Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τα ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και η δολοφονία του Ρώσου πρέσβη

Δημοσιεύτηκε στις

του Σταύρου Λυγερού

Σε κατάσταση ελεγχόμενης έντασης παραμένουν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε μία περίοδο που οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό αναμένεται να εισέλθουν στην τελική φάση τους στη διάσκεψη της 12ης Ιανουαρίου. Η Άγκυρα δεσμεύει εκτεταμένες περιοχές στο Αιγαίο για ασκήσεις και στέλνει αεροσκάφη σε αποστολές εικονικού βομβαρδισμού ελληνικών νησίδων με κύριο στόχο να συντηρεί ζωντανή την απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας.
Η Ελληνίδα μόνιμη αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ κατέθεσε δεύτερη επιστολή, με την οποία απορρίπτει ως αντίθετες με το διεθνές δίκαιο την τουρκική θέση ότι τα ελληνικά νησιά δεν έχουν επήρεια στη χάραξη των θαλασσίων ζωνών. Στην πραγματικότητα, η νομική αυτή μάχη διεξάγεται σ’ ένα πολιτικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την τάση ρευστοποίησης των γεωπολιτικών ισορροπιών. Ο Ερντογάν αμφισβητεί ευθέως τη συνθήκη της Λωζάννης, στέλνοντας το μήνυμα προς τη Δύση ότι εάν τα γεωπολιτικά δεδομένα αλλάξουν στα ανατολικά και νότια σύνορα της Τουρκίας θα αλλάξουν και στα δυτικά, δηλαδή στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Πολλά θα κριθούν από την εξέλιξη των εργασιών της διάσκεψης για το Κυπριακό. Έχοντας σ’ αυτό το μέτωπο την υποστήριξη και των Αμερικανών και των Ευρωπαίων, η Άγκυρα επιδιώκει στην επικείμενη διάσκεψη να εξουδετερώσει την άρνηση της Αθήνας όσον αφορά τις εγγυήσεις. Υπενθυμίζουμε ότι η θέση της Ελλάδας ήταν πως η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, δεν έχει ανάγκη από εγγυητές και ότι είναι απαράδεκτο να παραμείνουν τουρκικά στρατεύματα στη Μεγαλόνησο μετά τη λύση.
Η Αθήνα, μάλιστα, είχε θέσει ως όρο για να συμμετάσχει στη διάσκεψη, να έχει προηγηθεί μία συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Ήθελε να έχει καταστεί σαφές εάν μπορεί να εξευρεθεί μία συμφωνία στα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα. Εάν το χάσμα είναι αγεφύρωτο, όπως φαίνεται, η ελληνική πλευρά δεν ήθελε να πάει σε μία διάσκεψη, όπου θα γινόταν στόχος ασφυκτικών πιέσεων να υποχωρήσει, προκειμένου να μη χρεωθεί το κόστος ότι εμπόδισε τη λύση του Κυπριακού.
Υποτίθεται, άλλωστε, ότι η διάσκεψη θα δρομολογείτο όταν θα είχαν ολοκληρωθεί με συμφωνία οι διαπραγματεύσεις για την εσωτερική πτυχή του Κυπριακού. Ο Αναστασιάδης, ωστόσο, έφερε προ τετελεσμένου την Αθήνα. Αποδέχθηκε τον ορισμό ημερομηνίας για τη σύγκληση της διάσκεψης, αφενός με ανοικτές τις διαφωνίες για το εδαφικό, αφετέρου χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί η συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Με άλλα λόγια, η Αθήνα σύρεται σε μία διαδικασία, την οποία προσπαθούσε να αποφύγει. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, για να τηρηθούν τα προσχήματα, η συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν θα πραγματοποιηθεί μάλλον την παραμονή της διάσκεψης. Εκ των πραγμάτων, όμως, δεν θα έχει τον χαρακτήρα, για τον οποίο είχε τεθεί ως προϋπόθεση.
Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ακιντζί έδωσε το στίγμα, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να υπάρξει λύση εάν δεν γίνουν αποδεκτές τρεις τουρκικές θέσεις: η εκ περιτροπής προεδρία, η διατήρηση της συνθήκης εγγυήσεων και η παραμονή τουρκικών στρατευμάτων. Σ’ αυτές πρέπει να προστεθεί και η διακηρυγμένη απαίτηση της Άγκυρας η Κυπριακή Δημοκρατία να θεωρηθεί εκλιπούσα! Αυτό σημαίνει ότι οι Ελληνοκύπριοι θα χάσουν το μοναδικό διπλωματικό όπλο τους.
Τόσο τα ελληνοτουρκικά όσο και το Κυπριακό ήταν τα κύρια θέματα του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής που θα συνήλθε χθες. Όπως συμβαίνει πάντα, όμως, το όργανο αυτό λειτουργεί ως φόρουμ για την ανταλλαγή απόψεων και όχι ως μηχανισμός διαμόρφωσης μίας εθνικής γραμμής.
Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι οι διαπραγματεύσεις εισέρχονται στην τελική φάση τους, σε μία στιγμή που μπαίνει στο παιχνίδι της έρευνας για την ανεύρεση κοιτασμάτων στην κυπριακή ΑΟΖ και ο αμερικανικός κολοσσός Exxon Mobil. Ο επικεφαλής της Τεξ Τίλερσον θα είναι ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Τραμπ. Υπενθυμίζουμε ότι στο ενεργειακό αυτό πρόγραμμα συμμετέχουν και οι δύο ακόμα κολοσσοί: η ιταλική ΕΝΙ και η γαλλική Total.
Η μετρημένη τουρκική επεκτατική πίεση στο Αιγαίο και οι διαπραγματευτικές απαιτήσεις της Άγκυρας στο Κυπριακό συμπίπτουν με την ατμόσφαιρα αστάθειας που επικρατεί στα υπόλοιπα μέτωπα της Τουρκίας. Αστάθεια που εντάθηκε μετά τη δολοφονία του Ρώσου πρεσβευτή στην Άγκυρα Καρπόφ.
Για το ποιος όπλισε το χέρι του νεαρού Τούρκου αστυνομικού των ειδικών δυνάμεων μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Το μόνο σίγουρο είναι ότι από γεωπολιτικής απόψεως η Τουρκία πέφτει ακόμα πιο πολύ στην αγκαλιά της Ρωσίας και μάλιστα από δυσμενέστερη θέση. Η κοινή διακήρυξη που προέκυψε από τη συνάντηση των τριών υπουργών Εξωτερικών στη Μόσχα (Ρώσου, Ιρανού και Τούρκου) την επομένη της δολοφονίας συνιστά αναμφισβήτητη επιτυχία της ρωσικής διπλωματίας και στρατηγική υποχώρηση του Ερντογάν.
Πραγματοποιώντας εντυπωσιακή κωλοτούμπα, η Άγκυρα δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την ανακατάληψη του Χαλεπίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Το σημαντικότερο είναι ότι αποδέχθηκε πως δεν τίθεται θέμα απομάκρυνσης του Άσαντ από την εξουσία μετά τη λήξη του πολέμου στη Συρία. Υπενθυμίζουμε ότι ο Ερντογάν είχε τα τελευταία χρόνια αναλάβει για λογαριασμό της Δύσης την εργολαβία της ένοπλης ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ, προσδοκώντας να εγκαθιδρύσει ένα σουνιτικό καθεστώς, το οποίο ουσιαστικά θα μετέτρεπε τη Συρία σε τουρκικό προτεκτοράτο.
Στο πλαίσιο αυτό, πάντα με την πλούσια χρηματοδότηση της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ και με τη βοήθεια των Αμερικανών και Ευρωπαίων, οι νεοοθωμανοί είχαν αναλάβει την καθοδήγηση και την πολλαπλή υποστήριξη των τζιχαντιστικών οργανώσεων που πολεμούσαν για να ανατρέψουν το καθεστώς Άσαντ. Ενώ αρχικά (το 2011) φαινόταν ότι η ανατροπή θα ήταν υπόθεση μερικών μηνών, το καθεστώς όχι μόνο άντεξε, αλλά και τον τελευταίο καιρό ανακαταλαμβάνει με εδάφη που είχαν περιέλθει στα χέρια των τζιχαντιστών.
Αυτό δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί χωρίς τη βοήθεια του Ιράν και της σιιτικής Χεζμπολά του Λιβάνου. Ο παράγοντας, όμως, που άλλαξε την τροπή του πολέμου στη Συρία ήταν η ρωσική παρέμβαση. Η Μόσχα παρενέβη όχι απλώς για να διασώσει ένα φιλικό προς αυτήν καθεστώς, αλλά για να διασώσει τις βάσεις της στη βορειοδυτική Συρία, οι οποίες της εξασφαλίζουν σημαντική αεροναυτική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο.
Έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ο Πούτιν κερδίζει πολλά περισσότερα. Πριν μερικούς μήνες, ήταν έτοιμος να συμβιβαστεί με την Ουάσιγκτον, προκειμένου να επιτευχθεί μία πολιτική λύση στο συριακό πρόβλημα. Όπως, όμως, αποκάλυψε αυτές τις ημέρες ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Κέρι στην εφημερίδα Μπόστον Γκλόουμπ, ο συμβιβασμός τορπιλίσθηκε από τον Αμερικανό υπουργό Άμυνας Κάρτερ. Επιδιώκοντας μία στρατηγική νίκη στη Συρία, τα νεοψυχροπολεμικά γεράκια οδήγησαν τις ΗΠΑ σε μία ευρύτερη στρατηγική ήττα.
Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι το καθεστώς Άσαντ ανακτά σταδιακά τον έλεγχο του μεγαλύτερου τμήματος της Συρίας. Είναι και η στροφή της Άγκυρας προς τη Μόσχα. Μπορεί η Τουρκία να παραμένει στο ΝΑΤΟ, αλλά ολοένα και περισσότερο προσδένεται στο ρωσικό άρμα. Μόλις πριν ένα χρόνο τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Το βασικό κίνητρο του Ερντογάν συνδέεται με το Κουρδικό. Η εδραίωση του κουρδικού κρατικού μορφώματος στη βόρειο Συρία, που ελέγχεται από το τοπικό παρακλάδι του ΡΚΚ, συνιστά γεωπολιτικό εφιάλτη για την Άγκυρα.
Οι νεοοθωμανοί είχαν ζητήσει από το Ισλαμικό Κράτος, ως αντάλλαγμα για την πολλαπλή υποστήριξη που του παρείχαν, να καταλάβει τα κουρδικά καντόνια, να καταλύσει το πρόπλασμα κράτους και να εξοντώσει την κουρδική στρατιωτική δύναμη. Πράγματι, το 2014 οι τζιχαντιστές είχαν φθάσει πολύ κοντά στην επίτευξη του σκοπού τους. Η ηρωική αντίσταση των Κούρδων στο Κομπάνι, όμως, άλλαξε την τροπή αυτής της σύγκρουσης.
Οι Κούρδοι όχι μόνο απώθησαν το Ισλαμικό κράτος, αλλά και έθεσαν υπό τον έλεγχό τους μία μεγάλη εδαφική ζώνη στη βόρειο Συρία. Ακολουθώντας μία πολιτική προστασίας και συμμετοχής όλων των τοπικών πληθυσμών, η Ροζάβα (το κρατικό μόρφωμά τους) έχει αναδειχθεί σε νησίδα ασφάλειας, γεγονός που επιτρέπει την ενσωμάτωση και Αράβων και Τουρκομάνων και Γεζίντι.
Έχοντας αποδείξει ότι αποτελούν αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη, οι Κούρδοι συνεργάζονται και με τους Αμερικανούς και με τους Ρώσους, τηρώντας αξιοθαύμαστες ισορροπίες. Στρατηγικός στόχος τους ήταν να ενώσουν την εδαφική ζώνη που ελέγχουν στο ανατολικό τμήμα της βόρειας Συρίας με το κουρδικό καντόνι του Αφρίν που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της βόρειας Συρίας. Αυτό θα τους επέτρεπε να διεκδικήσουν την έξοδό τους στη Μεσόγειο, γεγονός που θα είχε στρατηγική σημασία για το υπό ίδρυση κράτος τους.
Ήταν ακριβώς αυτή η εφιαλτική για τους Τούρκους προοπτική που τους εξώθησε να αντιδράσουν σπασμωδικά. Το Νοέμβριο του 2015, τουρκικό μαχητικό κατέρριψε ρωσικό βομβαρδιστικό. Στόχος εκείνης της τυχοδιωκτικής κίνησης του Ερντογάν ήταν να προκαλέσει μία κρίση με τη Μόσχα, ελπίζοντας ότι θα συμπαρέσυρε τη Δύση σε μία τοπική σύγκρουση με τη Ρωσία. Είναι αληθές ότι υπήρχαν ισχυροί αμερικανικοί κύκλοι που ήθελαν μία τέτοια σύγκρουση, αλλά ο Ομπάμα δεν παρασύρθηκε.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η τουρκική προβοκάτσια να μετατραπεί σε μπούμεραγκ. Η Ρωσία ενέτεινε τη δράση της όχι μόνο υπέρ του Άσαντ, αλλά και υπέρ των Κούρδων. Παραλλήλως, πολλαπλασίασε τα πλήγματα εναντίον των τζιχαντιστικών οργανώσεων που υποστήριζε η Τουρκία. Από την πλευρά τους, οι κουρδικές δυνάμεις πέρασαν τον Ευφράτη προς τα δυτικά και κατέλαβαν την στρατηγικής σημασίας πόλη Μπανμπέτζ (Ιεράπολη).
Ήταν ένα αποφασιστικό βήμα για να ενώσουν εδαφικά τα κουρδικά καντόνια. Η κατάληψη, όμως, αυτής της ζώνης πλάτους μερικών δεκάδων χιλιομέτρων θα είχε ευρύτερη στρατηγική σημασία, επειδή αποτελεί τον διάδρομο (από Βορρά προς Νότο) που συνδέει την Τουρκία με τους τζιχαντιστές που κατείχαν το Χαλέπι, το Ιντλίμπ και τις γύρω περιφέρειες.
Αντιμέτωπη με τον άμεσο κίνδυνο και να αποκοπούν από τη Συρία και να δουν ενωμένο το κουρδικό κρατικό μόρφωμα της Ροζάβα, οι νεοοθωμανοί έκαναν τη μεγάλη κωλοτούμπα. Ο Ερντογάν είχε συνείδηση ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να εισβάλλουν στη βόρειο Συρία για να ελέγξουν αυτόν τον διάδρομο, εάν δεν είχαν εξασφαλίσει το πράσινο φως όχι μόνο από τους Αμερικανούς, αλλά και από τους Ρώσους, οι οποίοι περίμεναν την ευκαιρία για να εκδικηθούν την κατάρριψη του βομβαρδιστικού τους.
Για να εξασφαλίσει το πράσινο φως των Ρώσων, ο Ερντογάν έστειλε τον περασμένο Ιούνιο στον Πούτιν την επιστολή συγγνώμης και άνοιξε τον δρόμο για την εντυπωσιακή προσέγγισή τους. Για τη Μόσχα ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αλλάξει υπέρ της τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή. Για την Ουάσιγκτον, όμως, ήταν ένα πρόσθετο πλήγμα.
Αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί, είναι προφανές ότι η στροφή του Ερντογάν προς τη Ρωσία έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την εκδήλωση του πραξικοπήματος τον περασμένο Ιούλιο. Η αποτυχία του πραξικοπήματος με τη σειρά της βάθυνε το χάσμα ανάμεσα στους νεοοθωμανούς και στην Ουάσιγκτον, εξωθώντας την Άγκυρα να προσδεθεί περισσότερο στο ρωσικό άρμα. Όταν ο Ερντογάν κατηγορεί τον Γκιουλέν για το πραξικόπημα, στην πραγματικότητα κατηγορεί τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.
Για να διατηρήσει υπό τουρκικό έλεγχο τον στρατηγικής σημασίας διάδρομο και να αποτρέψει την εδαφική ένωση της Ροζάβα, πρέπει να καταληφθεί η πόλη Αλ Μπαμπ στο νότιο άκρο του διαδρόμου, που βρίσκεται ακόμα στα χέρια του Ισλαμικού Κράτους. Για να έχει το ελεύθερο, ο Ερντογάν έκανε συμφωνία και με την Ουάσιγκτον και με τη Μόσχα. Στους Αμερικανούς δεσμεύθηκε ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν θα στραφούν εναντίον της ελεγχόμενης από τους Κούρδους πόλης Μανμπέτζ, όπως αρχικά είχαν πρόθεση. Στους δε Ρώσους πρόσφερε την απόσυρση της τουρκικής υποστήριξης προς τους τζιχαντιστές που αντιστέκονταν στο Χαλέπι και ελέγχουν ακόμα το Ιντλίμπ.
Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι τη δολοφονία του Ρώσου πρεσβευτή Καρπόφ. Όπως έχουμε προαναφέρει, η δολοφονία ενίσχυσε και πολιτικοδιπλωματικά και συμβολικά τη θέση του Πούτιν στο πλαίσιο της ρωσοτουρκικής σχέσης. Είναι ενδεικτικό ότι για πρώτη φορά οι Τούρκοι αποδέχονται να διεξάγουν έρευνες στο εσωτερικό της χώρας τους ξένοι αξιωματούχοι. Ο Ερντογάν, όμως, δεν είχε περιθώριο να αρνηθεί και έτσι 18 Ρώσοι ειδικοί θα αναζητήσουν ποιος όπλισε το χέρι του 22χρονου Τούρκου αστυνομικού Αλτιντάς.
Η Άγκυρα έσπευσε να κατηγορήσει τον Γκιουλέν, αλλά ο Αλτιντάς ήταν μέλος του νεοοθωμανικού κόμματος και μάλιστα είχε οκτώ φορές συμμετάσχει σε επιχειρήσεις προστασίας του ίδιου του Ερντογάν. Την ευθύνη για τη δολοφονία, άλλωστε, ανέλαβε η τζιχαντιστική οργάνωση Αλ Νούσρα, η οποία ήταν η κύρια δύναμη που πολεμούσε τον συριακό στρατό στο Χαλέπι.
Αν και η Αλ Νούσρα είναι το επίσημο παρακλάδι της Αλ Κάιντα στη Συρία, ο Ερντογάν έχει δηλώσει πως δεν είναι τρομοκρατική οργάνωση! Αλλά και οι Αμερικανοί συνεργάσθηκαν μαζί της. Για να τηρήσουν, μάλιστα, τα προσχήματα, την υποχρέωσαν πριν λίγους μήνες να αλλάξει όνομα! Είναι αξιοσημείωτο ότι ο συριακός στρατός που ανακατέλαβε το Χαλέπι συνέλαβε μαζί με τζιχαντιστές και δεκάδες αξιωματικούς και ειδικούς πράκτορες από τη Δύση και την Τουρκία. Ο Σύριος πρεσβευτής στον ΟΗΕ, μάλιστα, έδωσε στη δημοσιότητα και τα ονόματά τους.
Το γεγονός ότι ένας αστυνομικός των ειδικών δυνάμεων με τέτοια πρόσβαση δολοφόνησε τον Ρώσο πρεσβευτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα για την ατμόσφαιρα που επικρατεί στους μηχανισμούς ασφαλείας της Τουρκίας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να προκαλεί εντύπωση. Ο Αλτιντάς δεν συμπεριφέρθηκε ως τυπικός τζιχαντιστής. Δεν προσπάθησε να σκοτώσει όσους περισσότερους μπορούσε. Είχε συγκεκριμένο στόχο, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα πως ή εκτελούσε εντολή ή ωθήθηκε από τη νεοοθωμανική ιδεολογία του.
Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τον περασμένο Ιούνιο, η ρητορική του Ερντογάν ήταν πως το Χαλέπι ήταν εδώ και 900 χρόνια οθωμανικό, πως μόλις πριν 90 χρόνια ήταν «μία δική μας πόλη», ότι «ο δολοφόνος Άσαντ δολοφονεί τα αδέλφια μας» και ότι «οι χριστιανοί Ρώσοι, ως νέοι σταυροφόροι, δολοφονούν μουσουλμάνους στη Συρία».
Η νεοοθωμανική αυτή ιδεολογία έχει διαποτίσει τους οπαδούς του Ερντογάν, οι οποίοι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις στροφές του ηγέτη τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκαλούνται ρήγματα ακόμα και στον σκληρό πυρήνα του κράτους, τα οποία αφήνουν χώρο και για τη διείσδυση τζιχαντιστών και για παιχνίδια ξένων μυστικών υπηρεσιών.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή