Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πανικός στη Γερμανία

Δημοσιεύτηκε στις

Τα υπερβολικά πλεονάσματα της χώρας εις βάρος όλων των άλλων, έχουν προκαλέσει την οργή των Η.Π.Α. – οι οποίες την έχουν τοποθετήσει στο στόχαστρο, βάλλοντας κατά του πλέον αδύναμου σημείου της: της Deutsche Bank και του υπολοίπου χρηματοπιστωτικού της συστήματος..
«Φαίνεται πως θα επαναληφθεί
ακόμη μία φορά αυτό που ανέκαθεν ισχύει για τη Γερμανία – το ότι
κερδίζει όλες τις μάχες, αλλά χάνει τον πόλεμο
«.
Είναι κάτι περισσότερο από προφανές το ότι, η Deutsche Bank δέχεται μία μαζική επίθεση εκ μέρους των διεθνών κερδοσκόπων, με οργανωτή τον G. Soros (ανάλυση)
και με αιτιολογία τα δεκάδες προβλήματα της – γεγονός που τεκμηριώνεται
από τη συντονισμένη έξοδο δέκα περίπου κερδοσκοπικών κεφαλαίων από τη
συνεργασία μαζί της, η οποία δημοσιοποιήθηκε για να τρομοκρατήσει όλους
τους πελάτες της τράπεζας, έτσι ώστε να λειτουργήσουν υπό το καθεστώς
του πανικού.

Ως αποτέλεσμα αυτής της επίθεσης, τα ασφάλιστρα κινδύνου της τράπεζας αυξήθηκαν σημαντικά (πηγή), ενώ η μετοχή της κατέρρευσε κάποια στιγμή κάτω από τα 10 €
– αφού είχε προηγηθεί η πτώση της στις Η.Π.Α. κατά 7%, μετά την είδηση
που δημοσιοποίησε η Bloomberg, καθώς επίσης άλλα αμερικανικά ΜΜΕ.
Υπήρξε όμως μία ακόμη εξέλιξη, η οποία
προβλημάτισε τους επενδυτές: η χθεσινή αύξηση της ζήτησης στην Ευρώπη
για δολάρια εκ μέρους των τραπεζών, σε ποσοστό που υπερέβη μέσα σε ελάχιστο χρόνο το 2.000%. Το
γεγονός αυτό έδωσε την εντύπωση ότι, οι τράπεζες άρχισαν να μειώνουν το
«ρίσκο αντισυμβαλλομένου» τους (Counterparty risk) με τη γερμανική
τράπεζα στον τομέα των παραγώγων – κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο για το
μέλλον της.
Για εκείνο βέβαια το χρονικό διάστημα
που η Deutsche Bank διατηρεί τις καταθέσεις των πελατών της άθικτες, οι
οποίες ανέρχονταν στα 565 δις € στις 30 Ιουνίου (γράφημα), ενώ οι
ρεζέρβες στη ρευστότητα της είναι υψηλές (215 δις €), δεν πρόκειται να
χρεοκοπήσει – κάτι που όμως μπορεί να αλλάξει ξαφνικά, αφού το σημαντικότερο κεφάλαιο μίας τράπεζας είναι η εμπιστοσύνη των πελατών της που εν προκειμένω πλήττεται σε μεγάλο βαθμό, αποτελώντας μέρος του σχεδίου επίθεσης των κερδοσκόπων.
137
Επεξήγηση γραφήματος:
Ενοποιημένος Ισολογισμός της Deutsche Bank – υποχρεώσεις (παθητικό) και
συνολικά ίδια κεφάλαια. Με κόκκινο περίγραμμα οι καταθέσεις των πελατών
της διαχρονικά (πατήστε στο γράφημα για μεγέθυνση).
.
Εν τούτοις, όταν η τράπεζα φθάνει στο
σημείο να αναρωτιούνται ορισμένα ΜΜΕ της χώρας εάν θα ακολουθήσει η
διάσωση της αυτό ή κάποιο άλλο Σαββατοκύριακο, αναπαράγοντας την
παλαιότερη  φράση του κ. Σόιμπλε, σύμφωνα με την οποία «Οι
καταθέσεις είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα, οπότε πρέπει να ενεργεί κανείς
γρήγορα – γεγονός που σημαίνει ότι, επιλέγει το Σαββατοκύριακο
»,
τότε τίποτα δεν είναι πια σίγουρο – πόσο μάλλον όταν η δεύτερη
μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας (Commerzbank), η οποία διασώθηκε από το
κράτος μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ανακοίνωσε μαζικές απολύσεις και
μηδενισμό των μερισμάτων για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της.
Εκτός αυτού, ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Γερμανίας είναι σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση – ενώ οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι βιομηχανίες της χώρας είναι επικίνδυνα δικτυωμένες μεταξύ τους.
Αρκεί επομένως μία μικρή σπίθα για να ξεσπάσει μία μεγάλη πυρκαγιά, η
οποία τότε θα είναι αδύνατον να σβηστεί από την κυβέρνηση – παρά τον
πλούτο που διαθέτει.
Η γερμανική διαστροφή
Περαιτέρω, η Γερμανία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους δανειστές ξένων χωρών παγκοσμίως – με αποτέλεσμα να είναι επικίνδυνα εκτεθειμένη σε πιστώσεις που δεν είναι εύκολα εισπράξιμες.
Ειδικότερα, σύμφωνα με προβλέψεις του οικονομικού ινστιτούτου του Μονάχου (πηγή), το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της Γερμανίας θα καταγράψει πλεόνασμα ύψους 310 δις $ το 2016 ή 8,9% επί του ΑΕΠ της – σημειώνοντας πως τα πλεονάσματα αυτά άρχισαν να δημιουργούνται μετά την είσοδο της Γερμανίας στην Ευρωζώνη
(γράφημα), όπου άρχισε να απομυζεί μεθοδικά όλους τους εταίρους της,
ενώ έπαψε να ανατιμάται το νόμισμα της (όπως προηγουμένως το μάρκο).
138
Επεξήγηση γραφήματος:
Εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας ως προς το ΑΕΠ
της (δεξιά κάθετος). Από ελλειμματικό έως το 2000, μετατράπηκε σε
συνεχώς πλεονασματικό μετά (πατήστε στο γράφημα για μεγέθυνση).
.
Ακούγοντας τώρα κανείς πως η Γερμανία
έχει τεράστια πλεονάσματα, θα μπορούσε να υποθέσει ότι, πρόκειται για
μία πολύ θετική εξέλιξη – κάτι που όμως δεν ισχύει, επειδή παρουσίασε αντίστοιχες εκροές στο ισοζύγιο κεφαλαίων της (310 δις $).
Αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως αφενός μεν η εσωτερική ζήτηση είναι
πολύ χαμηλή, αφετέρου ότι εκρέουν μαζικά κεφάλαια στο εξωτερικό – αφού
τα πλεονάσματα δεν οφείλονται μόνο στην ανταγωνιστικότητα ή στο
υποτιμημένο για την ίδια ευρώ αλλά, σε σημαντικό βαθμό, στο ότι οι
Γερμανοί αποταμιεύουν υπερβολικά.
Για την καλύτερη κατανόηση του θέματος πρέπει να γνωρίζει κανείς πως στο ισοζύγιο πληρωμών μίας χώρας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει μία αντίθετη, «αντισταθμιστική» θέση: το ισοζύγιο κεφαλαίων.
Υπεραπλουστευμένα, το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών
αντιστοιχεί υποχρεωτικά στο έλλειμμα του ισοζυγίου κεφαλαίων – αφού η
πρόσθεση τους δίνει ως αποτέλεσμα το μηδέν. Στα πλαίσια αυτά τα εξής:
(α) Εάν μία οικονομία είναι εντελώς
κλειστή, όταν δεν υφίσταται δηλαδή καθόλου το εξωτερικό, τότε υπάρχουν
τρεις μόνο «συντελεστές»: τα ιδιωτικά νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και οι δημόσιοι οργανισμοί. Ο κάθε ένας από τους εν λόγω συντελεστές διαθέτει αφενός μεν εισόδημα, αφετέρου τρέχουσες δαπάνες (κατανάλωση).
Όταν τώρα το εισόδημα του εκάστοτε
υπερβαίνει τις δαπάνες, τότε δημιουργούνται αποταμιεύσεις – οι οποίες
είναι στη διάθεση όλων των άλλων συντελεστών, για τη διενέργεια
επενδύσεων. Συμπερασματικά λοιπόν, σε μία κλειστή οικονομία το σύνολο των αποταμιεύσεων είναι εξ ορισμού ίσο με το σύνολο των επενδύσεων
(Α=Ε) – ενώ το ύψος των εγχωρίων επιτοκίων καθιστά βέβαιο το ότι, οι
αποταμιεύσεις καλύπτουν τις επενδύσεις (όταν μειώνονται τα επιτόκια
αυξάνονται οι επενδύσεις κοκ.).
(β) Εάν μία οικονομία δεν είναι κλειστή
αλλά ανοιχτή όπως συνήθως συμβαίνει, εάν δηλαδή προϊόντα, υπηρεσίες και
κεφάλαια διακινούνται όχι μόνο εντός αλλά και εκτός της εκάστοτε χώρας,
τότε η εξίσωση «Α=Ε» στο εσωτερικό παύει να ισχύει. Ειδικότερα, εάν οι εγχώριες αποταμιεύσεις είναι υψηλότερες από τις εγχώριες επενδύσεις, τότε εκρέουν κεφάλαια στο εξωτερικό – ενώ όταν συμβαίνει το αντίθετο, τότε εισρέουν κεφάλαια από το εξωτερικό.
Αυτό που συμβαίνει λοιπόν στη Γερμανία είναι το πρώτο – αφού οι
εγχώριες αποταμιεύσεις είναι κατά 310 δις $ υψηλότερες από τις εγχώριες
επενδύσεις, οπότε αυτά τα 310 δις $ οδηγούνται νομοτελειακά στο
εξωτερικό
. Στο γράφημα που ακολουθεί (πηγή),
φαίνεται πόσο υψηλότερες είναι οι αποταμιεύσεις των Γερμανών από τις
επενδύσεις, μετά το 2000 – με τη διαφορά τους να αυξάνεται συνεχώς.
139
Επεξήγηση γραφήματος: Η
μπλε καμπύλη αποτυπώνει τις αποταμιεύσεις του ιδιωτικού τομέα της
Γερμανίας (νοικοκυριά, επιχειρήσεις) ως ποσοστό επί του ΑΕΠ – ενώ η
κόκκινη τις εγχώριες επενδύσεις (πατήστε στο γράφημα για μεγέθυνση).
.
Περαιτέρω, επειδή ο τρίτος συντελεστής,
το γερμανικό δημόσιο, δεν επενδύει επίσης αλλά αποταμιεύει, παρά το ότι
έχουν από καιρό σχεδόν καταρρεύσει οι υποδομές της χώρας, οδηγούνται όλα
τα πλεονάσματα (οι υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις) στο εξωτερικό – όπου η Γερμανία αυξάνει συνεχώς τις απαιτήσεις της απέναντι σε πολλές χώρες, από την Τουρκία έως τη Βραζιλία, με κίνδυνο να χάσει κάποια στιγμή ένα μεγάλο μέρος τους.
Συμπερασματικά λοιπόν τα πλεονάσματα της Γερμανίας δεν σημαίνουν ότι ολόκληρος ο πλανήτης θέλει να αγοράσει και αγοράζει τα προϊόντα της – αλλά πως η Γερμανία αποταμιεύει υπερβολικά και επενδύει ελάχιστα.
Με δεδομένο δε το ότι, τα πλεονάσματα
του ενός είναι ελλείμματα του άλλου, προκαλεί μεγάλες ανισορροπίες τόσο
εντός της Ευρωζώνης, όσο και εκτός – γεγονός που έχει προκαλέσει την
οργή τόσο πολλών εταίρων της, όσο κυρίως των Η.Π.Α. οι οποίες την έχουν τοποθετήσει στο στόχαστρο βάλλοντας κατά του αδύναμου σημείου της:
της Deutsche Bank και του υπόλοιπου χρηματοπιστωτικού της συστήματος.
Λογικά λοιπόν έχει πανικοβληθεί η γερμανική κυβέρνηση – η οποία προφανώς
δεν υποτιμάει τα οικονομικά όπλα των Η.Π.Α.
Επίλογος
Ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη επίθεση
των Η.Π.Α., καθώς επίσης από τις ανισορροπίες που προκαλούνται στο
ευρωπαϊκό και παγκόσμιο σύστημα, δεν είναι προς το συμφέρον του γερμανικού λαού οι εκροές κεφαλαίων ύψους έως και 310 δις $ ετήσια –
αφού σημαίνει πως αφενός μεν οι Γερμανοί δεν απολαμβάνουν τα
αποτελέσματα της σκληρής εργασίας τους, αφετέρου πως θέτουν σε κίνδυνο
τις επίσης σκληρές αποταμιεύσεις τους.
Θα ήταν επομένως θετικό για τα
συμφέροντα των Γερμανών να αυξήσουν τόσο την κατανάλωση, όσο και τις
επενδύσεις στο εσωτερικό της χώρας τους – πόσο μάλλον όταν το κράτος, τα ομοσπονδιακά κρατίδια, οι πόλεις και οι κοινότητες τους έχουν τεράστιες ανάγκες σε υποδομές, αφού σχολεία, σιδηροδρομικές γραμμές, γέφυρες, δρόμοι, αεροδρόμια κοκ. βρίσκονται συχνά σε άθλια κατάσταση.
Εν τούτοις, η κυβέρνηση τους
επιμένει σε έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, ενώ ο ιδιωτικός τομέας
αποφεύγει την κατανάλωση και τις επενδύσεις
– γεγονός που
σημαίνει ότι, εφαρμόζει μία ακόμη πιο σκληρή πολιτική λιτότητας στο
εσωτερικό της, όπως αυτή που επιβάλλει σε όλες τις άλλες χώρες της
Ευρωζώνης, παρά το ότι δεν την έχει καθόλου ανάγκη! Επομένως, εύλογα
κατηγορείται από τη διεθνή κοινότητα η κυβέρνηση της ως διεστραμμένη – αφού επιμένει σε μία πολιτική και σε μία συμπεριφορά που πριν από όλα θα καταστρέψει τόσο την Ευρωζώνη, όσο και την ίδια.

http://www.analyst.gr/2016/09/30/panikos-sti-germania/

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις22 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις51 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή