Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Άγκυρα: Άδειασμα με «εκλιπούσα» και για τη δικαστική συνεργασία

Δημοσιεύτηκε στις

Μονομερής δήλωση – Καμιά συνεργασία με την «ούτω καλούμενη Κυπριακή Δημοκρατία»
Ανταπόκριση: Παύλος Ξανθούλης, Βρυξέλλες
Βρυξέλλες: Ροκάνισμα της υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας με κάθε ευκαιρία και σε όλα τα fora επιχειρεί η Τουρκία, η οποία, όπως πληροφορείται ο «Φ», επαναφέρει θέμα «εκλιπούσας» (defunct) και καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί με την «ελληνοκυπριακή διοίκηση» σε κανένα επίπεδο, περιλαμβανομένων δικαστικών και ποινικών ζητημάτων. Η κίνηση της Άγκυρας αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς εκδηλώνεται υπό το φως των αποφάσεων της ΕΕ που καλούν τη Τουρκία να εκπληρώσει τα 72 κριτήρια του οδικού της χάρτη έναντι όλων των κρατών-μελών (περιλαμβανομένων και των κριτηρίων για δικαστική συνεργασία), ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ελευθέρωση των θεωρήσεων διαβατηρίων για 79 εκατομμύρια Τούρκους πολίτες. 

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες του «Φ», η νέα προσπάθεια της Άγκυρας να αποδομήσει την Κυπριακή Δημοκρατία εκδηλώθηκε στο πλαίσιο μονομερούς δήλωσης, στο Συμβούλιο της Ευρώπης (ΣτΕ), κατά την υπογραφή του 2ου συμπληρωματικού πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για Κοινή Συνδρομή σε Ποινικά Ζητήματα (European Convention on Mutual Assistance in Criminal Matters). Στη μονομερή δήλωση της Τουρκίας (βλέπε φωτοτυπία) η Κυβέρνηση Ερντογάν διευκρινίζει: Η υπογραφή/επικύρωση του 2ου συμπληρωματικού πρωτοκόλλου «δεν συνιστά καμιά μορφή αναγνώρισης της ελληνοκυπριακής διοίκησης που προσποιείται ότι εκπροσωπεί την εκλιπούσα «Κυπριακή Δημοκρατία»…». Και προσθέτει: «… ούτε θα μπορούσε να υπονοεί τη γένεση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων εκ μέρους της Τουρκίας να έχει οποιονδήποτε είδος συνεργασίας με την ούτω καλούμενη Κυπριακή Δημοκρατία…». 

Η προσπάθεια αποδόμησης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι εξίσου εμφανής και στη δεύτερη παράγραφο της μονομερούς δήλωσης της Τουρκίας, η οποία δημιουργεί εικόνα δύο αυτόνομων οντοτήτων στη Κύπρο, διατυπώνοντας παράλληλα τον ισχυρισμό ότι οι Τουρκοκύπριοι ασκούν «κυριαρχία στα εδαφικά τους όρια». Αναφέρει χαρακτηριστικά:  «Η «Κυπριακή Δημοκρατία» εγκαθιδρύθηκε ως ένα συνεταιρικό κράτος το 1960, από τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους, σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες. Αυτός ο συνεταιρισμός καταστράφηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά όταν υφάρπαξε παράνομα το κράτος, διώχνοντας βίαια όλα τα τουρκοκυπριακά μέλη από τα κρατικά όργανα, το 1963. Τελικά οι Τουρκοκύπριοι οι οποίοι εξαιρέθηκαν από το συνεταιρικό κράτος το 1963, έχουν οργανωθεί στα εδαφικά τους όρια και ασκούν κυβερνητική εξουσία, δικαιοδοσία και κυριαρχία. Δεν υπάρχει καμιά ενιαία Αρχή, η οποία είτε εκ του νόμου είτε στη πράξη, έχει αρμοδιότητα να εκπροσωπήσει από κοινού τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους και συνεπώς και την Κύπρο, ως σύνολο. Ως εκ τούτου, οι Ελληνοκύπριοι δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν εξουσία, δικαιοδοσία ή κυριαρχία επί των Τουρκοκυπρίων που έχουν ίσο καθεστώς, ή επί όλου του νησιού της Κύπρου», καταλήγει η μονομερής δήλωση της Τουρκίας.
 

Πηγή στην έδρα της ΕΕ ανέφερε στον «Φ» ότι η μονομερής δήλωση της Τουρκίας έχει διπλό στόχο.
 

> Αφενός, να συνεχίσει τη πρακτική ροκανίσματος της υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας εν μέσω των συνομιλιών για επίλυση του Κυπριακού, προτάσσοντας με κάθε ευκαιρία τη δημιουργία ενός νέου μορφώματος που θα αντλήσει τη κυριαρχία του μέσα από τις δύο κοινότητες. Άλλωστε, η ίδια η μονομερής δήλωση της Άγκυρας κάνει λόγο για άσκηση «κυριαρχίας» εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων εντός των «εδαφικών τους ορίων», χωρίς βέβαια να αναφέρει ότι τα όρια αυτά καθορίστηκαν το 1974, συνεπεία της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής.
 

> Αφετέρου, να διαλύσει κάθε ψευδαίσθηση περί ενδεχόμενης συνεργασίας της Τουρκίας με την Κυπριακή Δημοκρατία στο δικαστικό τομέα, παρά το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή προκύπτει από τα Συμπεράσματα της ΕΕ και αποτελεί προϋπόθεση για την ελευθέρωση των θεωρήσεων διαβατηρίων για τα 79 εκατομμύρια Τούρκους πολίτες. Με άλλα λόγια, η Τουρκία αναμένει ότι και στην περίπτωση αυτή θα εκμαιεύσει «εκπτώσεις» από τις Βρυξέλλες προκειμένου να εξασφαλίσει την πολυπόθητη -για τον Ερντογάν- άρση των διατυπώσεων εισόδου στην ΕΕ για τους Τούρκους πολίτες, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι δεν παρέχει κανενός είδους συνεργασία προς τη Κυπριακή Δημοκρατία στο δικαστικό τομέα (ποινικά ζητήματα κ.λπ.).
 
Η στάση αυτή της Τουρκίας ενθαρρύνεται και από τη Κομισιόν (βλέπε άλλη στήλη), η οποία αξιολογεί κριτήρια του οδικού χάρτη ως να έχουν εκπληρωθεί, αν και ομολογεί ότι αυτά δεν εφαρμόζονται έναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, γιατί η Άγκυρα δεν την αναγνωρίζει. Υπενθυμίζεται ότι η άρνηση της Τουρκίας να εκπληρώσει τα κριτήρια του οδικού της χάρτη έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με τη προκλητική στάση ανοχής που τηρεί η Κομισιόν, οδήγησαν τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να αποστείλει αιχμηρή επιστολή προς τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ (6 Μαΐου), αμφισβητώντας ευθέως την αξιολόγηση των Βρυξελλών.
Σημειώνεται ότι η μονομερής δήλωση της Τουρκίας ενώπιον του Συμβουλίου της Ευρώπης υποβλήθηκε στις 11 Ιουλίου, τέσσερις περίπου μήνες μετά τη Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας και ενώ τα κράτη-μέλη της Ένωσης είχαν υποδείξει την ανάγκη για εφαρμογή των κριτηρίων του οδικού χάρτη έναντι και των «28» χωρίς δυσμενείς διακρίσεις.
Εκτεθειμένη η Κομισιόν 

Η μονομερής δήλωση της Τουρκίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης (ΣτΕ) δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι το καθεστώς της Άγκυρας δεν πρόκειται να υλοποιήσει την υποχρέωση για παροχή δικαστικής συνεργασίας προς «όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε» και ότι συνεχίζει απτόητο την πρακτική των δυσμενών διακρίσεων κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, ενισχύονται τα ερωτηματικά για τη στάση της Κομισιόν, η οποία, όλως παραδόξως, θεωρεί ότι το κριτήριο 44 του οδικού χάρτη της Τουρκίας, για τη συνεργασία της υποψήφιας χώρας με τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές των κρατών-μελών σε ποινικές υποθέσεις, «έχει εκπληρωθεί». Ως επίσης ότι το κριτήριο 47 για τη γενικότερη συνεργασία της Τουρκίας με τις δικαστικές Αρχές των κρατών-μελών «έχει μερικώς εκπληρωθεί». Και όλα αυτά ενώ η ίδια η Κομισιόν παραδέχεται και ομολογεί στις αξιολογήσεις της ότι αυτά τα κριτήρια δεν εφαρμόζονται από την Τουρκία στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, γιατί η Άγκυρα δεν την αναγνωρίζει. 
 

Πηγή στην έδρα της Ε.Ε. έλεγε στον «Φ» ότι «η Κομισιόν κλείνει τα μάτια μπροστά στη δεδηλωμένη άρνηση της Τουρκίας να εφαρμόσει τα κριτήρια του οδικού της χάρτη έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στόχος της Κομισιόν, σύμφωνα με την ίδια πηγή, «είναι να δημιουργήσει εικόνα εκπλήρωσης των κριτηρίων εκ μέρους της Τουρκίας, προκειμένου η Ε.Ε. να ελευθερώσει τις θεωρήσεις διαβατηρίων για τα 79 εκατομμύρια Τούρκους πολίτες, ικανοποιώντας το εν λόγω αίτημα του Ταγίπ Ερντογάν, κάτι που τίθεται ως προϋπόθεση από την Άγκυρα για διατήρηση της Συμφωνίας Ε.Ε-Τουρκίας στο Προσφυγικό/Μεταναστευτικό.
 
Καθοριστική για τις εξελίξεις εκτιμάται ότι θα είναι η νέα αξιολόγηση επί του πλαισίου Συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας, την οποία αναμένεται να εκδώσει η Κομισιόν τον Δεκέμβριο. Η Άγκυρα προσδοκά ότι η Κομισιόν θα ανάψει πράσινο για την ελευθέρωση των θεωρήσεων, ενώ η Λευκωσία επιδιώκει όπως οι Βρυξέλλες αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και αξιολογήσουν ορθολογικά την εκπλήρωση ή μη των κριτηρίων του οδικού χάρτη της υποψήφιας χώρας. Χωρίς άλλες δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος κρατών-μελών από τον «φίλο» Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Η αμφισβήτηση της έγινε συνήθεια  
 

Σύνηθες γεγονός τείνει να καταστεί η προσπάθεια της Τουρκίας να αποδομήσει την Κυπριακή Δημοκρατία, αμφισβητώντας την υπόστασή της εντός της ΕΕ. Ο πρώτος περί «εκλιπούσας» προσβλητικός χαρακτηρισμός διατυπώθηκε τον Ιούνιο του 2014, στο Συμβούλιο Σύνδεσης Ε.Ε.-Τουρκίας. Εκεί η Άγκυρα υπέβαλε γραπτώς ότι: «Η υιοθέτηση των απαιτήσεων των Ελληνοκυπρίων για ένταξη σε διεθνείς οργανισμούς θα ενίσχυε τον ψευδή ισχυρισμό τους ότι εκπροσωπούν την εκλιπούσα ‘Κυπριακή Δημοκρατία’ και θα τους αποσπούσε την προσοχή από τον στόχο της λύσης».
 

Λίγους μήνες αργότερα, στις 26 Ιανουαρίου 2015, η Άγκυρα απέστειλε επιστολή στην εισηγήτρια της Ευρωβουλής Κάτι Πίρι, απορρίπτοντας την ύπαρξη του νομίμου κράτους στην Κύπρο και υποστηρίζοντας ότι η «ανύπαρκτη» Κυπριακή Δημοκρατία δεν νομιμοποιείται να «κηρύσσει ζώνες θαλάσσιας δικαιοδοσίας» στην ΑΟΖ της, να εξερευνά και να εκμεταλλεύεται τους φυσικούς της πόρους. Τον Μάιο του 2016 η Τουρκία υπέβαλε δύο επιφυλάξεις κατά την επικύρωση ισάριθμων διεθνών συμβάσεων για την εμπορία προσώπων και για την προστασία προσωπικών δεδομένων, στο ΣτΕ. Υποστήριξε ότι η κύρωση των δύο συμβάσεων «δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση αναγνώριση της ‘ελληνοκυπριακής διοίκησης’ που προσποιείται ότι εκπροσωπεί την εκλιπούσα ‘Κυπριακή Δημοκρατία’».
 
Αναλόγου περιεχομένου είναι και η μονομερής δήλωση που κατάθεσε η Άγκυρα στο ΣτΕ για τη συνδρομή σε ποινικά ζητήματα, στις 11 Ιουλίου του τρέχοντος έτους. 
Φιλελεύθερος

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή18 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις49 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή