλ, θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει στην οικοδόμηση μιας εναλλακτικής στρατηγικής που θα απεγκλωβίζει τις ΗΠΑ, έστω και μερικώς, από την Άγκυρα.

Σημασία του East/Med

Η πολιτική απόφαση για την κατασκευή του East/Med μετά την τριμερή Κύπρου – Ελλάδας – Ισραήλ έφερε την τουρκική αντίδραση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει τη σημασία του εν λόγω αγωγού, ο οποίος δεν έχει μόνο απλό ενεργειακό χαρακτήρα, αλλά σαφή γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό. Μπορεί να λάβει ακόμη και μορφή υποσυστήματος ασφάλειας, που δεν θα αλλάξει μόνον τα στρατιωτικά, αλλά και τα ενεργειακά και οικονομικά ισοζύγια μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Ε.Ε., από τη μια, συγκριτικά μ’ εκείνα μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας, από την άλλη. Σημειώνουμε, συναφώς, τα εξής:
1. Τα συμφέροντα της Κύπρου με την Ε.Ε. θα είναι πολύ πιο μεγάλα μέσω του East/med απ’ ό,τι είναι σήμερα και θα εξισορροπούν εκείνα τα οποία η Ε.Ε. εξυπηρετεί μέσω Τουρκίας. Διότι, η Κύπρος, μαζί με το Ισραήλ, θα τροφοδοτούν την Ε.Ε. με φυσικό αέριο. Ταυτοχρόνως, θα γίνουν ευρωπαϊκές συγχρηματοδοτήσεις και στο παιγνίδι της ασφάλειας θα εμπλέκεται το Ισραήλ, που συνιστά την πρώτη περιφερειακή δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας.
Ο East/Med δεν συνιστά έναν απλό σωλήνα παροχής φυσικού αερίου, αλλά έναν ολοκληρωμένο στρατηγικό σχεδιασμό με την εμπλοκή κεφαλαίων και άλλων μέσων, καθώς και δημιουργίας συνθηκών ασφάλειας. Αυτά γίνονται κατανοητά από την Τουρκία, γι’ αυτό φωνασκεί και, εφόσον δεν καταφέρει να σκοτώσει αυτό το στρατηγικό πλάνο, αντιλαμβάνεται ότι, ακόμη και αν δεν περιορίζεται η ισχύς της, χάνει από τον γεωπολιτικό της ρόλο, αφού δημιουργούνται συνθήκες αποτροπής έναντι των απειλών της, λόγω εμπλοκής της Ε.Ε. και του Ισραήλ, ενώ μειώνεται ο ενεργειακός της σχεδιασμός για να περάσει το κυπριακό φυσικό αέριο, καθώς και αυτό του Ισραήλ, μέσω Τουρκίας προς την Ε.Ε.
Ο East/Med βάζει τέλος, κατά μεγάλη πιθανότητα, στον αγωγό μέσω Τουρκίας, και βγάζει την Κύπρο από την παγίδευση, στην οποία την οδηγούσαν όσοι ισχυρίζονταν ότι, είτε εντός είτε εκτός Κραν Μοντανά, θα πρέπει να δώσουμε δώρο προς την Άγκυρα τον αγωγό προς τα τουρκικά παράλια, για να γίνει διαλλακτικότερη στη λύση. Ο East/Med δημιουργεί ένα νέο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό περιβάλλον, που εξυπηρετεί τον δικέφαλο στρατηγικό μας στόχο. Και αν δεν είναι στρατηγικός στόχος ακόμη, θα πρέπει να γίνει. Δηλαδή: Α. Διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ζωή και αποτροπή, αφενός, της διάλυσής της, και, αφετέρου, της τουρκικής απειλής Β. Ασφαλής εκμετάλλευση του φυσικού αερίου.

Η Βάση Α. Παπανδρέου

Υπό αυτές, όμως, τις συνθήκες, το σύστημα ασφάλειας έχει μεγάλη σημασία. Συνεπώς, η Κύπρος δεν μπορεί να αναμένει τη δική της υπεράσπιση από το Ισραήλ, εκτός και αν και η ίδια προχωρήσει σε λήψη μέτρων, όπως την παραχώρηση της Βάσης Ανδρέας Παπανδρέου για διευκολύνσεις των Ισραηλινών και άλλων χωρών, με τις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία θα προχωρήσει, λόγω του φυσικού αερίου, σε συμμαχίες.
Ως προς την κυπριακή ΑΟΖ, είχαμε πολλάκις, από αυτές τις στήλες, υποστηρίξει και είχαμε καταγράψει αριθμό ρωσικών, σουηδικών και γαλλικών πυραυλικών συστημάτων εδάφους – θαλάσσης όπως οι Exocet νέας γενιάς, που μπορούν να καλύψουν με το βεληνεκές τους το σύνολο της κυπριακής ΑΟΖ, καθότι σήμερα το βεληνεκές φτάνει ώς τα 70 χιλιόμετρα.
Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να μελετηθεί η αγορά πολεμικών σκαφών – δύο φρεγατών ή αντιτορπιλικών -, η ενοικίαση ή ακόμη και αγορά πολεμικών μαχητικών από την Ελλάδα με κυπριακό εθνόσημο, που θα σταθμεύουν στη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου. Οι κινήσεις αυτές μπορούν να γίνουν και να έχουν αποτέλεσμα μόνο στο πλαίσιο στρατηγικής συμμαχίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ και την ανοχή ή την ευλογία των ΗΠΑ, εφόσον μια τέτοια συμμαχία θα είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό και γενικά το δυτικό σύστημα ασφάλειας.
Συνιστά εξισορροπητική της Τουρκίας στρατηγική αναγκαιότητα στην προσπάθειά της να αναδειχθεί σε θαλασσοκράτειρα, στο πλαίσιο της αναθεωρητικής της πολιτικής, με την Κύπρο να θεωρείται βασικός πυλώνας τουρκικού ελέγχου για την υλοποίηση του σεναρίου της Νεο-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το Κραν Μοντανά είναι σταθμός για την υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής.
Απλώς, η Τουρκία θεώρησε ότι, μέσω του λεγόμενου κεκτημένου των συνομιλιών, πήρε την ομοσπονδία και, σ’ ένα νέο γύρο, θα πάρει τα υπόλοιπα, έχοντας κατά νουν ότι, ούτως ή άλλως, ελέγχει τον βορρά, οπότε στόχος είναι ο έλεγχος και του νότου. Το Κραν Μοντανά αποδείχθηκε λάθος, αφού η Τουρκία δεν είχε πρόθεση λύσης και δη στρατιωτικής αποχώρησης από την Κύπρο, εφόσον ενίσχυσε τα κατεχόμενα και εφόσον θεωρούσε και θεωρεί το νησί ως δική της Βάση για την επιβολή της ως θαλασσοκράτειρας και περιφερειακής δύναμης παγκόσμιων διαστάσεων, με έλεγχο ή συμμετοχή στον έλεγχο βασικών θαλάσσιων οδών του εμπορίου και της ενέργειας και με ένα εμφανές γεωπολιτικό τρίγωνο Κύπρου, Κατάρ, Σομαλίας.
Κι όμως, χωρίς να αλλάξει τίποτε, ούτε ιώτα από την τουρκική στρατηγική, υπάρχει επιμονή στο ίδιο λάθος, δηλαδή σ’ ένα νέο Κραν Μοντανά, αντί στην υιοθέτηση και εφαρμογή μιας εναλλακτικής στρατηγικής. Ας είμαστε, λοιπόν, προσεκτικοί και ας αποφύγουμε αυτό το οποίο έχει πει ο Αϊνστάιν, του οποίου ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την ευφυΐα. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι το ένα λάθος μπορεί να συγχωρεθεί, όμως, πρόσθεσε, η συνειδητή επανάληψη του ίδιου λάθους είναι βλακεία…

ΓΙΑΝΝΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ
Δρ Διεθνών Σχέσεων

Σημερινή

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή