Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Απλώνει τα δίχτυα της στα Βαλκάνια η Τουρκία

Δημοσιεύτηκε στις

Η Αγκυρα εκμεταλλεύθηκε την απουσία σαφούς πολιτικής εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην περιοχή για να ενισχύσει την παρουσία της στον κοινωνικό, οικονομικό, ακόμη και στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα
Απλώνει τα δίχτυα της στα Βαλκάνια η Τουρκία
Η Τουρκία, με βασικό ιθύνοντα νου κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας τον πρώην πρωθυπουργό και πρώην υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβού-τογλου (η φωτογραφία από επίσκεψή του στα Σκόπια το 2010), έβαλε γερές βάσεις άσκησης επιρροής στα Βαλκάνια
Πριν από μερικές ημέρες, το ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) εγκαινίασε τα νέα γραφεία του στα Σκόπια. Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (πΓΔΜ) είναι μία από τις ελάχιστες χώρες στις οποίες το κυβερνών κόμμα της Τουρκίας έχει ανοίξει ή σχεδιάζει να ανοίξει γραφεία. Οι υπόλοιπες είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, η Ρωσία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Το ΑΚΡ έχει επίσης γραφεία, για ευνόητους λόγους, στις Βρυξέλλες (έδρα της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και γενικότερα κέντρο λήψης αποφάσεων), καθώς και στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο. Ηδη από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας τής πΓΔΜ και με ιδιαίτερο ζήλο μετά την άνοδο στην εξουσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Τουρκία διεισδύει όλο και βαθύτερα στον βόρειο γείτονά μας.

Η τουρκική παρουσία στα Βαλκάνια ίσως να είναι ο σοβαρότερος από τους λόγους που έχει η Αθήνα ώστε να αναλάβει την πρωτοβουλία να λύσει μια σειρά από εκκρεμότητες στην περιοχή – με σοβαρότερη όλων το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά δεν έχει αναδείξει όσο θα έπρεπε αυτή την πτυχή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την έχει υποτιμήσει. Αν το είχε πράξει, τότε ίσως να ήταν λιγότερες οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ελλάδος απέναντι σε μια συμβιβαστική λύση. Εμπειροι διπλωματικοί παράγοντες σημειώνουν ότι αν το «αγκάθι του Μακεδονικού» έπαυε να υπάρχει, τότε η Αθήνα θα μπορούσε να διευρύνει ξανά την επιρροή της στη γειτονική χώρα, ενώ ανάλογη εξέλιξη θα μπορούσε να συμβεί και στις σχέσεις με την Αλβανία. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η Αθήνα θα πρέπει να κάνει εκπτώσεις στις συνομιλίες με αυτές τις δύο χώρες.


Από τον Οζάλ στον Ερντογάν


Η τουρκική επιρροή όμως στη Βαλκανική έχει αυξηθεί σημαντικά και η αντιστροφή ή έστω η απονεύρωσή της θα είναι δύσκολο εγχείρημα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εν όψει των διπλών, προεδρικών και βουλευτικών, εκλογών της 24ης Ιουνίου, ο πρόεδρος Ερντογάν προετοιμάζει, εντός του Μαΐου, μεγάλη ομιλία στην πρωτεύουσα της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, στο Σαράγεβο, όπου αναμένεται να συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου από τις τουρκικές κοινότητες των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, καθώς και γενικότερα μουσουλμάνοι. Αλλωστε η Βοσνία βρίσκεται στο επίκεντρο της τουρκικής πολιτικής στα Βαλκάνια. Μετά τη νίκη του ΑΚΡ στις εκλογές στις 30 Μαρτίου 2014, ο κ. Ερντογάν είχε μάλιστα ευχαριστήσει ονομαστικά «τους αδελφούς μας» από τη Βοσνία, την πΓΔΜ και το Κόσοβο για τη βοήθειά τους στην εκλογική επικράτηση.

Η Αγκυρα εκμεταλλεύθηκε την απουσία σαφούς πολιτικής εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) στην περιοχή επί τουλάχιστον μία 15ετία για να ενισχύσει την πολυεπίπεδη παρουσία της στον κοινωνικό, οικονομικό, ακόμη και στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα. Η προεργασία είχε ξεκινήσει ήδη από τον εμφύλιο πόλεμο στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, την περίοδο 1992 – 1995, όταν η Αγκυρα είχε στείλει μυστικά στρατιωτική βοήθεια στους μουσουλμάνους, σε στενή συνεργασία με άλλες μουσουλμανικές χώρες, μεταξύ των οποίων και το Ιράν. Μέσω τόσο κρατικών υπηρεσιών όσο και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), η Τουρκία, με βασικό ιθύνοντα νου κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας τον πρώην πρωθυπουργό και πρώην υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, έβαλε γερές βάσεις άσκησης επιρροής, χτίζοντας επί της κληρονομιάς που είχαν αφήσει δύο άλλοι τούρκοι πολιτικοί: ο πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος Τουργκούτ Οζάλ και ο πρώην υπουργός Ισμαήλ Τζεμ. Αυτό που πρόσθεσαν οι κ.κ. Νταβούτογλου και Ερντογάν ήταν το ισλαμικό στοιχείο.

Πλέον, κυβερνητικές και διπλωματικές πηγές τονίζουν ότι η Αθήνα έχει μόνο μία επιλογή για να ανακόψει την τουρκική κινητικότητα στη Βαλκανική: να συνεργαστεί με την ΕΕ, αλλά και με τις Ηνωμένες Πολιτείες, που επιδιώκουν να αναζωογονήσουν την ευρωατλαντική προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων. Σε διαφορετική περίπτωση, η Αθήνα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον τουρκικό κίνδυνο τόσο εξ  Ανατολών όσο και από τον Βορρά. Η Ελλάδα έχασε μια μεγάλη ευκαιρία για να συμπήξει ένα ισχυρό βαλκανικό μέτωπο στην έξαρση του Προσφυγικού, στα τέλη του 2015, όταν υπήρχε ένας κοινός «κίνδυνος». Αντίθετα, βρέθηκε τελικώς με σφραγισμένα τα σύνορα, αφήνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων σε άλλους. Ευτυχώς, αργότερα σημειώθηκε μια στροφή, αλλά ο δρόμος για την αντιστροφή της τάσης παραμένει μακρύς.


Οι σχέσεις Αγκυρας – Σκοπίων


Σε σχέση με την πΓΔΜ, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια που στους περισσότερους διαφεύγει. Ο τούρκος «εθνάρχης» Μουσταφά Κεμάλ «Ατατούρκ» γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και φοίτησε σε στρατιωτική σχολή στην Μπίτολα από το 1896 ως το 1899. Οι ιστορικοί δεσμοί που έχει αφήσει πίσω της η Οθωμανική Αυτοκρατορία στα Βαλκάνια είναι περίπλοκοι. Σύμφωνα επίσης με ορισμένες πηγές, περίπου 6 εκατομμύρια Τούρκοι έχουν προγόνους που κατάγονταν από την πΓΔΜ, ενώ παράλληλα η τουρκική μειονότητα στην πΓΔΜ αριθμεί περί τα 80.000 άτομα.
Από τις πρώτες ημέρες της ανεξαρτησίας της πΓΔΜ και με δεδομένη τη διαμάχη με την Ελλάδα για το Ονοματολογικό, ο τότε πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ επεδίωξε στενές σχέσεις με την Αγκυρα. Το ελληνικό εμπάργκο εμβάθυνε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις Σκοπίων – Αγκυρας και πολλές οικονομικές και εμπορικές συμφωνίες υπεγράφησαν. Παράλληλα, η Τουρκία έχει προσφέρει κατά καιρούς σημαντική στρατιωτική βοήθεια καθώς και εκπαίδευση σε στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ έχει ηγηθεί πολλών από τις διεθνείς επιχειρήσεις στη χώρα, είτε πριν είτε μετά τις εμφύλιες συγκρούσεις του 2001.

Η αναπτυξιακή βοήθεια της Τουρκίας (ιδιαίτερα μέσω της ΤΙΚΑ) εστιάζει στην κατασκευή ή ανακατασκευή σχολείων, στην προώθηση γεωργικών έργων, στη συντήρηση οθωμανικών μνημείων και στη χορήγηση υποτροφιών – ιδιαίτερα μέσω της Diyanet. Στον οικονομικό τομέα, η Τουρκία αποτελεί σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία (2016) τον τρίτο μεγαλύτερο επενδυτή στην πΓΔΜ με επενδύσεις που ανέρχονται σε περίπου 25 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Υπάρχει μεγάλη παρουσία στον κατασκευαστικό τομέα, αλλά και στον τραπεζικό, ιδιαίτερα λόγω της Halkbank, πιστωτικού ιδρύματος που βρίσκεται κοντά στον πρόεδρο Ερντογάν και έγινε γνωστό λόγω του ρόλου που φέρεται να έχει διαδραματίσει στο σκάνδαλο παράκαμψης των κυρώσεων εναντίον του Ιράν. Η θυγατρική της Halkbank στην πΓΔΜ είναι η πέμπτη μεγαλύτερη τράπεζα. Παράλληλα, το 2008 η τουρκική TAV κέρδισε 20ετές συμβόλαιο για τη διαχείριση των αεροδρομίων στα Σκόπια και στην Οχρίδα.  

Μια εξέλιξη που παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και την οποία έχει αναδείξει ο άλλοτε επικεφαλής του γραφείου της γκιουλενικής εφημερίδας «Zaman» στην Αγκυρα Αμπντουλάχ Μποζκούρτ αφορά την απόπειρα, όπως ο ίδιος επισημαίνει, ισλαμικής ριζοσπαστικοποίησης πολιτών της πΓΔΜ από ισλαμικές ΜΚΟ που ελέγχει και χρηματοδοτεί μέσω διαφόρων δικτύων ο κ. Ερντογάν. Σύμφωνα με τον κ. Μποζκούρτ, η ΙΗΗ (που είχε εμπλακεί και στο επεισόδιο με το πλοίο «Μαβί Μαρμαρά» το 2010 στο Ισραήλ) και άλλη μία ΜΚΟ με την επωνυμία «Ιδρυμα Κοινωνικού Ιστού» στρατολογούν νεαρά άτομα στον τζιχάντ. Ο επικεφαλής της ΙΗΗ Μπουλέντ Γιλντιρίμ φέρεται να διατηρεί στενές σχέσεις με τον επικεφαλής της ΜΙΤ Χακάν Φιντάν, άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του κ. Ερντογάν. Στο δε «Ιδρυμα Κοινωνικού Ιστού» φέρεται να κινεί τα νήματα ο ιμάμης Νουρεντίν Γιλντίζ,για τον οποίο υπάρχουν στοιχεία ότι συνεργάζεται με την ΙΗΗ.

Την ίδια στιγμή η ΤΙΚΑ, που διατηρεί γραφείο στα Σκόπια και είχε χρηματοδοτήσει περίπου 600 έργα στη χώρα μέχρι τα τέλη του 2017, έχει συνεργαστεί με τοπικές ισλαμικές ανθρωπιστικές οργανώσεις που σχετίζονται με τις δύο τουρκικές NGO. Παράλληλα, με σκοπό να εξουδετερώσει την επιρροή του δικτύου των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του Φετουλάχ Γκιουλέν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016, η τουρκική κυβέρνηση συνέστησε κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα με την ονομασία «Maarif». Το δίκτυο Γκιουλέν αξιοποιήθηκε πλήρως από το ΑΚΡ για την άσκηση επιρροής στα Βαλκάνια αλλά πλέον ο κ. Ερντογάν ζητεί από όλες τις χώρες να κλείσουν τα σχολεία του.

Οι προνομιακές σχέσεις με Σκόπια, Βοσνία, Κόσοβο και Αλβανία

Σε ομιλία του στο Σαράγεβο το 2009, ο κ. Νταβούτογλου είχε αναφερθεί στην Pax Ottomana ως τη «Χρυσή Εποχή των Βαλκανίων». Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Οπως προαναφέρθηκε, οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη είναι οι στενότερες που διατηρεί η Αγκυρα με μία από τις βαλκανικές χώρες. Ο Μπακίρ Ιζετμπέγκοβιτς, μέλος του τριμερούς προεδρείου της χώρας από την πλευρά των βόσνιων μουσουλμάνων, είναι στενός φίλος του προέδρου Ερντογάν. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις γενικές εκλογές του 2014, το τοπικό υποκατάστημα της τουρκικής κρατικής τράπεζας Ziraat έδωσε στο βοσνιακό (μουσουλμανικό) ομοσπονδιακό κρατίδιο δάνειο ύψους 50 εκατομμυρίων δολαρίων το οποίο και… παρέλαβε ο κ. Ιζετμπέγκοβιτς. Η Τουρκία έχει στηρίξει όσο καμία άλλη το αίτημα της Βοσνίας για ένταξη στο ΝΑΤΟ (το ίδιο ένθερμα στηρίζει τη νατοϊκή ενσωμάτωση της πΓΔΜ για την οποία, με αστερίσκο, δηλώνει ότι αναγνωρίζει ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»). Οι ΤΙΚΑ, Diyanet και το ίδρυμα Yunus Emre είναι πολύ δραστήρια στη Βοσνία, ενώ η αποκατάσταση οθωμανικών μνημείων είναι συνεχής στο πλαίσιο μιας «διπλωματίας των τεμενών» (mosque diplomacy).

Εξίσου βαθιά επιρροή ασκεί η Τουρκία στην Αλβανία και στο Κόσοβο, αν και η πρόσφατη υπόθεση της απαγωγής έξι τούρκων υπηκόων, με ιδιωτικό τζετ, από την Πρίστινα δημιούργησε μεγάλη ένταση, καθώς έφερε στην επιφάνεια τη σύγκρουση του κοσοβάρου προέδρου Χασίμ Θάτσι (που μάλλον δεν είχε πρόβλημα με αυτή την προκλητική ενέργεια) και του πρωθυπουργού Ραμούς Χαραντινάι (που την καταδίκασε). Η Αγκυρα πάντως θεωρεί πολύ σημαντικό το Κόσοβο και μόνο το 2015 κατευθύνθηκαν σε αυτό πάνω από 316 εκατομμύρια ευρώ σε άμεσες επενδύσεις. Εχουν επίσης, με κονδύλια της ΤΙΚΑ, αναστηλωθεί σχεδόν όλα τα τζαμιά του Κοσόβου, ενώ η Τουρκία έφθασε στο σημείο να πείσει για αλλαγές σχεδόν σε όλα τα σχολικά βιβλία για να εξωραϊστεί η οθωμανική ιστορία στην περιοχή.
Σε ό,τι αφορά την Αλβανία, ο κ. Ερντογάν έχει αναπτύξει στενή σχέση με τον πρωθυπουργό Εντι Ράμα και δεν είναι λίγοι όσοι εκτιμούν ότι η σχέση αυτή έπαιξε ρόλο στην προσφυγή του τότε επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο Συνταγματικό Δικαστήριο για την ακύρωση της Συμφωνίας Θαλασσίων Ζωνών που είχε υπογραφεί με την Ελλάδα το 2009. Οι σχέσεις των δύο ανδρών πέρασαν κρίση λόγω του πιεστικού αιτήματος του τούρκου προέδρου να κλείσουν τα γκιουλενικά σχολεία στην Αλβανία. Ωστόσο, υπήρξαν αντιστάσεις διότι τα παιδιά πολλών μελών της αλβανικής ελίτ φοιτούν σε αυτά τα σχολεία. Οι δύο χώρες διατηρούν πάντως στενές στρατιωτικές σχέσεις ήδη από τη δεκαετία του 1990. Το 1992 υπέγραψαν συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας, τουρκικά πλοία επισκέπτονται συχνά αλβανικά λιμάνια, ενώ η συνεργασία ενισχύθηκε μετά την ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ.

Χώρα-κλειδί για την Αγκυρα και τη διεύρυνση της επιρροής της στα Βαλκάνια είναι η Σερβία. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, ιδιαίτερα μέσω της οικονομικής συνεργασίας (π.χ. εξαγορά τραπεζών), των υποτροφιών ή της απόπειρας μεσολάβησης ανάμεσα σε Σερβία, Κροατία και Βοσνία, τα αποτελέσματα υπήρξαν μετρημένα. Πλέον, με την ΕΕ να αποδίδει μεγάλη σημασία στην προσέγγιση της Σερβίας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ενδεχομένως την ένταξή της στην Ενωση με ορίζοντα το 2025, οι σερβοτουρκικές σχέσεις έχουν όρια στην περαιτέρω ανάπτυξή τους.


Οι τρεις πυλώνες της τουρκικής επιρροής

ΤΙΚΑ: Η Τουρκική Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας ιδρύθηκε επί προεδρίας Οζάλ. Αναβαθμίστηκε με την έλευση του ΑΚΡ στην εξουσία, όταν τοποθετήθηκε επικεφαλής ο σημερινός διευθυντής της ΜΙΤ Χακάν Φιντάν. Είναι πολύ ενεργή σε Αλβανία, Κόσοβο, Βοσνία και πΓΔΜ, με έμφαση στη χρηματοδότηση της ανακατασκευής οθωμανικών τεμενών.

Diyanet: Η Προεδρία Θρησκευτικών Υποθέσεων είναι η υψηλότερη θρησκευτική αρχή στην Τουρκία. Το προσωπικό της είναι περίπου 100.000 και ο προϋπολογισμός μεγαλύτερος από πολλών υπουργείων. Μετά το πραξικόπημα του 1980, οι αρμοδιότητες επεκτάθηκαν ώστε να καλύπτουν και Τούρκους του εξωτερικού. Εκπαιδεύει και πληρώνει ιμάμηδες για τουρκικές κοινότητες σε τρίτες χώρες, παρέχει υποτροφίες σε μουσουλμάνους τρίτων χωρών που θέλουν να αποκτήσουν ισλαμική θεολογική εκπαίδευση και ανακατασκευάζει τεμένη σε συνεργασία με την ΤΙΚΑ.

Yunus Emre: Το ίδρυμα που έλαβε την ονομασία του από τον γνωστό ποιητή του 14ου αιώνα έχει την αρμοδιότητα προώθησης του τουρκικού πολιτισμού στο εξωτερικό. Ιδρύθηκε από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το 2007 και ξεκίνησε να λειτουργεί το 2009 μέσω της ίδρυσης πολιτιστικών κέντρων που σήμερα υπάρχουν σε 40 χώρες, μεταξύ των οποίων οι Αλβανία, Βοσνία, Κόσοβο (υπάρχουν τρία, σε Πρίστινα, Πρίζρεν και Πετς), πΓΔΜ, Σερβία. Πρόσφατα ζητήθηκε να ανοίξει και παράρτημα στην Ελλάδα.

BHMA

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή