Διεθνή
Να γιατί δεν θα επιτεθεί η Τουρκία στην Ελλάδα – Ο Ερντογάν παίζει με τη φωτιά και οδηγεί την Τουρκία εκτός ΝΑΤΟ – Βιβλικές καταστροφές προβλέπει ο πρέσβης Ελεκντάγ

Τα διαλαμβανόμενα στη συνέντευξη, ακριβής μετάφραση της οποίας ακολουθεί, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο υπερεννενηκοντούτης Σιουκρού Ελεκντάγ είναι από τα πιο δυνατά διπλωματικά και πολιτικά μυαλά της Τουρκίας.
Κατόπιν αυτών, καλό θα είναι οι Έλληνες αναλυτές να μελετήσουν πιο ψύχραιμα την κατάσταση και να αναθεωρήσουν ίσως της απόψεις που θέλουν την Τουρκία να επιτίθεται οσονούπω στην Ελλάδα.
Αν μη τι άλλο, μια χώρα που αποπειράται έστω και σε επίπεδο δηλώσεων και εκδήλωσης προθέσεων, να αλλάξει τον γεωπολιτκό προσανατολισμό της και να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ, δεν ανοίξει πολεμικό μέτωπο με μια χώρα του ΝΑΤΟ.
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα αποφάσιζε να παγώσει προσωρινά τις ενταξιακές
διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, η δήλωση του πρόεδρου Ερντογάν “ότι συζήτησε με τον πρόεδρο του
Καζακιστάν Νουσρουλτάν Ναζάρμπαγιεβ και τον Πρόεδρο της Ρωσίας Πούτιν την ιδέα
να συμμετέχει η Τουρκία στον Οργανισμό Συνεργασίας Σαγκάης” σε συζήτηση με
δημοσιογράφους κατά την επιστροφή του από το Ουζμπεκιστάν, έφερε στην κορυφή
της επικαιρότητας το ερώτημα “H Τουρκία στρέφεται προς την Ασία;”
που δίνει βάση στην ασφάλεια, αποτελείται από αυταρχικά κράτη και
επικεντρώνεται σε ζητήματα που αφορούν συνοριακές διαμάχες και στην πρόληψη
της τρομοκρατίας. Ο εν λόγω οργανισμός δεν έχει εμφανίσει καμία πρόοδο στο
στόχο που έχει θέσει για δημιουργία μιας κοινής αγοράς και ελεύθερου εμπορίου
μεταξύ των χωρών που τον απαρτίζουν. Από την άποψη αυτή, δεν μοιάζει ακόμη με
έναν οργανισμό που έχει παρόμοια λειτουργία και δράση με την ΕΕ και θα πορεί να
καλύψει τη θέση της. Παρόλα αυτά, ο πρόεδρος Ερντογάν παρουσιάζει τον Οργανισμό Συνεργασίας Σαγκάης ως μια σοβαρή
επιλογή που θα μπορέσει να αντικαταστήσει την επιλογή της ΕΕ.
με τον σοφό διπλωμάτη, συνταξιούχο πρέσβη Σουκρού Ελέκνταγ, θα αναζητήσω
μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα “Αν αποτελεί ο Οργανισμό Συνεργασίας
Σαγκάης μια εναλλακτική λύση για τηνΤουρκία”.
θα χάσει η Τουρκία αν γίνει μέλος στον Οργανισμό Συνεργασίας Σαγκάης;
ΠΟΛΛΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ
γεωστρατηγική θέση της χώρας μας και το παγκόσμιο γεο-οικονομικό κέντρο ρέπει
προς την Ασία, βρίσκω λογικό και απαραίτητο να έχει η Τουρκία ένα στενό
διάλογο με τον Οργανισμό Συνεργασίας Σαγκάης και όσο το δυνατόν πιο στενές
σχέσεις με τις χώρες της Ασίας. Αλλά αν γίνει πλήρες μέλος στον Οργανισμό
Συνεργασίας Σαγκάης, θα καταστήσει αναγκαίο να επωμιστεί και να αναλάβει
καθήκοντα που δεν συνάδουν με το εθνικό της συμφέρον και να υιοθετήσει
μια διαφορετική οπτική σε παγκόσμιο επίπεδο. Ας πω στην αρχή την τελευταία μου
κουβέντα. Το να γίνει η Τουρκία μέλος στον Οργανισμό Συνεργασίας Σαγκάης λόγω
αντίδρασης, δηλαδή λόγω απογοήτευσης και λόγω προβλημάτων που αντιμετωπίζει
στης σχέσεις της με την ΕΕ, είναι μια ζημιοφόρα συμπεριφορά. Γιατί μια τέτοια
επιλογή δεν σημαίνει μόνο αλλαγή στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Σημαίνει
ότι η Τουρκία αντιστρέφει τις εδώ και 200 χρόνια προσπάθειές της να
προσανατολιστεί και να στραφεί προς τη Δύση. Επίσης, η πλήρης ένταξη στον ΟΣΣ,
είναι ασύμβατη με τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ. Από την σκοπιά αυτή, η πλήρης
ένταξη στον ΟΣΣ, θα σημαίνει διακοπή των σχέσεων της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ και
την ΕΕ, και αυτό σημαίνει ότι η Τουρκια θα αποκοπεί από τη Δύση. Σε αυτήν
την κατάσταση η Τουρκία θα υποστεί καταστροφικές ζημιές σε οικονομικό
και πολιτικό επίπεδο καθώς και σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας.
ΑΠΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΑΤΟ
σίγουρο ότι η Τουρκία πρέπει να εγκαταλέιψει υποχρεωτικά το ΝΑΤΟ, για να γίνει
μέλος του ΟΣΣ;
Οι δεσμεύσεις της Τουρκίας μέσα σε αυτές τις δύο συμμαχίες είναι
αντικρουόμενες, δεν συνάδουν και δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Το NATO
είναι μια αμυντική συμμαχία. Το Άρθρο 5 της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, βάσει
του οποίου μια επίθεση που θα δεχτεί μια χώρα μέλος, θεωρείται επίθεση ως προς
όλες τις χώρες και οφείλουν να απαντήσουν ενεργά όλες μαζί σε αυτή την επίθεση,
δεν επιτρέπει την πλήρη ενταξη της Τουρκίας στον ΟΣΣ. Αν ρίξουμε μια
ματιά στην αξιολόγηση απειλών του ΝΑΤΟ, αυτό γίνεται ολοφάνερο. Στη σύνοδο του
ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία το 2016, τονίστηκε ότι η Ρωσία που είναι συμπροεδρεύουσα
του ΟΣΣ (η Κίνα είναι επίσης συμπροεδρεύουσα) είναι “ενεργή πηγή απειλής”
προς τη Δύση. Τονίστηκε επίσης ότι η Ρωσία επιτέθηκε σε εδάφη χωρών που
βρίσκονται στην περιφέρεια του ΝΑΤΟ, ότι προσπαθεί να υλοποιήσει τους
πολιτικούς της στόχους με απειλές και βία, και αποφασίστηκε να ληφθούν
ενεργά στρατιωτικά μέσα απέναντι σε αυτή την απειλή. Υπενθυμίζουμε ότι όταν
κυκλοφόρησαν φήμες ότι η Τουρκία θα ενταχθεί στον ΟΣΣ, ο Γενικός Γραμματέας του
ΝΑΤΟ Jens Stoltenberg, συναντήθηκε με
τον πρόεδρο Ερντογάν και του είπε “Είμαι σίγουρος ότι η Τουρκία, δεν θα
κάνει τιποτα που θα υποβαθμίσει την κοινή υπεράσπιση των συμφερόντων του ΝΑΤΟ,
δηλαδή αυτά που επιβάλλει το Άρθρο 5”. Το τονίζω αυτό. Αυτά τα λόγια δεν
είναι ένα αίτημα, αλλά μια προειδοποίηση που μας έγινε με διπλωματική γλώσσα,
ότι σε περίπτωση που η Τουρκία ενταχθεί στον ΟΣΣ, δεν θα μπορέσει να
συνεχίσει τις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ…
ΝΑΤΟ. Τι θα χάσει σε αυτή την περίπτωση;
ΔΥΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ
εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση, θα έχει δυο βασικά αποτελέσματα:
Τουρκίας με το Δυτικό κόσμο. Γιατί η συμμαχία του ΝΑΤΟ, εκτός από τα ζητήματα
που αφορούν σε θέματα ασφάλειας, αποτελεί επιπλέον τον πιο σημαντικό
πολιτικό δεσμό μεταξύ Τουρκίας και Δύσης.
σχέσεις της Τουρκίας με τα κράτη μέλη της ΕΕ. Διότι τα τρία τέταρτα των 27
κρατών μελών της ΕΕ είναι μέλη του ΝΑΤΟ.
το Δυτικό κόσμο καθώς και ο τερματισμός των σχέσεών της με την ΕΕ, θα έχουν ως
αποτέλεσμα η Τουρκία να υποστεί σοβαρές ζημιές σε οικονομικό και πολιτικό
επίπεδο αλλά και σε επίπεδο ασφάλειας. Διότι το μισό εξωτερικό εμπόριο της
Τουρκίας είναι με την ΕΕ. Το 75% των ξένων επενδύσεων που γίνονται στην
Τουρκία, προέρχονται από την ΕΕ, και το μεγαλύτερο μέρος των τουριστών έρχεται
απο την Ευρώπη. Αν προσθέσουμε και τις ΗΠΑ στα παραπάνω, τότε δημιουργείται μια
τεράστια οικονομική και εμπορική πηγή από την οποία επωφελείται η χώρα μας. Αν
η Τουρκία συμμετάσχει στον ΟΣΣ και στρέψει την πλάτη της σε αυτήν την πηγή, θα
υποστεί καταστροφικές ζημιές που θεν θα μπορέσει να τις αναπληρώσει από αλλού.
Αν δώσω ένα αριθμητικό παράδειγμα, η κατάσταση θα φανεί έντονα. Το ύψος των
εξαγωγών της Τουρκίας το 2015 ήταν 61,6 δισ στις χώρες της ΕΕ και μόνο 7,5 δις
στις χώρες του ΟΣΣ. Σε σύγκριση με αυτό, οι εισαγωγές απο ΕΕ είναι 79 δις και
απο ΟΣΣ 47.5 δις. Στην περίπρωση αυτή, το έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου με την
ΕΕ είναι 17,4 δις, ενώ με τον ΟΣΣ είναι 40 δις δολάρια. Αν λάβουμε δε υπ’ όψιν
ότι το 75% των ξένων επενδύσεων στη χώρα μας προέρχονται απο την Ευρώπη,
βλέπουμε το αδιέξοδο στο οποίο θα βρεθεί η Τουρκία σε περίπτωση που χάσει την
αγορά της ΕΕ.
αναπτυχθεί και να πλουτίσει η Τουρκία, πρέπει να κάνει περισσότερες επενδύσεις
και εξαγωγές και να έλξει περισσότερους τουρίστες. Με τους αριθμούς που
παραθέσατε, είναι ολοφάνερο ότι η επιλογή του ΟΣΣ δεν θα προσφέρει στην Τουρκία
αυτές τις ευκαιρίες. Γιατί λοιπόν ο ο πρόεδρος Ερντογάν μπορεί και λέει “ Αν
ενταχθούμε στον ΟΣΣ, θα πάρουμε μια ανάσα”;
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΣΤΟΝ ΟΣΣ
αφορά τον ΟΣΣ, θέματα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι ατομικές ελευθερίες, η
ελευθερία του τύπου, η δημοκρατία, είναι αξίες που δεν έχουν και πολύ σημασία
για τον ΟΣΣ. Από αυτήν την κατάσταση πηγάζει το γεγονός ότι ο πρόεδρος Ερντογάν
λέει “ Αν ενταχθούμε στον ΟΣΣ θα πάρουμε μια ανάσα”.
αντιμετωπίζει την πιο έντονη τρομοκρατική απειλή, το γεγονός ότι η ΕΕ
προειδοποιεί την Τουρκία ότι δεν κινείται με τα παγκόσμια πρότυπα δικαίου και
δικαιοσύνης, και ότι δεν πρέπει να καταπατούνται ελευθερίες κατά τη μάχη της
ενάντια στην τρομοκρατία, εκνευρίζει τον πρόεδρο Ερντογάν και στρέφεται στον
κόσμο της Ασίας, δηλαδή στον ΟΣΣ, όπου δεν θα γίνεται στόχος καμίας κριτικής
στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Όμως η ΕΕ και η Δύση, που δεν δείχνουν στην Τουρκία την κατανόηση που η
ίδια περιμένει, έχει πλεόνασμα ανθρωπίνων αξιών και προτύπων Δικαιοσύνης και
λειτουργίας του κράτους δικαίου. Η απομάκρυνση από την κοινές αξίες της
ανθρωπότητας, θα μετατρέψει την Τουρκία σε μια διεφθαρμένη τριτοκοσμική χώρα
και σε μια χώρα με σκοτεινό μέλλον. Για να το συνοψίσω, το να γίνει η
Τουρκία μέλος του ΟΣΣ, ως εναλλακτική λύση, λόγω των προβλημάτων που έχει με
την ΕΕ και της απογοήτευσης που βιώνει, είναι σαν να κάνει αυτό που λέμε
“θυμώνω με τον άπιστο και παραβιάζω τη νηστεία μου”. Με λίγα λόγια, ο ΟΣΣ
δεν λύνει κανένα πρόβλημα και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί επιλογή για την
Τουρκία!
πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ δήλωσε “Η διακοπή των σχέσεων με την ΕΕ θα
προκαλέσει ζημιά στην Τουρκία, το παραδέχομαι, αλλά η ζημιά που θα προκληθεί
στην Ευρώπη είναι 3-5 φορές μεγαλύτερη. Αν δεν υπάρξει η Τουρκία, οι πρόσφυγες
που φεύγουν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα εισβάλλουν στην Ευρώπη”. Είναι
σωστή αυτή η άποψη;
Η ΕΥΡΩΠΗ
πρώτη πρόταση αυτής της άποψης είναι εντελώς λανθασμένη! Η αποκοπή της Τουρκίας
από την ΕΕ, θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στην Τουρκία απ’ ότι στην Ευρώπη. Ο
κύριος Γιλντιρίμ δεΝ λαμβάνει υπ’ όψη του
το γεγονός ότι μια αποκοπή, όπως εξήγησα και προηγουμένως, θα προκαλέσει
πλήρη οικονομική κατάρρευση. Για το λόγο αυτό, η προσέγγιση της Άγκυρας στη
βάση της λογικής “Αν τους πιέσουμε, η ΕΕ θα κάνει πίσω”, είναι εντελώς
λανθασμένη. Όσο για τις απειλές του Προέδρου “Τι μας νοιάζει αν πείτε όλοι
όχι, αν το παρατραβήξετε, θα ανοίξουμε τα σύνορα”, θεωρώ ότι τέτοιου είδους εκφράσεις, αποδυναμώνουν τον
ισχυρισμό μας ότι “Δεχτήκαμε στη χώρα μας 3 εκτομμύρια Σύριους πρόσφυγες για
ανθρωπιστικούς λόγους”. Επίσης πρέπει να σκεφτούμε ότι αν υλοποιηθεί αυτή η
απειλή ως αμοιβαία επίδειξη δύναμης, θα προκαλέσει δραματικές και μη
ανθρωπιστικές εξελίξεις. Είναι υπαρκτή η πιθανότητα, το Συμβούλιο Κορυφής στις
15-16 Δεκεμβρίου στις Βρυξέλλες, να κινηθεί με λογική και να μη λάβει υπ’ όψιν
την πρόταση του Ευρωκοινοβουλίου για προσωρινό πάγωμα των ενταξιακών
διαπραγματεύσεων. Η Άγκυρα πρέπει να σταματήσει να προκαλεί την ΕΕ με σκληρή
γλώσσα και να έρθει σε επαφή με τους ηγέτες της ΕΕ, για να εξασφαλίσει αυτό το
ζήτημα. Στις συναντήσεις αυτές πρέπει να επιδείξει την πίστη της στην
ανωτερότητα του νόμου και του Δικαίου και τη δέσμευσή της στους κανόνες του
διεθνούς δικαίου, χωρίς να προκαλέσει ζημιές στην στρατηγική της για τη μάχη
κατά της τρομοκρατίας. Ούτως ώστε να προετοιμάσει το έδαφος για την υλοποίηση
των διαπραγματεύσεων της συμφωνίας για το προσφυγικό, εξαλείγοντας τα μειονεκτήματά του.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
