Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Είναι ο Τραμπ Όμηρος στο Κόμμα του Πολέμου;

Δημοσιεύτηκε στις

Patrick Buchanan 17-4-18
[Αυτή η ανάλυση, του έγκυρου Αμερικανού πολιτικού,
πολιτικού συμβούλου και πολιτικού σχολιαστή, είναι κατατοπιστική για την
κατάσταση στο «εσωτερικό μέτωπο» των ΗΠΑ, στην σημερινή τους στάση αναμέτρησης
απέναντι στην Ρωσία στη Συρία και τους συμμάχους της, αλλά και για τα σχέδια
που έχουν κατά νουν το Κόμμα του Πολέμου και οι «ξένοι ηγετικοί κύκλοι» -που
αποφεύγει να κατονομάσει- για «την κυριαρχία στην Μέση Ανατολή… των Σουνιτών» -όπως
γράφει (από πολιτικής σκοπιμότητας αστοχία) στην καταληκτική φράση του.]
Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού

«Πριν δέκα ημέρες, ο Πρόεδρος Τραμπ έλεγε ότι οι ΗΠΑ θα
πρέπει να αποχωρήσουν από την Συρία. Τον επείσαμε ότι είναι απαραίτητο να  παραμείνουν.»
΄Ετσι εκόμπαζε ο Γάλλος Πρόεδρος Εμμάνουελ Μακρόν το
Σάββατο, προσθέτοντας:
«Τον πείσαμε πως ήταν απαραίτητο να μείνουν για πολύ.»
Είναι
πράγματι «για πολύ» οι ΗΠΑ στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας;
Εάν ναι, ποιος πήρε αυτή την μοιραία για
την Αμερικανική Δημοκρατία απόφαση
;
Η πρεσβευτής στον ΟΗΕ Νίκι Χάλι επιβεβαίωσε την Κυριακή
ότι δεν θα αποσυρθούν οι 2.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί από την Συρία, πριν επιτευχθούν
τρείς στόχοι: Θα πρέπει να νικήσουμε πλήρως το «Ισλαμικό Κράτος». Να
εξασφαλίσουμε ότι χημικά όπλα δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ πια από τον Άσαντ. Και
να διατηρήσουμε την ικανότητα εποπτείας του Ιράν.
Μετάφραση: « Ότι
κι΄ αν λέει ο Τραμπ, η Αμερική δεν αποχωρεί από την Συρία.
Θα προχωρήσουμε
ακόμη βαθύτερα. Η δέσμευση του Τραμπ  να
μας βγάλει από αυτούς τους πνιγμένους στο αίμα μεσανατολικούς πολέμους που μας
οδηγούν στην χρεωκοπία και να επιδιώξουμε μια νέα προσέγγιση με την Ρωσία είναι
ανεφάρμοστη.»
Το
Κόμμα του Πολέμου, που ο Τραμπ κατατρόπωσε στις προκριματικές εκλογές, έχει
αιχμαλωτίσει και καταστρώνει την εξωτερική πολιτική.

Στην Γουώλ Στρητ Τζέρναλ της Δευτέρας η σελίδα της αρθρογραφίες έβριθε σχεδίων
πολέμου.
« Η καλύτερη αμερικανική στρατηγική είναι . .. να
μεταβληθεί η Συρία σε ένα Βιετνάμ του Ιράν. Μόνο όταν η Ρωσία και το Ιράν
αρχίσουν να πληρώνουν ένα μεγαλύτερο τίμημα στην Συρία θα έχουν ένα κίνητρο να
τερματίσουν τον πόλεμο ή να εξετάσουν μιαν ειρήνη με διαίρεση της χώρας σε
θύλακες, ανά εθνοτική σύνθεση.»
Προφανώς,
πρέπει να αποστραγγίσουμε από αίμα την Συρία, την Ρωσία, τους Εσμπολά και το
Ιράν, μέχρις ότου αποκάμουν και υποταγούν στον διαμελισμό της Συρίας κατά τις
δικές μας επιθυμίες.

Αλλά υποθέστε ότι, όπως στον δικό μας εμφύλιο του
1861-1865, τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο του 1936-1939 και τον κινεζικό του
1945-1949, ο ΄Ασαντ και οι σύμμαχοί του, Ρώσοι, Ιρανοί, Εσμπολά και Σιϊτικές
πολιτοφυλακές, επιμένουν μέχρι τέλους για να κερδίσουν τον πόλεμο και να
ενοποιήσουν το έθνος.
Υποθέστε ότι διαλέγουν να πολεμήσουν και να στερεώσουν
την νίκη που έχουν κερδίσει μετά εφτά χρόνια εμφύλιου πολέμου. Που θα βρούμε στρατό
να ανακαταλάβει τα εδάφη που οι αντάρτες
μας
έχουν χάσει; ΄Η απλώς βομβαρδίζουμε συνέχεια χωρίς οίκτο;
Οι
Βρετανοί και οι Γάλλοι λένε πως θα μας υποστηρίξουν σε μελλοντικές επιθέσεις
εάν χρησιμοποιηθούν χημικά όπλα, αλλά δεν κάνουν βουτιά στη Συρία.

Ο υπουργός Αμύνης Τζέιμς Μάτις προσδιόρισε το συμμαχικό
βομβαρδισμό ως μεμονωμένο πλήγμα. Ο Βρετανός υπουργός των Εξωτερικών Μπόρις
Τζόνσον φαίνεται να συμφωνεί: « Ο υπόλοιπος πόλεμος στη Συρία πρέπει να
εξελιχτεί όπως έχει».
Ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Συρία Ράϊαν Κρόκερ και ο
Μάϊκλ Οχάνλον, εξέχων εταίρος του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς, έγραψαν στην Γουώλ
Στρητ Τζέρναλ της Δευτέρας:
« Την επόμενη φορά, οι ΗΠΑ πρέπει να ανεβάσουν τον πήχη,
να χτυπήσουν το στρατιωτικό αρχηγείο, την πολιτική ηγεσία και ίσως ακόμη και
τον ίδιο τον ΄Ασαντ. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να τσακίσουν το σύνολο σχεδόν της αεροπορίας
του. Στόχοι και στο εσωτερικό του Ιράν δεν θα πρέπει να αποκλειστούν.»
Και
πότε το Κογκρέσο εξουσιοδότησε τις ΗΠΑ για πολεμική δράση εναντίον της Συρίας,
των αεροπορικών της δυνάμεων και της ηγεσίας της;
Πότε
εξουσιοδότησε το Κογκρέσο τον φόνο του Προέδρου της Συρίας, μιας χώρας που ποτέ
δεν μας επιτέθηκε;
Μπορούν
οι ΗΠΑ να επιτεθούν και στο Ιράν και να σκοτώσουν τον Αγιατολαχ, χωρίς να
συμβουλευτούν το Κογκρέσο
;
 Με την Αμερική να
πολεμά σε έξη χώρες, ο αρχιστράτηγος Τραμπ ασφαλώς δεν θέλει νέους πολέμους, ή
την διεύρυνση όποιων συνεχιζόμενων πολέμων στην Μέση Ανατολή. Αλλά
εξαναγκάζεται να γίνει ένας πρόεδρος πολέμου για την προαγωγή των σχεδίων ξένων
ηγετικών κύκλων, που όλοι τους χωρίς εξαίρεση αντιτάχθηκαν στην εκλογή του.
Έχουμε
έναν απρόθυμο Πρόεδρο που εξωθείται σε έναν πόλεμο στον οποίο δεν θέλει να
εμπλακεί. Αυτό είναι μια συνταγή για στρατηγική καταστροφή. Παρόμοια με του
Βιετνάμ ή με τόνπόλεμο του Τζωρτζ Μπους για να αφαιρέσει από το Ιράκ τα «όπλα
μαζικής καταστροφής» που δεν υπήρχαν.

Το Κόμμα του Πολέμου φαίνεται να πιστεύει ότι εάν
εξαπολύσουμε περισσότερα και φονικότερα πλήγματα στη Συρία, προκαλώντας θύματα
στους Ρώσους, τους Ιρανούς, τους Εσμπολά και στον στρατό της Συρίας, αυτοί θα
ενδώσουν στις αξιώσεις μας.
Αλλά που είναι τα στοιχεία γι΄αυτό;
Γιατί
να πιστέψουμε πως αυτές οι δυνάμεις θα παραδώσουν αυτά που πλήρωσαν με αίμα για
να κερδίσουν; Και αν αποφασίσουν να πολεμήσουν και να διευρύνουν τον πόλεμο
στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, είμαστε ετοιμασμένοι γι’ αυτό;

΄Οσο για την δήλωση του Τραμπ την Παρασκευή, « Καμιά
ποσότητα αίματος και πλούτου δεν μπορεί να αγοράσει την ειρήνη στην Μέση
Ανατολή», η Ουάσιγκτον Ποστ της Κυριακής, την απορρίπτει ως «μοιρολατρική» και «αποπλανημένη».
«Έχουμε
ζωτικό συμφέρον –γράφει η Ποστ- να εμποδίσουμε το Ιράν να δημιουργήσει έναν
«χερσαίο διάδρομο» διαμέσου της Συρίας.»

Ωστόσο ας εξετάσουμε πως απέκτησε το Ιράν αυτόν τον
«χερσαίο διάδρομο» 
Οι Σιίτες το 1979 ανέτρεψαν τον Σάχη, τον οποίο η δική
μας CIA είχε εγκαταστήσει το 1953.
Οι Σιίτες ελέγχουν το Ιράκ, επειδή ο Πρόεδρος Μπους
εισέβαλε και ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν και το Σουνιτικό κόμμα του, Μπάαθ,
διέλυσε τον Σουνιτικό κυρίως  στρατό του
Ιράκ και άφησε την Σιϊτική πλειοψηφία να αποκτήσει τον έλεγχο της χώρας.
Οι Σιίτες κυριαρχούν στον Λίβανο επειδή εγέρθηκαν και
έτρεψαν σε φυγή τους Ισραηλινούς, που εισέβαλαν το 1982 για να εκδιώξουν τους
Παλαιστίνιους.
Ποιος αριθμός Αμερικανών νεκρών θα απαιτηθεί για να αντιστραφεί αυτή η
Ιστορία;

Πόσο καιρό πρέπει να μείνουμε στην Μέση Ανατολή για να
εξασφαλίσουμε την ηγεμονία του Σουνιτών επάνω στους Σιίτες;

https://www.cnsnews.com/commentary/patrick-j-buchanan/patrick-buchanan-trump-prisoner-war-party

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις35 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Δημοφιλή