Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η “ομηρεία” των Ρώσων στη Συρία, ο Ερντογάν και η ελληνική ασφάλεια…

Δημοσιεύτηκε στις

Το 24ωρο που πέρασε σηματοδοτήθηκε από μια «νευρική» τοποθέτηση από ρωσικής πλευράς, η οποία παρά τους λεονταρισμούς και τις απειλές εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών να μην αποτολμήσουν αεροπορικά πλήγματα σε αεροπορικές βάσεις και άλλες θέσεις των δυνάμεων του καθεστώτος Άσαντ, αφού σε αυτές φιλοξενούνται χιλιάδες προσωπικού των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς επίσης και από τη συνειδητοποίηση ότι το μέτωπο της Ουκρανίας είναι έτοιμο να πάρει πάλι φωτιά, σε έναν συνήθη «αντιπερισπασμό», καθώς τα δυο αυτά μέτωπα λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία.
Του ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Την ίδια στιγμή, δεδομένων των εξελίξεων, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη με την ευκαιρία της 23ης Συνόδου του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ενέργειας (WEC), όπου θα συναντηθεί με τον Τούρκο ομόλογό του Ερντογάν, σε μια συνάντηση που λαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη σημασία, αφού ο Τούρκος ηγέτης έχει εκδηλώσει την πρόθεση να αναλάβει μεσολαβητική προσπάθεια αποκατάστασης της εκεχειρίας στη Συρία και επαναφοράς της κατάστασης σε ό,τι ίσχυε προ της κατάρρευσης των συνομιλιών των ΗΠΑ με τη Ρωσία για τον ρωσικό εμφύλιο.

Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας, δια του εκπροσώπου του, Ίγκορ Κονασένκοφ, προχώρησε σε σκληρότατη προειδοποίηση προς την αμερικανική πλευρά να μην αποτολμήσει να πλήξει θέσεις των συριακών δυνάμεων, επικαλούμενος ως αφορμή της δήλωσης, «διαρροές» σε δυτικά ΜΜΕ, τις οποίες προφανώς η Μόσχα εξέλαβε ως προειδοποίηση στο Κρεμλίνο από «τους εκπροσώπους της CIA και του Πενταγώνου», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Ο Κονασένκοφ στη δήλωσή του απαριθμεί τα συστήματα αντιαεροπορικής και αντιβληματικής προστασίας τα οποία έχουν αναπτυχθεί από ρωσικής πλευράς στη Συρία και απείλησε ευθέως με κατάρριψη του πιλότους των αμερικανικών μαχητικών που θα συμμετάσχουν σε αυτές τις επιθέσεις.
Σε μια αναφορά που «προδίδει» τη βαθειά ανησυχία των Ρώσων για την ασφάλεια του προσωπικού που έχουν στείλει στη Συρία, οι οποίοι υπολογίζονται σε περισσότεροι από 4.000, ο Κονασένκοφ αποθέωσε τη συνδρομή τους, που «έχει συμβάλλει στην ειρήνευση σε 732 πληθυσμιακά κέντρα και την επιστροφή στην ειρηνική ζωή εκατοντάδων χιλιάδων Σύρων».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Σεργκέι Λαβρόφ, ο οποίος κατηγόρησε τις ΗΠΑ για «επιθετική ρωσοφοβία», κάνοντας λόγο για «επιθετικά μέτρα» που απειλούν τη ρωσική εθνική ασφάλεια, ενώ εκτίμησε ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας έχουν υποστεί «δραματική αλλαγή».
Η ρωσική διπλωματία όμως, δε συνηθίζει τέτοιο μπαράζ δηλώσεων που εμπεριέχει και απειλές, προτιμώντας παραδοσιακά πιο χαμηλούς τόνους, φροντίζοντας συνήθως στην πράξη να προβαίνει σε αιφνιδιαστικές κινήσεις στο στρατιωτικό πεδίο που διαβιβάζουν αυτές τα κατάλληλα μηνύματα, όπως για παράδειγμα συνέβη με την άφιξη των συστημάτων S-400 Triumph και των πολυδιαφημισμένων μαχητικών τύπου Sukhoi Su-35 στη Συρία, που «έπαιξαν» πρώτο θέμα παγκοσμίως προβάλλοντας μια εικόνα ρωσικής ισχύος.
Τούτων λεχθέντων, θα αποτολμήσουμε να εικάσουμε, ότι οι χθεσινές δηλώσεις 1) στηρίζονται σε πληροφόρηση που έχουν δώσει οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες αναφορικά με τις αμερικανικές προθέσεις και 2) ότι η Ρωσία ανησυχεί πραγματικά για το τι μέλλει γενέσθαι, προβάλλοντας δια του «εκνευρισμού» που οι δηλώσεις αυτές εξέπεμψαν ανησυχία, ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται προς την επιθυμητή κατεύθυνση.
Πρακτικά και με βάση τα δύο ανωτέρω σημεία, είναι λογικό να συνάγει κανείς, ότι η Ρωσία, όλο αυτό τον καιρό, διά της προβολής ισχύος που εκμεταλλευόταν την εμφανή απροθυμία εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης γενικότερα στον συριακό εμφύλιο, επεδίωκε επί της ουσίας να ενδυναμώσει ακριβώς αυτή την πεποίθηση του αδιεξόδου στη Δύση, για να αποτρέψει την ενεργό δυτική στρατιωτική εμπλοκή, η οποία δεν την εξυπηρετεί, αφού δεν διαθέτει τακτικό πλεονέκτημα λόγω απόστασης, ενώ το ακριβώς αντίστροφο ισχύει για το μέτωπο της Ουκρανίας.
Το μέτωπο της Ουκρανίας δείχνει σημάδια ανάφλεξης το τελευταίο διάστημα, κάτι που δεν μπορεί εύκολα να αποσυνδεθεί από την αρνητική εξέλιξη των συνομιλιών Μόσχας και Ουάσιγκτον για τη διευθέτηση του συριακού εμφυλίου. Οι πληροφορίες από το μέτωπο της Ουκρανίας αναφέρουν, ότι οι παραβιάσεις της εκεχειρίας είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο, κάτι το οποίο απηχούσαν και οι δηλώσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, μετά τα διαβουλεύσεις της βοηθού υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Βικτόριας Νούλαντ, στη Μόσχα, μόλις πριν λίγες μέρες, στις 5 Οκτωβρίου.
Η αδυναμία εξεύρεσης στρατηγικού modus vivendi και στην Ουκρανία, κάτι εξ ορισμού δύσκολο, έως αδύνατο, εάν υποτεθεί ότι η προσάρτηση της Κριμαίας δεν μπορεί να γίνει σε καμιά περίπτωση αποδεκτή από τη Δύση, δίνει το πρόσχημα στη Ρωσία να χρησιμοποιήσει την απειλή εκ νέου ανάφλεξης στο μέτωπο αυτό ως απειλή προς τις ΗΠΑ, καθότι εκεί το στρατιωτικό τακτικό μειονέκτημα αφορά τη Δύση.
Από την άλλη πλευρά όμως, δεν επιλύεται για τη Μόσχα ένα βασικότατο πρόβλημα, αυτό των οικονομικών κυρώσεων της Δύσης, που παρά τη διασπορά προπαγάνδας σε ευήκοα δημοσιογραφικά ώτα σε ευρωπαϊκά κυρίως μέσα ενημέρωσης, προβληματίζει όλως ιδιαιτέρως το Κρεμλίνο.
Η ρωσική ηγεσία καλείται να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που επιδεινώνει διαρκώς το επίπεδο διαβίωσης του μέσου Ρώσου (ο Πούτιν μπορεί να κέρδισε τις εκλογές, αλλά η σημαντική μείωση του ποσοστού των συμμετεχόντων στη διαδικασία δεν πέρασε απαρατήρητη), ενώ διαταράσσει ευαίσθητες ισορροπίες στη ρωσική ελίτ, καθώς οι διάφορες ομάδες-φράξιες συμφερόντων, καλούνται να συμβιβαστούν και να επιβιώσουν με λιγότερο διαθέσιμο κρατικό χρήμα στους τομείς που ελέγχουν (π.χ. άμυνα, ενέργεια κ.λπ.), με αποτέλεσμα να ξεσπούν εσωτερικές συγκρούσεις που απειλούν τον διαιτητικό ρόλο του «τσάρου», Βλαντιμίρ Πούτιν.
Επιπρόσθετα, η πίεση αυτή αυξάνει συνεχώς το κόστος της προσάρτησης της χερσονήσου της Κριμαίας από τη Ρωσική Ομοσπονδία, αφού παρά την πατριωτική ρητορική που χρησιμοποιήθηκε -αποκατάσταση μιας «ιστορικής αδικίας»- για την εσωτερική νομιμοποίηση της ενέργειας, αν και απευθυνόταν σε έναν λαό, τον ρωσικό, ο οποίος ποτέ δεν ξεπέρασε απόλυτα την αρνητική προδιάθεση για τους Ουκρανούς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κόστος της διαρκούς οικονομικής αιμορραγίας ως αποτέλεσμα της προσάρτησης παραμένει και γίνεται διαρκώς πιο αισθητό.
Από τις 21 Σεπτεμβρίου που συμφωνήθηκε η απαγκίστρωση δυνάμεων και οπλικών συστημάτων ανάμεσα στους Ρωσόφωνους αποσχιστές και το Κίεβο και παρά μια αρχική περίοδο σχετικής ηρεμίας, τις τελευταίες ημέρες η σύγκρουση αναζωπυρώνεται, «όλως τυχαίως» παράλληλα με την κατάρρευση των συνομιλιών της Μόσχας με την Ουάσιγκτον για το συριακό πρόβλημα και πλέον καταγράφονται σε ημερήσια βάση 30-50 παραβιάσεις της εκεχειρίας.
Το πρόβλημα στην περιοχή Ντονμπάς δείχνει αξεπέραστο, με τη ρωσική πλευρά να διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να προβεί σε υποχωρήσεις στο στρατιωτικό πεδίο εάν δεν αποδοθεί καθεστώς ευρείας αυτονομίας, μια προοπτική την οποία όμως απορρίπτει κατά τα φαινόμενα η πλειοψηφία του ουκρανικού Κοινοβουλίου, ενώ για να περάσει θα χρειαζόταν τα δύο τρίτα των ψήφων… πλήρες αδιέξοδο εν ολίγοις.
Κι όλα αυτά ενώ εκπνέει η προεδρία του Μπάρακ Ομπάμα στις ΗΠΑ, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση πιθανότατα θα επεκτείνει χρονικά τις κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας, για την οποία ο συνεχείς γκάφες του Ντόναλντ Τραμπ, εκλεκτού της υποψηφίου για τον Λευκό Οίκο, με τον οποίο θεωρεί η ρωσική πλευρά ότι υπάρχουν ελπίδες εξεύρεσης μιας συνολικής συμφωνίας αποκλιμάκωσης, καθιστούν την επικράτησή του στις εκλογές προβληματική, ενώ η περίπτωση της Χίλαρι Κλίντον κάθε άλλο παρά ενθουσιάζει το Κρεμλίνο, καθώς θεωρείται ως εκπρόσωπος ισχυρών συμφερόντων που έχουν εγγενή «αντιρωσικό προσανατολισμό».
Η κατάσταση δείχνει απελπιστική για τη Μόσχα, καθώς η συνήθης πρακτική της στρατιωτικής κλιμάκωσης για να υποχρεωθεί ο διστακτικός στη χρήση της στρατιωτικής ισχύος αντίπαλος να συμβιβαστεί, δείχνει όχι μόνο να μην φέρνει αποτελέσματα, αλλά και να έχει «ανιχνευθεί» ως τακτική (call the bluff…), με αποτέλεσμα πλέον να επικρατεί το λιγότερο πιθανό στη ρωσική ανάλυση σενάριο: η απειλή συνειδητής κλιμάκωσης από την πλευρά της Δύσης που έπαψε να πιστεύει τις ρωσικές διακηρύξεις, με τα ρωσικά στρατεύματα στη Συρία να τελούν υπό μια ιδιότυπη ομηρεία…
Το πρόβλημα είναι σοβαρότατο αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν υπάρχει στο μέτωπο της Ουκρανίας αντίστοιχη «ομηρεία» που θα εξισορροπούσε κατά κάποιον τρόπο την κατάσταση, ενώ η Μόσχα έχει δύο επιλογές, αμφότερες κακές: Η μία είναι η υποχώρηση και η δεύτερη η κλιμάκωση, με ξεκάθαρη απειλή στρατιωτικής σύγκρουσης μέχρις εσχάτων.
Επειδή όμως στη δεύτερη επιλογή η Ρωσία για να εξισορροπήσει την αδυναμία της στο συριακό μέτωπο θα έπρεπε να κάνει στο «βολικό», αυτό της Ουκρανίας, κάτι πολύ θεαματικό (να υποθέσει κανείς… προέλαση προς το Κίεβο ή επίσημη απόσχιση της ανατολικής Ουκρανίας;) το οποίο βέβαια αντί να θεράπευε το οικονομικό αδιέξοδο θα το επιδείνωνε, εκτιμάται ότι θα επιχειρήσει να επιλέξει συγκεκαλυμμένα το πρώτο. Αρκεί να της δοθεί η ευκαιρία εύσχημης υπαναχώρησης από τις πιο «σκληρές» στρατιωτικές θέσεις.
Επίσης, η Μόσχα μιλώντας για μαχητικά αεροσκάφη, δείχνει ξεχνά ότι η αμερικανική υποχώρηση στη Συρία ξεκίνησε από τη συμφωνία που απέτρεπε μαζικούς βομβαρδισμούς κυρίως από πλοία και υποβρύχια, όπου στην άμυνα των συστημάτων που έχει στην περιοχή θα επερχόταν μάλλον εύκολα κορεσμός, πλήττοντας και την τόσο βολική εμπορικά μυθολογία που έχει δημιουργηθεί για την αποτελεσματικότητά τους (είναι εξαιρετικά συστήματα τα οποία όπως όλα έχουν όρια).
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται σε κομβικής σημασίας η συνάντηση του Πούτιν με τον Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη, δεδομένου ότι ο πρώτος έχει ήδη διαμηνύσει πως σκοπεύει να μεσολαβήσει ανάμεσα στους ηγέτες των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Πρακτικά, η συνάντηση θα μπορούσε να αποτελεί «σανίδα σωτηρίας» για τη ρωσική πλευρά που παρά την επιθετική ρητορική δεν πείθει πως δεν προτιμά τον δρόμο της διπλωματίας.
Και καλώς πράττει… εάν η Μόσχα είχε την πληροφόρηση ότι κάτι αλλάζει στη στάση του αντιπάλου στο ζήτημα της Συρίας, θεωρητικά θα έπρεπε να είχε σπεύσει να στείλει – επιτέλους – το μοναδικό της αεροπλανοφόρο στην ανατολική Μεσόγειο, όπως έχει προαναγγείλει.
Η μη αποστολή του είτε σημαίνει απουσία επιχειρησιακής διαθεσιμότητας, κάτι πιθανό με βάση τις πληροφορίες, είτε συνειδητοποίηση ότι η παρουσία του θα μπορούσε να προκαλέσει την ανάπτυξη στη Μεσόγειο μιας ή ακόμα και δύο ομάδων μάχης αεροπλανοφόρων του αμερικανικού Ναυτικού, όπου παρά την επικρατούσα μυθολογία στην Ελλάδα, η ισχύς πυρός και οι επιχειρησιακές δυνατότητες του «Ναύαρχος Κουζνέτσοφ», ακόμα κι εάν εμφανιστεί στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, θα υπολείπονταν δραματικά, μετατρέποντάς το σε διπλωματικό μειονέκτημα αντί για πλεονέκτημα.
Αυτό όμως αναδεικνύει τον ιδιόρρυθμο – στην καλύτερη περίπτωση… – Τούρκο ηγέτη σε περιστασιακό πρωταγωνιστή της γεωστρατηγικής «παρτίδας» που βρίσκεται σε εξέλιξη στην περιοχή. Εάν υποτεθεί ότι «κατά βάθος» τόσο η Ρωσία όσο και οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να συγκρουστούν διακινδυνεύοντας την κάθετη κλιμάκωση και σε άλλα μέτωπα, σε μια σύγκρουση που δεν μπορεί να ξεφύγει και πολύ χωρίς ο εβρισκόμενος σε θέση αδυναμίας να «υπενθυμίσει» το πυρηνικό του στάτους, τότε είτε «συμπαθούν» τον Ερντογάν είτε όχι, θα περιμένουν με ενδιαφέρον τις κινήσεις του, παρότι τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον έχουν πολλά σημεία διαφωνίας με την πολιτική των νεοθωμανών ισλαμιστών κυβερνώντων στην Τουρκία…
Εάν αυτό ισχύει, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο, ότι πιστός στη συνήθη πρακτική του, ο Τούρκος ηγέτης θα έχει ως απόλυτη προτεραιότητα την επίτευξη των τουρκικών στόχων στην περιοχή της Συρίας, κι εάν πιστέψουμε ρεπορτάζ του γερμανικού Der Spiegel, μπορεί να μάχεται τυπικά το ISIS/Daesh, όμως απόλυτη προτεραιότητα παραμένουν οι Κούρδοι και η προοπτική εμφάνισης μιας ακόμα οιωνεί κουρδικής κρατικής οντότητας στα τουρκικά σύνορα.
Καταληκτικά, το επιχείρημα όσων προειδοποιούν ότι το «άνοιγμα» ζητημάτων στο Αιγαίο θα μπορούσε να σηματοδοτεί την πρόθεση αναζήτησης ανταλλαγμάτων που θα στρέφονται σε βάρος των ελληνικών εθνικών συμφερόντων, δεν μπορεί να απορριφθεί ελαφρά τη καρδία.
Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και καλό θα ήταν η Αθήνα να μην ξεχνά, ότι αυτό που είναι για την ελληνική ασφάλεια «στρατηγικό» επίπεδο, για κάποιους άλλους μπορεί να είναι «τακτικό»… ή κι ακόμα παρακάτω. Και όποιος ενδιαφέρεται να προστατεύσει τα συμφέροντά του, πρέπει να βρει τρόπο να επηρεάσει τη στρατηγική εξίσωση των κύριων δρώντων, όχι να αναλώνεται παρακολουθώντας αμιγώς τις τακτικές κινήσεις τους.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις16 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO16 λεπτά πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή1 ώρα πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Δημοφιλή