Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τα ανοίγματα Ερντογάν και οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες

Δημοσιεύτηκε στις

του Σταύρου Λυγερού

Μπορεί “οi παροικούντες την Ιερουσαλήμ” να γνώριζαν τις παρασκηνιακές συνομιλίες για την εξομάλυνση των σχέσεων της Τουρκίας και με το Ισραήλ και με τη Ρωσία, αλλά ο συγχρονισμός δημιούργησε οπωσδήποτε εντυπώσεις. Η πραγματικότητα είναι ότι με την εξωτερική πολιτική του το καθεστώς Ερντογάν είχε ανοίξει πολλά και δύσκολα διαχειρίσιμα μέτωπα.
Το δόγμα Νταβούτογλου για “μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες” είχε στην πράξη μετατραπεί σε “προβλήματα με όλους τους γείτονες”. Με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία τα προβλήματα είναι γνωστά. Το ίδιο και με την Αρμενία. Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα, η αντιπαλότητα της Τουρκίας με το Ιράν επανήλθε.
Οι σχέσεις της με το Ιράκ είναι προβληματικές και με την Ιορδανία επιφυλακτικές. Στην Αίγυπτο, η Άγκυρα υποστήριξε δυναμικά τον ισλαμιστή πρόεδρο Μόρσι (Αδελφοί Μουσουλμάνοι) και εξίσου δυναμικά κατήγγειλε το πραξικόπημα που τον ανέτρεψε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι σχέσεις με το Κάιρο να είναι εχθρικές.

Στην προσπάθειά του να οικοδομήσει το προφίλ του ηγέτη των απανταχού μουσουλμάνων ο Ερντογάν ύψωσε εδώ και χρόνια τη σημαία του προστάτη των Παλαιστινίων. Η επιλογή του αυτή τον έφερε σε τροχιά σύγκρουσης με το Ισραήλ και διέλυσε την άλλοτε στρατηγική σχέση των δύο χωρών. Το αποκορύφωμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η αιματηρή επίθεση Ισραηλινών κομάντος εναντίον του τουρκικού πλοίου Μαβί Μαρμαρά (Μάιος του 2010), το οποίο είχε επιχειρήσει να σπάσει τον αποκλεισμό της Γάζας.
Πριν την εκδήλωση της “Αραβικής Άνοιξης”, η Άγκυρα είχε προσπαθήσει να προσδέσει στο άρμα της τη Συρία του Άσαντ. Η Δαμασκός, όμως, έδειξε απροθυμία να μετατραπεί σε προστατευόμενο κράτος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όταν εκδηλώθηκε η αντικαθεστωτική σουνιτική εξέγερση στη Συρία, ο Ερντογάν να κάνει στροφή και να θέσει ως στόχο την ανατροπή του πρώην συμμάχου του.
Ήταν η εποχή που και η Δύση είχε τον ίδιο στόχο, προσδοκώντας ότι όχι μόνο θα ξεφορτωνόταν ένα ανεπιθύμητο καθεστώς, αλλά και ότι θα πέταγε τους Ρώσους εκτός Μεσογείου. Υπενθυμίζουμε ότι οι μόνες ρωσικές βάσεις στη Μεσόγειο βρίσκονται στη βορειοδυτική Συρία.
Με τις ευλογίες Αμερικανών και Ευρωπαίων, η Τουρκία έσπευσε να αναλάβει την εργολαβία της ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ. Στο πλαίσιο αυτό ενίσχυσε ποικιλοτρόπως τους κάθε είδους τζιχαντιστές, οι οποίοι και σήκωναν το κύριο βάρος του πολέμου εναντίον του συριακού στρατού. Μεταξύ αυτών και ενίσχυε και το Ισλαμικό Κράτος και την Αλ Νάσρα που είναι το επίσημο παράρτημα της Αλ Κάιντα στη Συρία.
Από την Τουρκία εισήλθαν στη Συρία οι χιλιάδες φανατικοί μουσουλμάνοι από τρίτες χώρες. Η Τουρκία εκπαίδευε και εφοδίαζε με όπλα και κάθε είδους προμήθειες τις τζιχαντιστικές οργανώσεις. Σε δικά της νοσοκομεία έβρισκαν περίθαλψη οι τραυματίες ισλαμιστές. Η σημαντικότερη πηγή εσόδων του Ισλαμικού Κράτους ήταν το λαθρεμπόριο πετρελαίου. Ο κύριος όγκος του πετρελαίου που αντλείται από τις κατειλημμένες πετρελαιοπηγές διοχετευόταν στην Τουρκία. Είναι αξιοσημείωτο ότι από τουρκικής πλευράς, την εκμετάλλευση αυτού του λαθρεμπορίου είχε ο Μπιλάλ Ερντογάν, υιός του Τούρκου προέδρου.
Όσο η Δύση, όμως, έδινε προτεραιότητα στην ανατροπή του Άσαντ και έκανε πως δεν έβλεπε τους τζιχαντιστές που φορούσαν το καπέλο του αντι-Άσαντ Ελεύθερου Συριακού Στρατού, η Άγκυρα δεν είχε πρόβλημα. Οι τελετουργικοί αποκεφαλισμοί, όμως, προκάλεσαν σοκ στη δυτική κοινή γνώμη και υποχρέωσαν την Ουάσιγκτον να στραφεί εναντίον των τζιχαντιστών.
Αλλά ούτε και τότε οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί είχαν στόχο την πλήρη εξουδετέρωση του Ισλαμικού Κράτους, επειδή οι ΗΠΑ δεν είχαν παραιτηθεί από την επιδίωξή τους να ανατρέψουν στρατιωτικά το καθεστώς Άσαντ. Από τότε, όμως, η νεοοθωμανική Τουρκία βρέθηκε να αποκλίνει. Ενώ η Δύση άρχισε ολοένα και περισσότερο να στηρίζεται στους Κούρδους της Συρίας για να πετύχει την ανάσχεση των τζιχαντιστών, η Άγκυρα είχε πρώτη προτεραιότητά της να διαλύσει τα κουρδικά καντόνια στη βόρειο Συρία που ελέγχει ο εκεί κλάδος του PKK.
Για την ακρίβεια, το καθεστώς Ερντογάν είχε αναθέσει αυτή την εργολαβία στο Ισλαμικό Κράτος ως αντάλλαγμα για την πολυποίκιλη βοήθεια που του πρόσφερε. Πράγματι, οι τζιχαντιστές έκαναν σφοδρές επιθέσεις με κορυφαία επιχείρηση την πολύμηνη πολιορκία της στρατηγικής σημασίας κουρδικής πόλης Κομπάνι. Δεν κατάφεραν, όμως, να την καταλάβουν, γεγονός που άλλαξε τα δεδομένα και στο στρατιωτικό και στο πολιτικοδιπλωματικό επίπεδο.
Το συριακό πρόβλημα τορπίλισε και το ρωσοτουρκικό φλέρτ. Παρά τον παραδοσιακό γεωπολιτικό ανταγωνισμό των δύο χωρών, αφενός η εντυπωσιακή ανάπτυξη των εμπορικών και οικονομικών σχέσεών τους, αφετέρου η τάση του Ερντογάν να αυτονομείται από την Ουάσιγκτον και να κάνει παιχνίδι για λογαριασμό του, διευκόλυναν την πολιτική προσέγγιση Μόσχας-Άγκυρας. Ο Πούτιν είχε κάθε λόγο να ανταποκρίνεται και να υποδαυλίζει την τάση διαφοροποίησης των νεοοθωμανών από τη Δύση.
Όπως προαναφέραμε, όμως, το φλερτ προσέκρουσε στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των δύο πλευρών στο συριακό μέτωπο. Η Ρωσία όχι μόνο συνέχισε να στηρίζει το καθεστώς Άσαντ, αλλά και παρενέβη πιο δυναμικά στο στρατιωτικό επίπεδο. Οι ρωσικοί βομβαρδισμοί άλλαξαν τον συσχετισμό δυνάμεων στο έδαφος.
Μετά από αρκετές διαμαρτυρίες ότι οι Ρώσοι βομβάρδιζαν συμμάχους της αντάρτες Τουρκομάνους, το Νοέμβριο του 2015, η Άγκυρα έδωσε εντολή κατάρριψης ενός ρωσικού βομβαρδιστικού με το επιχείρημα ότι για λίγα δευτερόλεπτα είχε εισέλθει στον τουρκικό εναέριο χώρο! Ο Ερντογάν πίστευε ότι με αυτή την κίνηση θα υποχρέωνε το ΝΑΤΟ να στοιχηθεί πίσω του και κατ’ αυτό τον τρόπο να αποκτήσει πλεονέκτημα στο συριακό μέτωπο.
Αυτό, όμως, δεν συνέβη. Η Ουάσιγκτον ήλθε σε μία συνεννόηση με τη Μόσχα στο πεδίο της Συρίας, γεγονός που επέτεινε την πολιτικοδιπλωματική απομόνωση της Τουρκίας. Και για τους Αμερικανούς και για τους Ευρωπαίους, άλλωστε, ο Ερντογάν ήταν πλέον ένας τυχοδιώκτης και απρόβλεπτος ηγέτης. Ναι μεν δεν ήθελαν να στραφούν ανοικτά εναντίον του για να μη αποξενώσουν την Τουρκία, αλλά δεν χάνουν ευκαιρία να του βάζουν τρικλοποδιές.
Με άλλα λόγια, η Άγκυρα κατάφερε να φθάσει στα όρια της σύγκρουσης με τη Μόσχα, να υποστεί επώδυνες κυρώσεις και ταυτοχρόνως να αντιμετωπίζεται με ψυχρότητα από την Ουάσιγκτον. Η προσπάθεια του Ερντογάν να πιέσει την Ευρώπη με το προσφυγικό-μεταναστευτικό κύμα για να αποσπάσει ανταλλάγματα έφερε κάποιο αποτέλεσμα, αλλά δεν άλλαξε ποιοτικά τη μεγάλη εικόνα.
Η αποτυχία του Ισλαμικού Κράτους να διαλύσει τα κουρδικά καντόνια, σε συνδυασμό με τις ασφυκτικές πιέσεις των Αμερικανών να σταματήσει την υποστήριξη προς τους τζιχαντιστές, υποχρέωσαν την Άγκυρα να αλλάξει ρότα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι άλλοτε άτυποι προστατευόμενοι του Ερντογάν να θεωρήσουν τη στάση του προδοσία και να του κηρύξουν τον πόλεμο.
Αυτό επιβεβαιώθηκε από το εξής περιστατικό: Στην επαρχία Ούρφα, στη νοτιοανατολική Τουρκία, οι τουρκικές αρχές είχαν επιτρέψει σε εμίρη του Ισλαμικού Κράτους να ασκεί εξουσία στον τοπικό αραβικό πληθυσμό με σκοπό τη δημιουργία ενός τοπικού αντίβαρου στο κουρδικό PKK. Όταν, όμως, οι σχέσεις με τους τζιχαντιστές χάλασαν, οι τουρκικές αρχές ασφαλείας συνέλαβαν τον εμίρη και από την έρευνα στον υπολογιστή του διαπίστωσαν ότι είχε εντολές να οργανώσει την παρακολούθηση στόχων και να εξασφαλίσει πληροφορίες με σκοπό την οργάνωση βομβιστικών επιθέσεων.
Οι διαδοχικές βομβιστικές επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους απέδειξαν πως δεν επρόκειτο μόνο για σχεδιασμούς επί χάρτου. Έχουν κοστίσει πολύ σε αίμα και έχουν μετατρέψει την Τουρκία σε επικίνδυνη χώρα. Τελευταίο κρούσμα η πολύνεκρη επίθεση στο πολυσύχναστο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης.
Ο τουρισμός, που αντιπροσωπεύει το 12% του τουρκικού ΑΕΠ, έχει υποστεί καθίζηση. Στην απώλεια των Ρώσων τουριστών ήλθε να προστεθεί και η ανασφάλεια που διώχνει τους τουρίστες. Ο φετινός Μάιος είχε πτώση 35% σε σύγκριση με τον περσινό. Και οι επόμενοι μήνες αναμένεται να πάνε ακόμα χειρότερα.
Η Τουρκία είναι εύκολος στόχος για το Ισλαμικό Κράτος. Οι δράστες της τελευταίας βομβιστικής επίθεσης ήταν τζιχαντιστές καταγόμενοι από το Νταγκεστάν της Ρωσίας, από το Ουζμπεκιστάν και από την Κιργιζία. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτής της κατηγορίας τα άτομα είχαν βρει όχι μόνο καταφύγιο, αλλά και πολύπλευρη υποστήριξη στην Τουρκία. Οι νεοοθωμανοί τους θεωρούσαν “αγωνιστές αδελφούς”.
Εκτός αυτού, όμως, είναι πολλοί πλέον και οι Τούρκοι που έχουν προσχωρήσει στον τζιχαντισμό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά δύσκολη η αποτροπή επιθέσεων αυτοκτονίας.
Αντιμέτωπος με αυτό το πολιτικό τοπίο, ο Ερντογάν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε άλλα περιθώρια να διατηρεί ανοικτά τόσα πολλά μέτωπα.
Πρώτη κίνησή του ήταν να ολοκληρώσει τις εδώ και χρόνια διεξαγόμενες παρασκηνιακές συνομιλίες με σκοπό την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ.
Η Άγκυρα είχε θέσεις τρεις όρους: Πρώτον, το Ισραήλ να ζητήσει συγγνώμη για την επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά το 2010. Δεύτερον, να αποζημιώσει τα θύματα. Και τρίτον να άρει τον αποκλεισμό της Γάζας. Πιεζόμενος και από τους ισχυρούς Εβραίους της Τουρκίας, ο Νετανιάχου είχε ζητήσει συγγνώμη και αργότερα είχε δεχθεί την καταβολή αποζημιώσεων. Αρνιόταν, όμως, την άρση του αποκλεισμού της Γάζας παρότι δεχόταν σχετικές πιέσεις και από τη Δύση.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει εδώ και χρόνια να κλείσει το ρήγμα ασφαλείας που δημιούργησε στην Ανατολική Μεσόγειο η ρήξη Τουρκίας-Ισραήλ. Υπό την αμερικανική πίεση τελικά βρέθηκε ένας συμβιβασμός. Θα επιτραπεί στην Τουρκία να κάνει κάποια έργα στη Λωρίδα της Γάζας, αλλά μέσα από ισραηλινό λιμάνι και υπό την εποπτεία των ισραηλινών αρχών. Ο λόγος που ο Ερντογάν δεν επέμεινε στον τρίτο όρο του είναι ότι θέλει να κλείσει μέτωπα.
Ο λόγος που το Ισραήλ έκανε υποχωρήσεις είναι διπλός: Στο πολιτικό επίπεδο θέλει την Τουρκία ως πρόσθετο παράγοντα ανάσχεσης του Ιράν. Οι Ισραηλινοί έχουν ομολογήσει δημοσίως πως γι’ αυτούς ο κύριος αντίπαλος δεν είναι το Ισλαμικό Κράτος, αλλά το καθεστώς Άσαντ και η Χεζμπολά του Λιβάνου που συνδέονται στενά με την Τεχεράνη.
Στο οικονομικό επίπεδο ο λόγος είναι κυρίως η διοχέτευση του φυσικού αερίου προς την Τουρκία και από εκεί προς την Ευρώπη. Όσο καθυστερεί η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων τόσο αυξάνει το κόστος για τις εταιρείες. Η ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων στην ΑΟΖ της Αιγύπτου καθιστά προοπτικά αυτή τη χώρα αυτάρκη και άρα όχι πελάτη. Ούτε η Ιορδανία μπορεί να απορροφήσει τη συνολική παροχή.
Οι εταιρείες θεωρούν πως η πιο συμφέρουσα λύση είναι η διοχέτευση 30 περίπου δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου τον χρόνο στην Τουρκία. Αυτή θα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της το ένα τρίτο και τα υπόλοιπα δύο τρίτα θα τα διοχετεύει στην Ευρώπη.
Εδώ εμπλέκεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Χωρίς λύση του Κυπριακού ο δρόμος προς την Τουρκία θα πρέπει να περάσει από τη Συρία. Αυτό είναι αδύνατο όσο δεν βρίσκεται βιώσιμη πολιτική λύση στο Συριακό που να αποκαταστήσει τη σταθερότητα.
Ο Νετανιάχου έσπευσε να διαβεβαιώσει τη Λευκωσία και την Αθήνα ότι δεν αλλάζει τίποτα στην τριμερή στρατηγική σχέση που έχει διαμορφώσει μαζί τους τα τελευταία χρόνια. Υπενθυμίζουμε ότι η Κύπρος και η Ελλάδα εξασφαλίζουν στο Ισραήλ το στρατηγικό βάθος που έχει ζωτική ανάγκη.
Η εξομάλυνση των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων δεν αποκλείεται να προσλάβει δυναμική επαναπροσέγγισης. Εμπόδιο σ’ αυτό είναι η άτυπη, αλλά ξεκάθαρη υποστήριξη του Ισραήλ προς τον αγώνα των Κούρδων για ίδρυση δικού τους κράτους. Εάν, πάντως, η εξομάλυνση εξελιχθεί σε επαναπροσέγγιση οι ισορροπίες θα αλλάξουν σε βάρος του Ελληνισμού.
Είναι ενδεικτικό ότι το τελευταίο διάστημα η Τουρκία όχι μόνο συνεχίζει τις παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου, αλλά πραγματοποιεί πτήσεις πάνω από ελληνικά νησιά. Εκτός αυτού, έχει δεσμεύσει καλοκαιριάτικα μία θαλάσσια περιοχή μεταξύ Σκύρου και Ψαρών για την πραγματοποίηση αεροναυτικής άσκησης. Με άλλα λόγια, στέλνει το μήνυμα ότι η πίεση προς την Αθήνα δεν πρόκειται να χαλαρώσει.
Οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο θα καταστούν ακόμα δυσκολότερες για τον Ελληνισμό εάν ευοδωθούν οι μυστικές συνεννοήσεις για εξομάλυνση των σχέσεων της Άγκυρας και με το Κάιρο. Ο όρος που έχει θέσει το καθεστώς Σίσι είναι η Τουρκία να σταματήσει την υποστήριξή της προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους.
Αντίστοιχο όρο είχε θέσει και το Ισραήλ όσον αφορά την τουρκική πολιτική υποστήριξη προς τη Χαμάς. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, ο Ερντογάν έχει ρίξει γέφυρες ακόμα και προς το καθεστώς Άσαντ! Ρόλο μεσολαβητή παίζει το Αλγέρι.
Παράλληλα με τα παραπάνω ανοίγματα, η Άγκυρα τον τελευταίο καιρό κίνησε γη και ουρανό για να εξομαλύνει τις σχέσεις της και με τη Μόσχα. Ρόλο μεσολαβητή έπαιξαν το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν. Οι συνεννοήσεις κατέληξαν και η αποκατάσταση των σχέσεων δρομολογήθηκε με την επιστολή συγγνώμης που έστειλε τις προηγούμενες ημέρες ο Ερντογάν στον Πούτιν για την κατάρριψη του ρωσικού βομβαρδιστικού τον περασμένο Νοέμβριο.
Όπως είχε προσυμφωνηθεί, ο Ρώσος πρόεδρος απάντησε θετικά με τηλεφώνημά του στον Τούρκο ομόλογό του. Το επόμενο βήμα ήταν η συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών Λαβρόφ και Τσαβούσογλου στο Σότσι και η ρωσική ανακοίνωση για σταδιακή άρση των κυρώσεων. Σταθμός σ’ αυτή τη διαδικασία θα είναι η συνάντηση των δύο ηγετών πιθανότατα τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.
Για την Τουρκία το κλείσιμο του μετώπου με τη Ρωσία δεν θα έχει μόνο θετικές επιπτώσεις στο οικονομικό επίπεδο. Παρά το τσαλάκωμα σε επίπεδο κύρους, επιτρέπει στον Ερντογάν να διευρύνει τα περιθώρια κινήσεών του και έναντι της Δύσης.
Για τη Μόσχα τα οφέλη είναι επίσης σημαντικά. Ουσιαστικά, εξουδετερώνει την Άγκυρα ως αντίπαλο παίκτη στο συριακό μέτωπο. Εκτός αυτού, αναβιώνει το σχέδιο κατασκευής του νότιου αγωγού για τη μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη, το οποίο είχε παγώσει.
Για τη Μόσχα το σχέδιο αυτό είναι ζωτικής σημασίας. Δεν επιθυμεί το ρωσικό φυσικό αέριο να πηγαίνει στην Ευρώπη αποκλειστικά και μόνο μέσω Γερμανίας. Ας σημειωθεί ότι μέσω του νότιου αγωγού, που θα περάσει και από την Ελλάδα σχεδιάζεται να διοχετεύονται στην Ευρώπη 49 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, το παιχνίδι ανοίγει πολύ, γεγονός που υποχρεώνει την ελληνική διπλωματία να επαναξιολογήσει τα δεδομένα και να χαράξει τη στρατηγική και τις τακτικές της.

Πρώτο Θέμα 3-7-2016

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή