Όχι, δεν θα λύσει το πρόβλημα η παράσταση της «Αντιγόνης» στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας. Δεν θα αποχωρήσει ούτε ένας Τούρκος στρατιώτης εξαιτίας της. Ούτε οι πρόσφυγες θα επιστρέψουν στα σπίτια τους, ούτε καν μια σπιθαμή γης από τη νεκρή ζώνη δεν θα ανακτηθεί. Ακόμα κι αν χίλιες παραστάσεις ανέβουν ταυτόχρονα στα αρχαία θέατρα, στα βουνά και στις πλατείες της κατεχόμενης Κύπρου, τίποτα από αυτά δεν θα συμβεί. Και δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος τόσο αφελής που να πιστεύει ή να περιμένει  κάτι τέτοιο. Υπάρχει, βεβαίως, ένας ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο και κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσουμε να καμωνόμαστε ότι δεν τον βλέπουμε. Γιατί σίγουρα, τίποτα από τα πιο πάνω δεν θα συμβεί όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο. Χωρίς λύση, η «απελευθέρωση» και η «επανένωση» που όλοι ευαγγελιζόμαστε, θα παραμείνουν συνθήματα. Όσα «ΛΕΥΤΕΡΙΑ» και να πληκτρολογήσουμε στο Facebook. Τη λύση, τώρα, θα τη βρουν, εάν τη βρουν, οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων – και εάν και εφόσον, εννοείται, η αδιαλλαξία της Τουρκίας καμφθεί. Αφού τα βρουν, τότε θα παρουσιάσουν τη συμφωνία τους στο λαό, σ’ εμάς. Εάν μας αρέσει, θα την εγκρίνουμε. Αν δεν μας αρέσει, εάν κρίνουμε ότι αυτή δεν είναι λειτουργική και βιώσιμη, αν δεν κατοχυρώνει τις βασικές ελευθερίες κι αν δεν αποκλείει τον πατρονίστικο ρόλο της Τουρκίας, θα την απορρίψουμε, όπως απορρίψαμε το 2004 το Σχέδιο Ανάν. Γιατί -ξεκάθαρες κουβέντες- το να είσαι θετικά τοποθετημένος στη διαπραγματευτική διαδικασία δεν σημαίνει πως είσαι συνάμα και πρόθυμος να πας με κλειστά μάτια ή με φορά να δώσεις σε τοίχο. Και τότε θα πάρουν αυτοί τον δρόμο τους κι εμείς τον δικό μας. Έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις όποιες συνέπειες από την πλήρη τουρκοποίηση των κατεχομένων, τη μετατροπή της μισής Κύπρου σε επαρχία της Τουρκίας, την ισλαμοποίηση, την εσαεί παραμονή τουρκικού στρατού στην οδό Λήδρας, ένα μόλις χιλιόμετρο από τα γραφεία της ΕΔΕΚ και ενάμισι από τα γραφεία του ΔΗΚΟ.

Τις μέρες αυτές γράφτηκαν πολλά. Πάρα πολλά, η αλήθεια να λέγεται.  Άλλοι εξέφρασαν τη σεβαστή διαφωνία τους με επιχειρήματα, με σοβαρότητα και προβλημάτισαν με τον λόγο τους. Άλλοι με τους γνωστούς πατριωτικούς ολοφυρμούς, προσβλητικοί έναντι όσων αποφάσισαν να παρακολουθήσουν την παράσταση ή στήριζαν την πραγματοποίησή της, βαφτίζοντάς τους κατά την προσφιλή τους μέθοδο, τουρκολάγνους και προδότες. Κάποιοι, βρόμικα ομιλούντες, έκαναν λόγο για «βρομοδουλειές» και άνωθεν «παραγγελιές». Άλλοι, πάλι, αναγνώρισαν τις αγνές προθέσεις του κόσμου που θέλησε να πάει στο κατεχόμενο θέατρο, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι οι αγνές προθέσεις τυγχάνουν εκμετάλλευσης από το κατοχικό καθεστώς. Αυτό το τελευταίο πίνει πολύ νερό, αν λάβει κανείς υπόψη ότι την επομένη της παράτασης δεν ασχολήθηκε μ΄αυτήν κανένα διεθνές Μέσο – όπως δεν ασχολήθηκαν και πριν από την πραγματοποίησή της. Ούτε καν ο τουρκικός Τύπος δεν έγραψε κάτι για την παράσταση της «Αντιγόνης» στη Σαλαμίνα.

Ξέρετε, υπάρχουν άνθρωποι που κτίζουν γέφυρες. Και άνθρωποι που κτίζουν τοίχους. Αν το δεύτερο, δεν υποβοηθά την Τουρκία που μοίρασε αυτό τον τόπο, που χώρισε το νησί στα δυο, με ποιον τρόπο υποβοηθά το πρώτο; Σημαίνει, λένε, αποδοχή των τετελεσμένων. Μα πώς αποδέχεται κανείς τα τετελεσμένα  κτίζοντας γέφυρες και επιδιώκοντας την επαφή; Πώς αποδέχεσαι τα τετελεσμένα αναστηλώνοντας τις καταστραμμένες εκκλησιές, τις μετατρεμμένες σε στάβλους και ζωντανεύοντας τα αρχαία θέατρα; Από τότε που άνοιξαν τα οδοφράγματα, επόμενο ήταν οι άνθρωποι να προσπαθήσουν να πιάσουν και πάλι το νήμα από την αρχή. Να δουν τα σπίτια τους και τα χωριά τους, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή, κάποια λύση θα τους επιτρέψει να επιστρέψουν σ’ αυτά, να λειτουργήσουν ξανά τις εκκλησιές τους, να φιλέψουν, να ξαναγνωριστούν, να δημιουργήσουν σχέσεις… Δεν σημαίνει ότι αποδέχονται την κατοχή ή τα τετελεσμένα της. Ούτε ότι είναι πρόθυμοι να ζήσουν μ’ αυτό. Απεναντίας. Η κατοχή έφερε τον διαμελισμό και την αποξένωση κι αυτοί με τον τρόπο τους επιδιώκουν να δείξουν ότι δεν αποδέχονται αυτή την κατάσταση, αυτό τον διαχωρισμό. Άλλωστε, όλα συμβαίνουν στο πλαίσιο του διαλόγου, σε μια περίοδο που βρίσκεται εν εξελίξει μια διαπραγμάτευση, κάτω από τις τεχνικές επιτροπές που συμφωνήθηκαν από το 2006 και οι οποίες λειτουργούν με προοπτική την ημέρα της λύσης. Με ποιον ακριβώς τρόπο, λοιπόν, σημαίνει αυτό αποδοχή των τετελεσμένων; Και τι ακριβώς σημαίνει μη αποδοχή; Η συντήρηση του τοίχους που όρθωσε η κατοχή; Το να πολεμάς με λύσσα κάθε επαφή; Δεν ευνοεί αυτό την Τουρκία που μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο παγιώνει τα τετελεσμένα της εισβολής της; Ή μήπως μια αόριστη, απροσδιόριστη και αόρατη διεκδίκηση που εκ του αποτελέσματος παγιώνει τα τετελεσμένα, σημαίνει μη αποδοχή τους;

Επαναλαμβάνω. Δεν έχει κανείς αυταπάτες, κανείς δεν πιστεύει ότι οι παραστάσεις ή άλλες εκδηλώσεις θα φέρουν τη λύση του Κυπριακού. Εδώ δεν είμαστε σίγουροι αν θα τη φέρει η διαπραγματευτική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ούτε καν αν το αποτέλεσμά της θα είναι ικανοποιητικό, ώστε να το αποδεχτούμε. Παρόλα αυτά, όπως έγραψε τις προάλλες και ο Τάκης Χατζηγεωργίου,«εμείς πρέπει να συνεχίσουμε την ενίσχυση των σχέσεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, που αν όχι χτες, αν όχι σήμερα, ίσως αύριο να αποτελέσει τη βάση για μια Κύπρο που μας αξίζει. Γιατί κάθε ενέργειά μας πρέπει να έχει αυτό το περιεχόμενο. Την ενίσχυση της πίστης ότι μαζί μπορούμε καλύτερα. Ότι ομού δεν θα έχουμε ανάγκη ούτε την Τουρκία, ούτε κανέναν άλλο». Και ελπίζουμε να μη μας μείνουν τα θέατρα, οι λειτουργίες και τα οδοφράγματα.