Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Επιστροφή των ηγετών στις συνομιλίες «βλέπει» ο Άιντα

Δημοσιεύτηκε στις

Ομιλία σε ανοιχτή συζήτηση για το Κυπριακό του Atlantic Council

Νέα Υόρξη: Τη βεβαιότητα ότι η παρούσα κρίση στις συνομιλίες θα επιλυθεί και οι δύο ηγέτες θα επιστρέψουν στο τραπέζι των συνομιλιών, εξέφρασε ο Ειδικός Σύμβουλος του ΓΓ του ΟΗΕ για το Κυπριακό, Έσπεν Μπαρθ Άιντα, μιλώντας σε ανοιχτή συζήτηση για το Κυπριακό στη δεξαμενή σκέψης  της Ουάσινγκτον, Atlantic Council. O κ. Άιντα είπε πως και οι δύο ηγεσίες του λένε ότι θέλουν να συνεχίσουν.

«Απλά πρέπει να βρούμε τον τρόπο κι όταν θα επιτρέψουμε (στην Κύπρο) θα το συζητήσουμε».
Η ανοιχτή συζήτηση είχε θέμα «Στρατηγική και βιώσιμη ανάπτυξη για μια ενωμένη Κύπρο» συνδιοργανώθηκε από το Atlantic Council, το ίδρυμα Concordia και την αμερικανική οργάνωση One Cyprus.
 
Η τέως υφυπουργός Εξωτερικών, Βικτώρια Νούλαντ, που έκανε την εισαγωγική ομιλία επισήμανε πως το γεγονός ότι παρόμοια διάσκεψη λαμβάνει χώρα τώρα υποδηλώνει ότι η διευθέτηση είναι κοντά. Ανέφερε ότι μια διευθέτηση στην Κύπρο θα είναι καλή για  τις δύο κοινότητες, την περιοχή και πολύ σημαντικό παράδειγμα του τι είναι δυνατόν όταν κάποιοι εργάζονται σκληρά για την ειρήνη.

Χαρακτήρισε σημαντικό το «να προγραμματίζουμε από τώρα για την επιτυχία, γιατί αν οι διαπραγματεύσεις πάνε καλά όπως ελπίζουμε, τότε θα χρειαστούμε ένα πολύ γρήγορο ξεκίνημα για να αρχίσουμε να εκπληρώνουμε αυτό που θα χρειαστεί μια ενωμένη Κύπρος».
 
Επισήμανε στο ακροατήριο το γεγονός ότι στην ενημέρωση Τύπου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ την Τρίτη -την πρώτη από την ανάληψη των καθηκόντων της κυβέρνησης Τραμπ -ο βοηθός εκπρόσωπος Μαρκ Τόνερ ξεκίνησε με την έκφραση της υποστήριξης των ΗΠΑ στη διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η Βικτώρια Νούλαντ είπε πως οι ΗΠΑ έχουν προφανές συμφέρον στη λύση του Κυπριακού, να δουν τις δύο κοινότητες με τη βοήθεια του ΟΗΕ, της διεθνούς κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών, να αποδεικνύουν σ` όλο τον κόσμο τι μπορεί να γίνει αν εργάζεσαι για την ειρήνη. Και μετά να γίνει ένα ανθηρό κέντρο για ευημερία, ασφάλεια και καλή διακυβέρνηση, που θα αποτελέσουν παράδειγμα, σ` όλο τον κόσμο.

Η κ. Νούλαντ ανέφερε πως αυτές οι διαπραγματεύσεις πάνε καλά και έχουν πιθανότητα επιτυχίας, εν μέρει εξ αιτίας της μεθοδολογίας και επισήμανε ότι «οι σοφοί ηγέτες στο νησί» με τη βοήθεια των Ηνωμένων Εθνών ξεκίνησαν αρχίζοντας με το «τελικό στάδιο» (end state). Υπενθύμισε την κοινή διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου που ορίζει «το πλαίσιο του κυπριακού σπιτιού». Δηλαδή, το είδος της νομής της εξουσίας, του οράματος και της ευημερίας που θα έχουν και το είδος του κράτους που θα αποτελείται από δύο ξεχωριστές κοινότητες οι οποίες θα ζουν μαζί αρμονικά..

Χαρακτήρισε τους δύο ηγέτες «απόλυτα δεσμευμένους στη λύση» και που βάζουν όχι μόνο το μυαλό, αλλά τις καρδιές και την ψυχή τους στις συνομιλίες. Έπλεξε επίσης το εγκώμιο του «φίλου της για δεκαετίες», Εσπεν Μπαρθ Άιντα και τις διαπραγματευτικές του ικανότητες και αφοσίωση. «Ἁν δεν μπορεί να τους βοηθήσει ο Έσπεν Μπαρθ Άιντα, τίποτε δεν θα μπορέσει», είπε.
 
Χωρίς να μπει στην ουσία των συνομιλιών, ανέφερε ότι πριν σχεδόν μήνες που αποχώρησε από τα καθήκοντά της, «μπορούσαμε να δούμε την γραμμή τερματισμού». Σημειώθηκε τεράστια πρόοδος στην οικονομική δομή, στη διακυβέρνηση κλπ.

Πρόσθεσε ότι υπάρχουν θέματα ασφαλείας τα οποία πρέπει να λυθούν, τόσο σε σχέση με την ασφάλεια στο νησί όσο και στο πως το νησί θα παρουσιάζεται στον κόσμο, όμως, «όλοι εμείς που είχαμε την ευκαιρία να εμπλακούμε, πιστεύουμε ότι υπάρχει τρόπος να προχωρήσουμε, προστατεύοντας τα δικαιώματα και συμφέροντα και των δύο κοινοτήτων, που θα δημιουργήσουν μια ισχυρότερη Κύπρο για την περιοχή».
 
Καταλήγοντας, κάλεσε τους Κύπριους να μην απολεσθεί η στιγμή, καθώς βρίσκονται πολύ κοντά.

Στην πρώτη ενότητα της διάσκεψης με θέμα «Θέτοντας τις βάσεις για μια ευημερούσα ενωμένη Κύπρο», ο Ειδικός Σύμβουλος του ΓΓ του ΟΗΕ, για την Κυπριακό, Έσπεν Μπαρθ Άιντα, ο Ελληνοκύπριος διαπραγματευτής, Ανδρέας Μαυρογιάννης κι ο βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζόναθαν Κόεν, απάντησαν σε ερωτήσεις της δημοσιογράφου του «Politico», Σάρα Στεφανίνι.
 
Στο ερώτημα για το αποτέλεσμα της διάσκεψης της Γενεύης και τις προβλέψεις του για το πως βλέπει να προχωρά η διαδικασία, ο Έσπεν Μπαρθ Άιντα αναφέρθηκε είπε πως συνέβησαν ορισμένα πολύ σημαντικά πράγματα τη δεύτερη εβδομάδα του Ιανουαρίου. Το πρώτο, η ανταλλαγή των χαρτών από τους δύο ηγέτες, κάτι που δεν συνέβη ποτέ στο παρελθόν και ήταν το κλειδί για την σύγκληση της διάσκεψης για την Κύπρο στις 12 Ιανουαρίου.

Για τη διάσκεψη είπε ότι «θα θέλαμε να κρατήσει λίγο περισσότερο, όμως επανασυγκλήθηκε την επόμενη εβδομάδα», Σημείωσε ωστόσο, ότι ο στόχος ήταν να λάβουν την εντολή για την διεύρυνση της συζήτησης, με την συμμετοχή και των εγγυητριών δυνάμεων, αλλά και της ΕΕ. ως ενδιαφερόμενο μέρος/παρατηρητής.

Για τις συναντήσεις που ακολούθησαν στο Μοντ Πελερίν σε επίπεδο Γενικών Διευθυντών, είπε πως ήταν «από τις πλέον πλούσιες κι ενημερωτικές μορφές συνομιλιών που άκουσε, για το πως οι δύο κοινότητες βλέπουν τα θέματα, τις ανησυχίες και ελπίδες τους στο τοπίο της ασφάλειας», εξαίροντας τις παρουσιάσεις των διαπραγματευτών των δύο κοινοτήτων και τις τοποθετήσεις των αντιπροσώπων των εγγυητριών δυνάμεων.
 

«Παρότι έχουμε πολλή δρόμο να διανύσουμε στο δύσκολο αυτό θέμα, είναι δυνατό. Οι εγγυήσεις και η ασφάλεια δεν θα είναι αυτό που θα εμποδίσει τη διευθέτηση. Κι αυτό που λέω είναι σημαντικό, γιατί όλοι έλεγαν ότι δεν πρόκειται να υπάρξει διευθέτηση χωρίς συμφωνία στην ασφάλεια και τις εγγυήσεις».

Ο κ. Άιντα πρόσθεσε ότι αυτή τη στιγμή εργάζονται πάνω σε φόρμουλα η οποία ο ίδιος πιστεύει «μπορεί στο τέλος να προχωρήσει (to fly), αν υπάρχει βούληση, κι αρκετή εμπιστοσύνη για να σκεφτούμε έξω από τα εσκαμμένα (outside of the box),  δοκιμάζοντας (improvising/αυτοσχεδιάζοντας) σ` αυτό το ζήτημα νέα προσέγγιση. Αυτά είναι τα καλά νέα. Τα όχι και τόσο καλά νέα είναι πως δεν χρησιμοποιήσαμε το χρόνο μετά τη Γενεύη όσο πολύ θα μπορούσαμε», είπε, διευκρινίζοντας ότι δεν σημειώθηκε η αναμενόμενη πρόοδος στα θέματα που μπορούν να λυθούν στην Κύπρο μόνο από τους Κύπριους και τα οποία θα διευκολύνουν ην επιστροφή στο τραπέζι της διάσκεψης της Γενεύης.

Για την πρόσφατη κρίση στις συνομιλίες, είπε -χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες- ότι πιστεύει πως θα επιλυθεί. «Ἑίχαμε και στο παρελθόν κι αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι ηγέτες επιστρέφουν στο τραπέζι. Όμως, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε χρήσιμα το χρόνο μας. Οι συνομιλίες μου με τους ηγέτες τις τελευταίες μέρες, πριν έλθω εδώ, ήταν κυρίως για τη μορφή που θα χρησιμοποιήσουμε ότι θα επιστρέψουμε στη διαπραγμάτευση, χωρίς να χάσουμε περαιτέρω χρόνο», ανέφερε.

Ο πρέσβης Ανδρέας Μαυρογιάννης είπε ότι αρχικά η Ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν διστακτική, όμως μετά το Μοντ Πελεράν, όπου συζητήθηκαν όλα τα θέματα και οι εγγυήσεις με την ασφάλεια και υπήρχαν και ανεπίσημες συζητήσεις για την ασφάλεια, αποφασίσαμε ότι έφτασε ο καιρός να έλθουν όλοι μέσα και να συζητήσουμε την ασφάλεια και τις εγγυήσεις.

«Για μας, τίποτε πραγματικά δεν πήγε στραβά στη Γενεύη. Ήταν μια πολύ καλή και επιτυχημένη συνάντηση», τόνισε.

Αποκάλυψε ότι γνώριζαν πως δεν θα λυνόταν εκεί το θέμα ων εγγυήσεων και της ασφάλειας κι εκείνο που συζητήσουν ήταν τι θα επακολουθούσε. «Η Γενεύη παρήγαγε συνέχεια κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Είχαμε μια συνάντηση που ο καθένας είπε αυτό που νόμιζε κι αποφασίσαμε τελικά να συνεχίσουμε στο επίπεδο των βοηθών».
 
Για την συνάντηση στο Μοντ Πελεράν είπε πως συζητήθηκε η ουσία κι όχι απλά ανακοινώσεις. Αναφέρθηκε επίσης και στην ισχυρή επιφύλαξη που εξέφρασε η Τουρκία, που ήθελε για να επαναληφθεί η συνάντηση σε πολιτικό επίπεδο, να δει τι θα συμβεί και στα υπόλοιπα κεφάλαια.

Για τις συναντήσεις που ακολούθησαν στην Κύπρο, ο κ. Μαυρογιάννης είπε πως δεν παρήγαγαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, παρότι υπήρχαν και καλές στιγμές σε κάποια ζητήματα. Μίλησε και για τις τουρκικές αξιώσεις στο ζήτημα των τεσσάρων ελευθεριών, αλλά και την ερμηνεία της πολιτικής ισότητας και αποτελεσματικής αντιπροσώπευσης που δεν επέτρεψαν προχωρήσουμε, παρότι η μεθοδολογία ήταν η σωστή.

Για την διακοπή των συνομιλιών, είπε πως θα πρέπει να το ξεπεράσουμε. «Εχουμε την πολύ ισχυρή αποφασιστικότητα. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θα σας πει ότι είναι περισσότερο από ποτέ αποφασισμένος, όμως θα πρέπει να βρούμε τρόπο για να επιστρέψουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με αλληλοσεβασμό, χωρίς να ταπεινώνουμε ο ένας τον άλλον και κοιτάζοντας το μέλλον. Η κληρονομιά του παρελθόντος είναι πάντοτε προβληματική, Μόνο το μέλλον μπορεί ν μας ενώσει», σημείωσε ο κ. Μαυρογιάννης.
 
Ο Αμερικανός βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών, Τζόναθαν Κόεν, είπε πως η παρουσία στην Ουάσινγκτον αυτές τις ημέρες του Έσπεν Μπαρθ Άιντα και του Ανδρέα Μαυρογιάννη λειτουργούν καταλυτικά βοηθώντας τη νέα κυβέρνηση να επαναβεβαιώσει «την ισχυρή αμερικανική υποστήριξη στη διαδικασία και τις προοπτικές επανένωσης της Κύπρου, που θα βοηθήσει όχι μόνο την Κύπρο και την περιοχή, αλλά και θα βελτιώσει τις ζωές όλων των κατοίκων της νήσου, θα δημιουργήσει ευημερία, ανάπτυξη και επενδύσεις, ασφάλεια και θα ανοίξει πολιτικές και οικονομικές ευκαιρίες καθώς και ευκαιρίες στην ασφάλεια, που δεν υπήρχαν εδώ και 40 χρόνια».

Ο κ. Κόεν τόνισε ότι αυτά τα συμφέροντα των ΗΠΑ δεν έχουν αλλάξει με την αλλαγή κυβέρνησης, ούτε η ισχυρή αμερικανική υποστήριξη προς τη διαδικασία.

Ο Αμερικανός αξιωματούχους τόνισε ότι τα τηλεφωνήματα του υπουργού Εξωτερικών, Ρεξ Τίλερσον, προς τον πρόεδρο Αναστασιάδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί, ήταν από τα πρώτα που έκανε μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. «Ήταν πολύ θερμός και υποστηρικτικός και ανέπτυξε ορισμένες από τις αρχές που είπα και που ανέφερε και η κ. Νούλαντ. Είναι εξαιρετικά σημαντικό που στην πρώτη ενημέρωση των δημοσιογράφων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ από την παρούσα κυβέρνηση, υπήρχε δήλωση του εκπροσώπου με την οποία υποστήριζε τη διαδικασία και καλωσόριζε την επίσκεψη Έιντε και το ρόλο του», είπε.

Για το θέμα που προέκυψε με την απόφαση της Βουλής για το ενωτικό δημοψήφισμα, ο Έσπεν Μπαρθ Άιντα συμφώνησε με τον Ανδρέα Μαυρογιάννη για τη σημασία να κοιτάζουν οι δύο κοινότητες το μέλλον κι όχι το παρελθόν. Σημείωσε ότι επανειλημμένα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης επέκρινε την απόφαση της Βουλής, λέγοντας παράλληλα ότι οι Τ/κ αισθάνονται ακόμη πιο έντονα.

«Υπάρχει επίσης το ζήτημα, πόσο θα επιτραπεί στο θέμα αυτό να υπονομεύσει τη διαδικασία. Όλοι έχουν ρόλο να διαδραματίσουν. Και η ε/κ πλευρά μπορεί να κάνει κάτι για το ζήτημα που το ξεκίνησε (the source issue), αλλά και η τ/κ πλευρά να αποφασίσει πόσο θα επιτρέψει σ αυτό `να παρεμποδίσει την μελλοντική πρόοδο. Αν και οι δύο πλευρές προσπαθήσουν να συγκλίνουν, αντί να τραβήξουν αντίθετα επιτρέποντας να τους χωρίσει, θα είναι υποβοηθητικό για όλους».
 
Τουρκικές παρεμβάσεις
 
Οι τόνοι της συνάντησης ανέβηκαν λίγο όταν η συντονίστρια δημοσιογράφος παρουσίασε τον αντιπρόσωπο του ψευδοκράτους στην Ουάσινγκτον, Ισμετ Κουρούκογλου, ως αντιπρόσωπο του λεγόμενου τ/κ Υπουργείου Εξωτερικών.

Ο κ. Κουρούκογλου είπε πως θα έπρεπε όλες οι πλευρές να εκπροσωπηθούν ισότιμα στην συζήτηση, αλλά η πρόσκληση προς τον διαπραγματευτή των Τ/κ, Οζντίλ Ναμί, δεν εστάλη έγκαιρα. Είπε επίσης πως από τη στιγμή που δεν συμμετέχουν και οι δύο πλευρές, ο κ. ΆιντΑ δεν θα έπρεπε να συμμετάσχει.
 
Παρεμβαίνοντας αμέσως ο κ. Μαυρογιάννης είπε πως δεν υπάρχει Τ/κ υπουργείο Εξωτερικών. Μπορεί να θέλει να εκφραστεί προσωπικά ως Τουρκοκύπριος. «Ουδείς μπορεί να επιβάλει στον Ειδικό Σύμβουλο του ΓΓ που θα πάει και που δεν θα πάει». Διευκρίνισε ακόμη ότι έλαβε την πρόσκληση την ίδια μέρα με τον Οζντίλ Ναμί και επανειλημμένα προσπάθησε να τον πείσει να συμμετάσχει κι αυτός.
 
Ο Έσπεν Μπαρθ Άιντα επιβεβαίωσε ότι οι προσκλήσεις εστάλησαν την ίδια μέρα, όμως στον κ. Ναμί το έστειλαν σε λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που δεν χρησιμοποιεί συχνά με αποτέλεσμα να αργήσει να δει την πρόσκληση.

Τούρκος διπλωμάτης ρώτησε πως μπορεί η ενέργεια να αποτελέσει καταλύτη τη στιγμή που οι Ε/κ ανοίγουν νέες προσφορές (ενέργεια); «Θα αποβεί εμπόδιο», είπε.

Παράλληλα ισχυρίστηκε πως δεν ήταν η Τουρκία που επενέβη στην Κύπρο, αλλά οι Ε/κ που αμφισβήτησαν τα ίσα δικαιώματα των Τ/κ. Η Τουρκία, πρόσθεσε, επενέβη από μία αλυσίδα γεγονότων που δεν μπορούσε να αφήσει αναπάντητα.


Τέλος, ήγειρε το θέμα της απόφασης της Βουλής, λέγοντας ότι η ιδέα πίσω από αυτό είναι της πλήρους ελληνοποίησης του νησιού.

Ο κ. Κόεν (στον οποίο έγινε η πρώτη ερώτηση) είπε ότι τα χρηματικά οφέλη από το αέριο θα είναι πολύ μικρότερα χωρίς συμφωνία με τους Τουρκοκυπρίους και ταυτόχρονα χωρίς συμφωνία, η μεταφορά του ισραηλινού αερίου με αγωγό στην Τουρκία δεν θα υλοποιηθεί ποτέ. «Αυτά τα δύο κομμάτια του οικονομικού παζλ λειτουργούν ως κίνητρο και για τις δύο πλευρές», είπε ο Αμερικανός βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών.
 
Ο κ. Μαυρογιάννης είπε ότι μετά τη λύση δεν αποκλείει η Κύπρος την πιθανότητα μεταφοράς του αέριου στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας, εξετάζοντας κι όλες τις άλλες επιλογές.

Είπε στον Τούρκο διπλωμάτη πως δεν έχουν την ίδια αντίληψη της ιστορίας και τίποτε δεν δικαιολογεί την εισβολή, την κατοχή, τους αγνοούμενους και τους πρόσφυγες.


Ο κ. Άιντα είπε πως επειδή το αέριο βρίσκεται σε μεγάλο βάθος, είναι ακριβό. Επομένως για να είναι συμφέρουσα η παραγωγή του θα πρέπει να βρεθεί φθηνότερος τρόπος μεταφοράς.

Η τελευταία ενότητα της ανοιχτής συζήτησης είχε θέμα «Πηγαίνοντας στην ανάπτυξη: Νέα μοντέλα ανάπτυξης σε μια ενωμένη Κύπρο», με ομιλητές τον γενικό διευθυντή της εταιρείας Third Point LLC και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Τράπεζας, Ντέιβιντ Μπονάνο, της επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΔΝΤ για την Κύπρο, Ρέιτσελ Βαν Έλκαν και τον εκτελεστικό διευθυντή της οργάνωσης One Cyprus Now, Τζον Χάρκριντερ.

Πηγή: philenews / ΚΥΠΕ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή