Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το μεγάλο κόστος της αμέλειας του Ισραήλ

Δημοσιεύτηκε στις

Οι πολιτικοί κίνδυνοι του να αγνοείται η Γάζα και η Ανατολική Ιερουσαλήμ

04052018-1.jpg
Παλαιστίνιοι συμμετέχουν σε διαδήλωση απαιτώντας το δικαίωμα επιστροφής στην πατρίδα τους, στα σύνορα Ισραήλ-Γάζας στη νότια Λωρίδα της Γάζας, στις 3 Μαΐου 2018. IBRAHEEM ABU MUSTAFA / REUTERS
Khaled Elgindy  FOREIGN AFFAIRS


Οι εν πολλοίς μη βίαιες διαδηλώσεις στη Γάζα [1] θυμίζουν τις αναταραχές του περασμένου καλοκαιριού στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, μετά την εγκατάσταση των ανιχνευτών μετάλλων, των καμερών και άλλων περιορισμών στο τζαμί al Aqsa. Το Ισραήλ αργότερα απομάκρυνε τις συσκευές μετά από μέρες πορειών, καθιστικών διαμαρτυριών και πράξεων πολιτικής ανυπακοής των Παλαιστινίων Ιερουσαλήμ. Όπως και στην Γάζα φέτος, ανεξάρτητοι ηγέτες της κοινωνίας των πολιτών κινητοποίησαν τους κατοίκους της Ανατολικής Ιερουσαλήμ για να κατέβουν στους δρόμους, δημιουργώντας αρκετή δυναμική ώστε καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις, όπως η Φατάχ και η Χαμάς, αργότερα έφτασαν να αγκαλιάσουν τις διαμαρτυρίες. Η εμφάνιση μη βίαιων κινημάτων διαμαρτυρίας σε αυτές τις δύο περιοχές, που είναι γνωστές για την επαναλαμβανόμενη αστάθεια και την βία τους, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η παλαιστινιακή πολιτική εισέρχεται σε μια νέα φάση. Το γεγονός ότι η Γάζα και η Ανατολική Ιερουσαλήμ, οι οποίες έχουν παραμεληθεί εδώ και καιρό τόσο από την ειρηνευτική διαδικασία όσο και από την παλαιστινιακή ηγεσία, έχουν αναδειχθεί ως οι κύριοι κινητήριοι μοχλοί της κατά τα άλλα βαλτωμένης παλαιστινιακής πολιτικής, μπορεί να είναι άσχημα νέα για το Ισραήλ, την Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ), και ακόμα και για τις προοπτικές για μια λύση δύο κρατών.
Για χρόνια, η υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ειρηνευτική διαδικασία [2] εστίαζε τις ενέργειές της στο περίπου 40% της Δυτικής Όχθης, όπου επιχειρεί η Παλαιστινιακή Αρχή, ενώ βασικά αγνοούσε την Γάζα και την Ανατολική Ιερουσαλήμ –την πρώτη διότι κυβερνιόταν από την Χαμάς, επισήμως ορισθείσα ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση, και η δεύτερη λόγω της ευαισθησίας του Ισραήλ γι’ αυτήν. Εν τω μεταξύ, και οι δύο περιοχές έχουν γίνει τακτικά σημεία ανάφλεξης της παλαιστινιακής αναταραχής.
Από το 2007, ένας αποκλεισμός που επιβλήθηκε από το Ισραήλ, μαζί με τρεις μεγάλους πολέμους, έχουν προκαλέσει χάος στην οικονομία της Γάζας και στις πολιτικές της υποδομές. Η ανεργία στη Γάζα βρίσκεται στο εκπληκτικό ποσοστό του 43%. Περίπου το 39% των δύο εκατομμυρίων Παλαιστινίων στην Γάζα ζουν σε συνθήκες φτώχειας, ενώ το 80% εξαρτάται από την διεθνή επισιτιστική βοήθεια για την επιβίωσή του. Εν τω μεταξύ, το 97% της υδροδότησης της Γάζας μολύνεται από λύματα και θαλασσινό νερό. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη [3], η έλλειψη καθαρού νερού και καυσίμων, μαζί με τις ανεπαρκείς υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, έχει καταστήσει ουσιαστικά την λωρίδα ακατοίκητη.
Αν και η σημερινή ανθρωπιστική κρίση οφείλεται κυρίως στον ισραηλινό αποκλεισμό, τόσο η Χαμάς, η οποία έχει κυβερνήσει την Γάζα από το 2007, όσο και η Παλαιστινιακή Αρχή συνέβαλαν κατά πολύ στις επιδείνωση των συνθηκών. Ο συνεχιζόμενος διχασμός μεταξύ της Φατάχ και της Χαμάς έχει παραλύσει την παλαιστινιακή πολιτική, ενώ αναστέλλει τις προσπάθειες ανοικοδόμησης στην Γάζα. Οι περικοπές του Abbas [4] στους μισθούς των υπαλλήλων της ΠΑ και στην χρηματοδότηση των πληρωμών που προμηθεύουν την λωρίδα με ηλεκτρική ενέργεια, επιδείνωσαν την ανθρωπιστική κρίση [5] και δημιούργησαν φόβους για άλλη μια σύγκρουση.
Η απομόνωση της Ανατολικής Ιερουσαλήμ ήταν πιο διακριτική, αλλά όχι λιγότερο συστηματική. Όπως και με το ζήτημα των προσφύγων, η τύχη της Ιερουσαλήμ, συμπεριλαμβανομένου του ανατολικού τμήματος της πόλης που έχει καταληφθεί από το Ισραήλ από το 1967, αναβλήθηκε από τις συμφωνίες του Όσλο. Έχοντας εισπράξει άρνηση για την παροχή υπηρεσιών από το Ισραήλ και ούσα αποκομμένη από την Παλαιστινιακή Αρχή, η Ανατολική Ιερουσαλήμ και οι περίπου 300.000 Παλαιστίνιοί της ζουν σε ένα είδος κοινωνικού και πολιτικού κενού. Εκτός από το ότι είναι φυσικά απομονωμένος από την Δυτική Όχθη και εσωτερικά κατακερματισμένος από τους ισραηλινούς οικισμούς και το διαχωριστικό τείχος, ο παλαιστινιακός πληθυσμός της πόλης υπόκειται σε διαχωριστική και άνιση μεταχείριση σε όλες σχεδόν τις πτυχές της ζωής του, συμπεριλαμβανομένης της φορολογίας, της στέγασης, της εκπαίδευσης, του νερού, των υπηρεσιών υγείας, και των δικαιωμάτων διαμονής. Αν και αποτελούν περίπου το 38% του πληθυσμού της πόλης, οι Παλαιστίνιοι στην Ιερουσαλήμ απολαμβάνουν μόνο το 12% του δημοτικού προϋπολογισμού. Περίπου το 75% των Παλαιστινίων Ιεροσολυμιτών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Αυτές οι πολιτικές εντάθηκαν το 2000 μετά την αποτυχία της συνόδου κορυφής του Camp David και την εκδήλωση της δεύτερης ιντιφάντα. Από τους περισσότερους από 14.000 Παλαιστίνιους Ιεροσολυμίτες των οποίων το Ισραήλ έχει ανακαλέσει τα δικαιώματα διαμονής τους ξεκινώντας από το 1967, περισσότεροι από τους μισούς προέκυψαν μετά το 2001. Ταυτόχρονα, η επιθετική καταστολή του Ισραήλ στα παλαιστινιακά πολιτικά, κοινοτικά και πολιτιστικά ιδρύματα στην πόλη έχει, σύμφωνα με τα λόγια ενός τοπικού αναλυτή [6], αφήσει τους Παλαιστίνιους Ιεροσολυμίτες «πολιτικά ορφανούς και τελείως χωρίς ηγεσία».
Η αυξανόμενη επικράτηση των μη βίαιων τακτικών στην Γάζα και την Ιερουσαλήμ υποδεικνύει μια μετατόπιση της παλαιστινιακής πολιτικής [7] -αλλά μια μετατόπιση που δημιουργεί ξεχωριστές προκλήσεις για το Ισραήλ και την Παλαιστινιακή Αρχή του Αμπάς και, σε μικρότερο βαθμό, για την Χαμάς. Η εξάρτηση του Ισραήλ από την θανατηφόρα ισχύ, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των ελεύθερων σκοπευτών Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (Israeli Defense Forces, IDF), κατά των εν πολλοίς άοπλων διαδηλωτών έχει προκαλέσει έντονες επικρίσεις από διεθνείς και ισραηλινές ομάδες για τα ανθρώπινα δικαιώματα καθώς και από ξένους διπλωμάτες. Επιπλέον, η θανατηφόρα απάντηση του Ισραήλ στις διαδηλώσεις στην Γάζα δείχνει ότι δεν είναι καλά εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει μια μη βίαιη κινητοποίηση από τους Παλαιστίνιους. Η χρήση των ενεργών πυρομαχικών, μαζί με τις πρόσφατες αεροπορικές επιθέσεις των IDF με στόχους της Χαμάς μετά από παραβιάσεις του συνοριακού φράκτη την περασμένη Παρασκευή, υπογραμμίζουν την προτίμηση του Ισραήλ να αντιμετωπίζει τους πολιτικούς του εχθρούς στο πεδίο της μάχης, όπου διατηρεί ένα ξεχωριστό πλεονέκτημα.
Παρόλο που η Χαμάς [8] δεν ξεκίνησε τις διαμαρτυρίες, η ισλαμιστική μαχητική ομάδα εκμεταλλεύτηκε επιδέξια και οικειοποιήθηκε εξ ολοκλήρου την αιτία τους -εν μέρει για να αποστρέψει την προσοχή από την αυξανόμενη λαϊκή απογοήτευση για τις δικές της αποτυχίες διακυβέρνησης στην Γάζα. Η προφανής υιοθέτηση της μη-βίας από τη Χαμάς, μια ομάδα που έχει πραγματοποιήσει πολυάριθμες επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών αμάχων στην διάρκεια των ετών, δεν αποτελεί ένδειξη ότι ξαφνικά γύρισε μια νέα σελίδα, αλλά απλώς μια αντανάκλαση της δημόσιας διάθεσης.
Κατά συνέπεια, οι διαδηλώσεις στην Γάζα αποτελούν μια διπλή πρόκληση για την ηγεσία του Abbas στην Ραμάλα [9]. Παρόλο που η Χαμάς ήταν γρήγορη στο να κεφαλαιοποιήσει τις ταραχές, η διοίκηση του Αμπάς αναγκάστηκε να παρακολουθεί από το περιθώριο. Οι αξιωματούχοι της Παλαιστινιακής Αρχής δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να εκφράσουν επίσημη αλληλεγγύη με τους συμπατριώτες τους στην Γάζα, αλλά ταυτόχρονα κατηγορούν την Χαμάς ότι εκμεταλλεύεται κυνικά τον παλαιστινιακό λαό για πολιτικό κέρδος.
Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για τον Αμπάς. Παρά τις προσκλήσεις της διεθνούς κοινότητας [10], αρνήθηκε να φέρει την Παλαιστινιακή Αρχή πίσω στην Γάζα, εκτός εάν η Χαμάς προβεί σε σημαντικές παραχωρήσεις, όπως η διάλυση των πολιτοφυλακών της και η παράδοση των όπλων της. Με το να λάβει μια τέτοια ασυμβίβαστη στάση στην Γάζα -ενώ παρέκαμψε τις ευθύνες του να αντιμετωπίσει τα πολυάριθμα βάρη της Γάζας, κοινωνικά, οικονομικά και ασφαλείας- ο Αμπάς έκανε τον εαυτό του και την ηγεσία του όλο και περισσότερο άσχετους.
Η αδιαφορία του Αμπάς για την Γάζα φαίνεται να είναι αμοιβαία. Πάνω από τα δύο τρίτα των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα εδάφη θα προτιμούσαν να παραιτηθεί ο Αμπάς. Στην Γάζα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 81% [11]. Εν τω μεταξύ, οι Παλαιστίνιοι στην Γάζα φαίνεται να απομακρύνονται όχι μόνο από την ηγεσία του Αμπάς αλλά και από την πολιτική του ατζέντα. Μεταξύ εκείνων που εγκατέλειψαν το όνειρο ενός ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους είναι ο Ahmad Abu Artema, ένας από τους βασικούς διοργανωτές των διαδηλώσεων του Γκαζάν. «Δεν πιστεύω στην απελευθέρωση», λέει [12]. «Πιστεύω στον τερματισμό του συστήματος του απαρτχάιντ στο Ισραήλ, σαν το τέλος του συστήματος απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, και [θα] ζούμε όλοι σε ένα δημοκρατικό κράτος». Τέτοια συναισθήματα αποτελούν μέρος μιας αυξανόμενης τάσης στους Παλαιστινίους στα κατεχόμενα εδάφη, όπου μόνο μια ισχνή πλειοψηφία [11] Παλαιστινίων αντιτίθεται τώρα στον στόχο ενός ανεξάρτητου κράτους υπέρ ενός αγώνα για ίσα δικαιώματα σε ένα μόνο κράτος.
Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες και μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας έχουν περάσει χρόνια εστιάζοντας στην Δυτική Όχθη, το κλειδί τόσο για μια ειρηνική επίλυση όσο και για την παλαιστινιακή κρατική κυριαρχία μπορεί να βρίσκεται σε εκείνους τους τομείς που έχουν από καιρό εξαιρεθεί από την ειρηνευτική διαδικασία. Για να είναι μια ειρηνευτική διαδικασία αξιόπιστη, θα πρέπει να επικεντρωθεί στην επανένταξη της Γάζας και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ στην παλαιστινιακή πολιτεία. Αυτό περιλαμβάνει την παροχή κινήτρων στην Παλαιστινιακή Αρχή ώστε να αναλάβει [ξανά] τις ευθύνες της στην Γάζα και να πιέσει το Ισραήλ να τερματίσει τον τιμωρητικό αποκλεισμό του. Στην Ιερουσαλήμ, πρέπει να γίνουν περισσότερα για να πιεσθεί το Ισραήλ να συγκρατηθεί από πολιτικές όπως οι κατεδαφίσεις σπιτιών και οι ανακλήσεις ταυτοτήτων, καθώς και να επιτρέψει την εκ νέου λειτουργία παλαιστινιακών κοινοτικών, πολιτιστικών ή και πολιτικών θεσμών. Αυτά τα ζητήματα είναι πολύπλοκα και πολιτικά έμφορτα, αλλά όπως υποδεικνύει ο αυξανόμενος δυναμισμός των Παλαιστινίων στην Γάζα και την Ιερουσαλήμ, δεν μπορούν πλέον να αναβληθούν ή να αγνοηθούν. Εάν και όταν υπάρξει μια αξιόπιστη προσπάθεια να επιδιωχθεί μια λύση δύο κρατών -υποθέτοντας ότι δεν είναι ήδη πολύ αργά- ο δρόμος προς ένα Παλαιστινιακό κράτος πιθανότατα θα χρειαστεί να ξεκινήσει στην Γάζα και να τελειώσει στην Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2017-06-27/gaza-brink
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2015-06-16/death-and-life…
[3] https://unsco.unmissions.org/sites/default/files/gaza_10_years_later_-_1…
[4] https://www.alaraby.co.uk/english/news/2017/4/5/anger-in-gaza-as-pa-cuts…
[5] https://www.yahoo.com/news/gaza-power-cuts-causing-humanitarian-crisis-w…
[6] https://www.nad.ps/en/publication-resources/publication/altering-charact…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2017-12-06/how-trumps-jer…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2017-05-17/hamas-str…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/palestinian-authority/2017-01-11…
[10] https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2018/04/palestine-abbas-sanct…
[11] http://www.pcpsr.org/en/node/725
[12] https://www.theguardian.com/world/2018/apr/06/time-for-peaceful-resistan…
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή