Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τα Ρωσικά σκάνδαλα στον Λευκό Οίκο – Προ ενός νέου Ψυχρού Πολέμου;

Δημοσιεύτηκε στις

ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΕΝΩ ΠΟΛΛΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΛΟΓΟ ΓΙΑ Β’ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ

Ο Τζεφ Σέσιονς, κατά την εξέτασή του από το Κογκρέσο τον Ιανουάριο, προτού αναλάβει υπουργός, είχε δηλώσει ότι δεν είχε καμία επαφή με Ρώσους, αλλά πριν από λίγες μέρες αποκαλύφθηκε ότι έλεγε ψέματα
Η Μόσχα ήταν αντίθετη στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, στη Συρία οι Ρώσοι στηρίζουν τον Άσαντ, ενώ οι Αμερικανοί τους αντάρτες της αντιπολίτευσης που τον πολεμούν, για την Ουκρανία και την Κριμαία η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις στη Μόσχα

«Υπάρχει ο πολύ πραγματικός κίνδυνος όχι μόνο να χάσουμε τον Β Ψυχρό Πόλεμο, αλλά και η ήττα μας να οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διεστραμμένη φιλία, στον σχεδόν ακαταμέτρητο σεβασμό που έχει ο Τραμπ για τον Πούτιν», είπε στο περιοδικό «New Yorker» ο Στρόουμπ Τάλμποτ

Όπως σχολίασαν Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές, η ομιλία του Τραμπ στο Κογκρέσο φάνηκε να είναι ένας συνδυασμός της σύγκρουσης μεταξύ της παραδοσιακής ρεπουμπλικανικής ιδεολογίας που εκπροσωπεί ο Ράινς Πρίμπας και του εθνολαϊκισμού του Στιβ Μπάνον.

Νέο σκάνδαλο στο οποίο εμπλέκεται υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης Τραμπ, πάλι σε σχέση με τη Ρωσία, συγκλονίζει αυτές τις ημέρες τις ΗΠΑ, ενώ πολλοί μιλούν, ίσως με μια δόση υπερβολής, για Β Ψυχρό Πόλεμο. Στο επίκεντρο από την περασμένη βδομάδα βρίσκεται ο Αμερικανός Υπουργός Δικαιοσύνης Τζεφ Σέσιονς, ο οποίος κατά την εξέτασή του από το Κογκρέσο τον Ιανουάριο, προτού αναλάβει Υπουργός, είχε δηλώσει ότι δεν είχε καμία επαφή με Ρώσους αλλά τελικά αποκαλύφθηκε ότι έλεγε ψέματα. Κι αυτό γιατί ο Σέσιονς είχε συναντηθεί δύο φορές με τον Ρώσο πρέσβη στην Ουάσιγκτον Σεργκέι Κίσλιακ.

Η παραμονή του Σέσιονς στην κυβέρνηση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, επειδή ως Υπουργός Δικαιοσύνης είναι επικεφαλής του FBI, το οποίο ερευνά τη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές. Ο ίδιος δήλωσε την Παρασκευή ότι δεν θα προΐσταται της έρευνας για το ρωσικό χάκινγκ, αλλά πολλοί ζητούν την παραίτησή του από το αξίωμα του υπουργού.

Τι προηγήθηκε

Είχε προηγηθεί το σκάνδαλο με τον Μάικλ Φλιν, ο οποίος επρόκειτο να αναλάβει σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Τραμπ, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί επίσης λόγω των συναντήσεών με τον Ρώσο πρέσβη στην Ουάσιγκτον. Η υπόθεση ξεκίνησε στα τέλη Δεκεμβρίου, όταν ο τέως Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα απέλασε 35 Ρώσους διπλωμάτες ως αντίποινα για το ρωσικό χάκινγκ την προεκλογική περίοδο (οι Ρώσοι είχαν υποκλέψει μέιλ του Εθνικού Συνεδρίου των Δημοκρατικών και τα διοχέτευσαν στο WikiLeaks, ενώ επιδόθηκαν και σε διασπορά ψευδών ειδήσεων κατά της Χίλαρι Κλίντον).
Το Κρεμλίνο υποσχέθηκε εξοργισμένο ότι θα απαντούσε αναλόγως. Δύο ημέρες αργότερα όμως, στις 30 Δεκεμβρίου, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε ότι δεν θα προχωρούσε σε καμία ενέργεια. Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες έκαναν φύλλο και φτερό κάθε επικοινωνία που είχε ο Ρώσος πρέσβης Κίσλιακ τις 36 ώρες που μεσολάβησαν μέχρι την αλλαγή πλεύσης του Κρεμλίνου και βρήκαν ότι είχε μιλήσει τηλεφωνικά πολλές φορές με τον Φλιν, ο οποίος του είχε ζητήσει να μην προχωρήσει σε αντίποινα η Μόσχα, επειδή οι διμερείς σχέσεις θα βελτιώνονταν μόλις αναλάμβανε πρόεδρος ο Τραμπ.
Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας επιδεινώνονται συνεχώς: η Μόσχα ήταν αντίθετη στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, στη Συρία οι Ρώσοι στηρίζουν τον Άσαντ, ενώ οι Αμερικανοί τους αντάρτες της αντιπολίτευσης που τον πολεμούν, για την Ουκρανία και την Κριμαία η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις στη Μόσχα. Το περασμένο καλοκαίρι, όμως, οι διμερείς σχέσεις δέχθηκαν μεγαλύτερο πλήγμα λόγω της ρωσικής ανάμειξης στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές μέσω του χάκινγκ και της διασποράς ψευδών ειδήσεων.

Εντείνονται οι ανησυχίες

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία εντείνει τις ανησυχίες. Πέρα από την αμοιβαία συμπάθεια ανάμεσα στον νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ και στον Πούτιν, ελάχιστα είναι γνωστά για τις προθέσεις του Τραμπ σε σχέση με τη Ρωσία. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην 5.000 λέξεων ομιλία του προς το Κογκρέσο την περασμένη Τρίτη, ο Τραμπ δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά ονομαστικά στη Ρωσία. Η μοναδική αναφορά του ήταν γενικόλογη και ασαφής: «Η Αμερική επιθυμεί να βρει νέους φίλους και να συνάψει νέους συνεταιρισμούς».
Λίγο νωρίτερα την ίδια ημέρα όμως, Ρωσία και Αμερική είχαν την πρώτη τους (επί Τραμπ) αντιπαράθεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ: η Ρωσία μπλόκαρε με βέτο ψήφισμα που κατέβασαν οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία για την επιβολή κυρώσεων στον Μπασάρ αλ Άσαντ για τη χρήση χημικών όπλων εναντίον των αντιπάλων του στον εμφύλιο στη Συρία. Προτού εκπνεύσει η θητεία του Ομπάμα, τα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών μοίρασαν σε όσους περισσότερους μπορούσαν τα ώς τότε στοιχεία από τον φόβο μήπως τα συγκάλυπτε η κυβέρνηση Τραμπ.

Ψυχρός Πόλεμος

«Υπάρχει ο πολύ πραγματικός κίνδυνος όχι μόνο να χάσουμε τον Β Ψυχρό Πόλεμο, αλλά και η ήττα μας να οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διεστραμμένη φιλία, στον σχεδόν ακαταμέτρητο σεβασμό που έχει ο Τραμπ για τον Πούτιν», είπε στο περιοδικό «New Yorker» ο Στρόουμπ Τάλμποτ, υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον. Το κόστος μιας αμερικανικής ήττας στον Β Ψυχρό Πόλεμο κυμαίνεται, σύμφωνα με τον ίδιο, από ένα σοβαρό πλήγμα στο κύρος της Αμερικής ως ηγέτιδας του δυτικού κόσμου, μέχρι την επικράτηση μιας νέας παγκόσμιας τάξης, που θα χαρακτηρίζεται από αστάθεια και συγκρούσεις, ακόμη και πυρηνικές.
Την ίδια ανησυχία εκφράζει στο «New Yorker» και ο Αντρέι Κόζιρεφ, υπουργός Εξωτερικών τη Ρωσίας επί Γέλτσιν: «Είναι η πρώτη φορά που έχουμε την ίδια πάστα ανθρώπων στο Κρεμλίνο και στον Λευκό Οίκο. Μάλλον γι’ αυτό αλληλοσυμπαθιούνται. Δεν είναι θέμα πολιτικής αλλά αισθάνονται ότι μοιάζουν. Νοιάζονται λιγότερο για τη δημοκρατία και τις αξίες και περισσότερο για την προσωπική τους επιτυχία, όπως και αν την ορίζουν».

Όμορφες λέξεις, άσχημες πολιτικές

Από την πλευρά του, πάντως, ο Ντόναλντ Τραμπ στην πρώτη του ομιλία στο Κογκρέσο επέλεξε τις πιο όμορφες λέξεις για τις ίδιες… άσχημες πολιτικές. «Και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», υποσχέθηκε στους Αμερικανούς ο Ντόναλντ Τραμπ στην πρώτη ομιλία του στο Κογκρέσο την περασμένη εβδομάδα. Με έναν ασυνήθιστο για τον ίδιο συμφιλιωτικό τόνο και αφήνοντας στην άκρη τη βιτριολική, διχαστική ρητορική του, ο Τραμπ παρουσίασε μια χώρα στην οποία κάθε πρόβλημα μπορεί να λυθεί χωρίς ιδιαίτερο κόστος.
Εικόνες του ιδίου να προβάρει την ομιλία του μέσα στο αυτοκίνητο προτού παρουσιαστεί ενώπιον του Κογκρέσου συνέβαλαν στο θετικό πρόσημο της εμφάνισής του, τουλάχιστον από άποψη πολιτικής επικοινωνίας – όχι όμως και πολιτικής ουσίας.
«Επρόκειτο για μια ομιλία πιο παραδοσιακή από αυτές που συνήθως δίνει ο Τραμπ, απαλλαγμένη από τον τυπικό στόμφο που έχουμε συνηθίσει από τις προεκλογικές του εμφανίσεις ή τις συνεντεύξεις Τύπου. Ισως και το ίδιο το περιβάλλον όπου βρισκόταν – σε μια αίθουσα κατά το ήμισυ γεμάτη με αντιπάλους – να μετρίασε το στυλ του. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν μια παρουσίαση πιο μετρημένη και λογική», είπε το «Βήμα» ο Ντέιβιντ Κρόκετ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Τρίνιτι, στο Τέξας των ΗΠΑ.
Όπως σχολίασαν Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές, η ομιλία του Τραμπ φάνηκε να είναι ένας συνδυασμός της σύγκρουσης μεταξύ της παραδοσιακής ρεπουμπλικανικής ιδεολογίας που εκπροσωπεί ο Ράινς Πρίμπας και του εθνολαϊκισμού του Στιβ Μπάνον. Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεσμεύθηκε να μειώσει τη φορολογία στις επιχειρήσεις και στη μεσαία τάξη, αυξάνοντας παράλληλα τον αμυντικό προϋπολογισμό, προχωρώντας στην εφαρμογή της αντιμεταναστευτικής του πολιτικής και επενδύοντας ένα αστρονομικό ποσό στις υποδομές – και όλα αυτά χωρίς να εκτινάξει το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ.

Ιδιες προτεραιότητες

«Η ομιλία του Τραμπ ήταν διαφορετική σε τόνο, αλλά όχι πραγματικά διαφορετική σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητές του. Θέλει να μειώσει τον προϋπολογισμό για τα περισσότερα κοινωνικά προγράμματα, να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό κατά τουλάχιστον 10%, να εισάγει σημαντικές φοροαπαλλαγές και να απορρυθμίσει το επιχειρηματικό περιβάλλον. Πέρα από την αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού, έχει σκοπό να επενδύσει στις υποδομές και σε αυτό θα έχει την υποστήριξη των Δημοκρατικών αλλά όχι των Ρεπουμπλικανών», είπε μιλώντας στο «Βήμα» ο Ρίτσαρντ Πασέλ, καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί στις ΗΠΑ.
«Η υπόλοιπη ατζέντα του θα βρει στήριξη από τους Ρεπουμπλικανούς και άρνηση από τους Δημοκρατικούς. Αλλά το μεγάλο ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι τι θα κάνει με το σύστημα υγείας και σε αυτόν τον τομέα συναντά προβλήματα. Οι Ρεπουμπλικανοί θέλουν να τελειώσουν το Obamacare, αλλά ανακάλυψαν ότι η κοινή γνώμη επιθυμεί όπως κάτι άλλο το αντικαταστήσει. Και αυτό διχάζει τους Ρεπουμπλικανούς. Φαίνεται ότι ο Τραμπ θα αφήσει το Κογκρέσο να βρει τι θα είναι αυτό. Ήδη δείχνει να οπισθοχωρεί.
» Εν γένει έχει υιοθετήσει μια συντηρητική ατζέντα – με εξαίρεση την εκστρατεία υποδομών και δημοσίων έργων. Επίσης άφησε να εννοηθεί ότι θα επιδιώξει τον σχηματισμό μιας νέας αντιμεταναστευτικής πολιτικής, ενώ συνεχίζει να αναφέρεται σε απελάσεις και ταξιδιωτικές απαγορεύσεις. Το μεγάλο τεστ για τον ίδιο θα είναι όταν θα συναντήσει την αντίδραση του Κογκρέσου. Αν οι Ρεπουμπλικανοί για παράδειγμα αποφασίσουν να μην υποστηρίξουν τα σχέδιά του για το τείχος ή για το πρόγραμμα δημοσίων έργων, το πώς εκείνος θα αντιδράσει τότε», προσέθεσε ο καθηγητής Πασέλ.

Πέφτουν οι τόνοι;

Ήταν η εμφάνιση του Τραμπ στο Κογκρέσο μια ένδειξη ότι ίσως ο Αμερικανός Πρόεδρος προσπαθεί να ρίξει τους τόνους; «Αμφιβάλλω», απαντά ο καθηγητής Κρόκετ.
«Όταν κάποιος αναλαμβάνει την εξουσία έπειτα από έναν συγκεκριμένο τρόπο παρουσίασης του εαυτού του – και επιτυχημένο τρόπο μάλιστα – είναι δύσκολο να αλλάξει. Η απόδειξη θα έλθει το αμέσως επόμενο διάστημα, καθώς η αναπόφευκτη αντιπολίτευση θα βάλει σε πειρασμό τον Πρόεδρο να επιστρέψει στο τουιτάρισμα στις 3 τα ξημερώματα, στις προεκλογικού τύπου προσβολές και στη δημαγωγία.
»Αν μπορέσει να αυτοπεριοριστεί και να εκμεταλλευτεί τις πλειοψηφίες του στο Κογκρέσο προχωρώντας με τη νομοθεσία, τότε θα μπορέσει να κριθεί από τα επιτεύγματά του. Αλλά αν σε μερικές εβδομάδες από τώρα συνεχίσουμε να μιλάμε για τα τουίτ του και για τον πόλεμο ενάντια στα μέσα ενημέρωσης, τότε αυτή η ομιλία θα είναι μια εξαίρεση και όχι κάτι το οποίο πρόκειται να επαναλαμβάνει», συμπλήρωσε ο καθηγητής Κρόκετ.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις27 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις53 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή