Ακολουθήστε μας

Διεθνή

“Οι δανειστές έρχονται, τα δύσκολα επιστρέφουν”

Δημοσιεύτηκε στις

του Σταύρου Λυγερού
Η ομαλή διεξαγωγή της
διαδικασίας για τις τηλεοπτικές άδειες και ειδικότερα το μη αναμενόμενο υψηλό
τίμημα των 246 εκατομμυρίων έχει προκαλέσει ενθουσιασμό στο πρωθυπουργικό
περιβάλλον. Και βεβαίως έχει ενισχύσει περαιτέρω την ήδη ισχυρή θέση του
υπουργού Επικρατείας Νίκου Παππά, ο οποίος και είχε την ευθύνη για τον
σχεδιασμό και τον χειρισμό της ρύθμισης του τηλεοπτικού τοπίου.
Πηγή από το Μαξίμου μας υπογράμμιζε
ότι «πρόκειται για επιτυχία με
στρατηγικές διαστάσεις. Πρώτον, λόγω του υψηλού τιμήματος και της ομαλής
ολοκλήρωσης της αδειοδότησης παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις. Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και
το Ποτάμι ταυτίστηκαν με τους καναλάρχες, επαναβεβαιώνοντας ότι παραμένουν
προσκολλημένοι στη λογική της διαπλοκής. Όμως, πέρα από αυτά υπάρχει και ένα
μεγάλο κέρδος στο επίπεδο του πολιτικού συμβολισμού. Φάνηκε ότι κουμάντο στη
χώρα κάνει η νόμιμη κυβέρνηση και όχι παράκεντρα εξουσίας, όπως πριν. Και
μάλιστα κάνει κουμάντο με βάση νομοθετημένες διαδικασίες και κριτήρια. Το αποτέλεσμα,
άλλωστε, έδειξε ότι εξασφάλισε άδεια όποιος πλήρωσε. Μην ξεχνάμε ότι την πρώτη
άδεια πήρε ο Σκάι. Η θετική έκβαση της μάχης για τις τηλεοπτικές άδειες όχι
μόνο θάβει οριστικά τη φιλολογία περί αριστερής παρένθεσης, αλλά και εδραιώνει
την εντύπωση στην κοινωνία ότι με τις παρεμβάσεις μας διαμορφώνουμε το θεσμικό
πλαίσιο της νέας Ελλάδας
».

Η ίδια πηγή συνέδεσε αυτή
την εξέλιξη με τη μάχη για τη δεύτερη αξιολόγηση. «Μπορεί στα λόγια να δίνουμε έμφαση στις εξαγγελίες που θα κάνει ο
πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη, αλλά το μεγάλο παιχνίδι παίζεται στο ευρωπαϊκό
γήπεδο. Εάν χάσουμε εκεί τη μάχη θα χάσουμε και τον πόλεμο. Εσωτερικά η θέση
μας ενισχύθηκε και το κλίμα στην Ευρώπη είναι ελπιδοφόρο. Η πρόσκληση του
προέδρου Ολάντ στον Αλέξη να συμμετάσχει στη σύνοδο των σοσιαλιστών ηγετών στο
Παρίσι επιβεβαίωσε ότι η πολιτική απομόνωσή μας είναι οριστικά παρελθόν. Η
Σοσιαλδημοκρατία δεν πάει καλά και γι’ αυτό η πρότασή μας για σύγκλιση με την
Ευρωπαϊκή Αριστερά κερδίζει έδαφος. Το ίδιο και η παράλληλη και αλληλένδετη πρότασή
μας για συγκρότηση ενός μετώπου εναντία στη λιτότητα. Ποιος θα φανταζόταν πριν
ένα χρόνο ότι θα μπορούσαμε να φέρουμε στην Αθήνα τους ηγέτες των χωρών του
ευρωπαϊκού Νότου;
»
Η σχέση της Αθήνας με τους
εταίρους της έχει εδώ και καιρό αλλάξει. Το τίμημα για να συμβεί αυτό ήταν
βαρύ: η υπογραφή και αυστηρή εφαρμογή του 3ου Μνημονίου. Εκτός από
αυτό, ωστόσο, είναι και το ευρωιερατείο που υπό το βάρος ταυτόχρονων
κρίσεων-προκλήσεων (ευρώ, μεταναστευτικό, ισλαμική τρομοκρατία, εντυπωσιακή
άνοδος αντισυστημικών πολιτικών κομμάτων και προσφάτως το Brexit) υποχρεώνεται να βάλει νερό στο κρασί
του.
Ενδεικτική του νέου
κλίματος είναι η προ καιρού απόφαση να μην επιβληθούν κυρώσεις εναντίον της
Ισπανίας και της Πορτογαλίας για τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματά τους. Η
ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι ήταν ο ίδιος ο Σόιμπλε που αναγκάστηκε να
πρωτοστατήσει σ’ αυτή την απόφαση. Παρά τους αρχικούς λεονταρισμούς, το
αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος προσγείωσε ανωμάλως το ευρωιερατείο.
Το μέλλον της ΕΕ θα είναι
το κύριο θέμα στην ατζέντα της συνόδου κορυφής στη Μπρατισλάβα (16 Σεπτεμβρίου),
αλλά είναι αμφίβολο εάν οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι σε θέση να λάβουν τις
δραστικές αποφάσεις που μπορούν να προσδώσουν μία νέα δυναμική στο ενοποιητικό
εγχείρημα. Οι συμφωνίες στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή το μόνο που
εξασφαλίζουν είναι τη συνέχιση της χαμηλής πτήσης που συντηρεί την κρίση.
Στις 22 Αυγούστου, ο
Ρέντσι υποδέχθηκε σε ιταλικό αεροπλανοφόρο τον Ολάντ και την Μέρκελ σε μία προσπάθεια
να στείλουν το μήνυμα ότι η Ευρώπη παραμένει ενωμένη και δυνατή. Τα προβλήματα,
ωστόσο, είναι τόσα πολλά και τόσο οξυμένα που δεν αντιμετωπίζονται με
διακηρύξεις.
Το γεγονός ότι και ο
Γάλλος πρόεδρος και η Γερμανίδα καγκελάριος έχουν το 2017 κρίσιμες εκλογικές
μάχες δεν τους αφήνει και πολλά περιθώρια για τολμηρές κινήσεις. Πολύ
περισσότερο που οι επί της ουσίας διαφορές στους κόλπους της ΕΕ μοιάζουν ολοένα
και πιο αγεφύρωτες.
Σ’ αυτό το περιβάλλον ο
Τσίπρας επιχειρεί να συγκροτήσει ένα μέτωπο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου
εναντίον της λιτότητας. Οι συνθήκες είναι σχετικά ευνοϊκές, αν και θα ήταν
επιπόλαιο να προεξοφλήσει κανείς ότι το αποτέλεσμα της συνόδου της Αθήνας θα
είναι κάτι περισσότερο από εκδήλωση θετικών προθέσεων.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός έχει
κουραστεί να λέει σε κάθε ευκαιρία και σ’ όλους τους τόνους ότι για να
επιβιώσει η Ευρωζώνη πρέπει να αλλάξει οικονομικό δόγμα. Οι εκκλήσεις του,
όμως, για χαλάρωση της λιτότητας δεν βρίσκουν ανταπόκριση στο Βερολίνο και ο
ίδιος, τουλάχιστον μέχρι τώρα, δεν έδειχνε έτοιμος να προχωρήσει πέρα από
εκκλήσεις. Το γεγονός ότι το δίδυμο Μέρκελ-Σόιμπλε έδειξε μετά το Brexit κάποια σημάδια ευελιξίας, δεν
προεξοφλεί καθόλου ότι είναι διατεθειμένο να αλλάξει γραμμή πλεύσης.
Από την άλλη πλευρά, ο
Ρέντσι βλέπει τα πολιτικά του περιθώρια να στενεύουν. Το ενδεχόμενο να χάσει το
επικείμενο δημοψήφισμα, το οποίο ο ίδιος έχει προκηρύξει, δεν είναι καθόλου
απίθανο. Αυτό σημαίνει ότι έχει ζωτική πολιτική ανάγκη από δραστικές κινήσεις
για να αλλάξει το βαρύ κλίμα στην Ιταλία που έχει οδηγήσει το Κίνημα των Πέντε
Αστέρων του Γκρίλο να διεκδικεί την πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων.
Η σύνοδος της Αθήνας του
προσφέρει μία ευκαιρία, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπράξει μαζί του ο Ολάντ. Εκεί
βρίσκεται το κλειδί και στο Μαξίμου το γνωρίζουν. Η εκ των προτέρων υποστήριξη
που θα έχει ο Τσίπρας από τον Πορτογάλο ομόλογό του Κόστα δεν αρκεί για να
συγκροτηθεί πραγματικά ένα μέτωπο πίεσης στο εσωτερικό της Ευρωζώνης.
Ο Ολάντ συμφωνεί με τη
χαλάρωση της λιτότητας. Είναι αμφίβολο, όμως, εάν για να την προωθήσει θα
τολμήσει να αντιπαρατεθεί στο Βερολίνο παρότι η δημοτικότητα της Μέρκελ είναι
στα κατώτερα επίπεδά της. Αν και στη Γαλλία πολλοί δυσφορούν με τη μετατόπιση
του κέντρου βάρος προς τη Γερμανία, το Παρίσι διστάζει να διακινδυνεύσει μία
ανοικτή αντιπαράθεση.
Στην Αθήνα ελπίζουν για το
καλύτερο αποτέλεσμα, έχοντας συνείδηση πως εάν καταστεί δυνατή η συγκρότηση
ενός τέτοιου μετώπου, το ελληνικό πρόβλημα θα ενταχθεί σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο.
Σύμφωνα με κυβερνητική πηγή, «έχει
κρίσιμη σημασία όχι μόνο να ικανοποιήσουμε το γρηγορότερο τα προαπαιτούμενα που
εκκρεμούν από την 1η αξιολόγηση, αλλά και να ολοκληρώσουμε τη 2η
αξιολόγηση. Δεν πρέπει να δώσουμε προσχήματα σ’ όσους θα προσπαθήσουν να βάλουν
τρικλοποδιά στην αναδιάρθρωση του χρέους
».
Αυτός είναι ο λόγος που η
επιστολή των επιτρόπων Ντομπρόβσκις, Μοσχοβισί και Τίσεν για την παραπομπή του
Γεωργίου προκάλεσε όχι μόνο δυσφορία για την ωμή παρέμβαση, αλλά και ανησυχία
στο Μαξίμου. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, αποφασίσθηκε η κυβέρνηση να
οχυρωθεί πίσω από την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και να κρατήσει αποστάσεις με
το επιχείρημα ότι η υπόθεση δεν αφορά. Ταυτοχρόνως, αποφασίσθηκε να εκδηλωθεί
και η δυσαρέσκεια για την παρέμβαση. Σ’ αυτήν ακριβώς τη γραμμή κινήθηκε η
απάντηση του Τσακαλώτου.
Στη συνάντηση, όμως, που ο
ίδιος είχε λίγες ημέρες αργότερα με τον επίτροπο Μοσχοβισί, έλαβε το μήνυμα ότι
σύσσωμο το ευρωιερατείο είναι αποφασισμένο να τραβήξει το σκοινί. Όπως μας είπε
κυβερνητικός παράγοντας, «ξέρουμε πως ο
Γεωργίου έδρασε με τις ευλογίες, εάν όχι με τις εντολές, των δανειστών. Γι’
αυτό και προσπαθούν να τον προστατεύσουν. Εάν καταδικαστεί, θα δημιουργηθεί
αρνητικό προηγούμενο. Ο επόμενος που θα κληθεί να παίξει τον ρόλο που θέλουν οι
δανειστές θα το σκεφτεί πολύ πριν πει το ναι. Γι’ αυτό και επιβάλουν καθεστώς
ασυλίας για τους ανθρώπους τους. Μόνο που για την περίπτωση Γεωργίου η σφαίρα
έχει φύγει από την κάνη
».
Όταν του ζήτησα να διευκρινίσει
τι σημαίνει αυτό ήταν σαφής: «Η παραπομπή
Γεωργίου μας βολεύει πολιτικά, επειδή βάζει σφήνα στο εσωτερικό της ΝΔ, αλλά
και επειδή ανταποκρίνεται στο δημόσιο αίσθημα. Μας εκβίασαν να αναγνωρίσουμε τα
στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, λες και είχαμε θέσει ζήτημα ανατροπής του προγράμματος. Ο
Χουλιαράκης τα αναγνώρισε στη Βουλή. Και λοιπόν; Η παραπομπή του Γεωργίου θα
σταματήσει;
».
Ο συνομιλητής μας φαίνεται
πως έχει δίκιο, αν κρίνουμε από την προχθεσινή δήλωση Ντάισελμπλουμ. Ο πρόεδρος
του Eurogroup
είπε ότι η δίωξη του
Γεωργίου είναι μεγάλο λάθος, αλλά έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να
εκτροχιάσει το ελληνικό πρόγραμμα.
Πηγή στις Βρυξέλλες που
ρωτήσαμε σχετικά, μας είπε πως «στην
Κομισιόν και όχι μόνο εκεί έχουν ενοχληθεί πολύ από το ξανάνοιγμα της υπόθεσης
Γεωργίου. Συνειδητοποιούν, όμως, ότι δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα για
να τον προστατεύσουν. Απαίτησαν από την Αθήνα να αναγνωρίσει την αναθεώρηση του
ελλείμματος και αυτή ανταποκρίθηκε. Το μόνο που μπορούν να κάνουν περισσότερο
είναι να της ασκήσουν παρασκηνιακή πίεση για να πέσει ο Γεωργίου στα μαλακά»
.
Για τον Τσίπρα και το
επιτελείο του έχει κρίσιμη σημασία να περάσει στην κοινή γνώμη ότι σιγά-σιγά η
οικονομία σταθεροποιείται και εισέρχεται σε τροχιά ανάπτυξης. Η καλλιέργεια
θετικών προσδοκιών, όμως, προσκρούει στην εξαιρετικά δύσκολη πραγματικότητα που
αντιμετωπίζουν τα μικρομεσαία στρώματα, από τα οποία και αντλεί ψήφους ο
ΣΥΡΙΖΑ.
Στο πλαίσιο αυτό, αλλά και
για ουσιαστικούς λόγους, η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους προσλαμβάνει κρίσιμη
οικονομική και πολιτική σημασία. Η έκφραση ικανοποίησης από τη Λαγκάρντ για την
προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά κυρίως η δήλωσή της ότι το ΔΝΤ δεν
πρόκειται να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα εάν δεν αναδιαρθρωθεί το χρέος
εκ των πραγμάτων ενισχύει τη σχετική διεκδίκηση της Αθήνας.

Οι μήνες που μεσολαβούν
μέχρι το τέλος της χρονιάς θα είναι κρίσιμοι. Αν και το Βερολίνο είναι αρνητικό
όσον αφορά τη λήψη απόφασης σ’ αυτό το διάστημα για την αναδιάρθρωση του
χρέους, είναι εγκλωβισμένο στη δική του αντίφαση. Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο
ελληνικό πρόγραμμα είχε τεθεί ως όρος για την έγκριση των δανειακών συμβάσεων
από το γερμανικό Κοινοβούλιο και όχι μόνο. Ως εκ τούτου μία οριστική άρνηση εκ
μέρους του Ταμείου πιθανόν να αναζωπυρώσει το ελληνικό πρόβλημα χωρίς ευθύνη
της Αθήνας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη σταθερότητα της πολλαπλά δοκιμαζόμενης
Ευρωζώνης.

 Δημοσιεύθηκε στο Πρώτο Θέμα 4-9-2016

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις16 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO17 λεπτά πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή1 ώρα πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Δημοφιλή