Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Δημοσιεύτηκε στις

Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

lathros-greece__article

Ειδικά, το θέμα της μετανάστευσης έχει άπειρες παραμέτρους, που
δυστυχώς εμπλουτίζονται σε καθημερινή βάση, και σχεδόν όλες στρέφονται
εναντίον της χώρας μας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να
κρύβει το πρόσωπό της από ντροπή, καθώς σαφώς αναβιώνει τις πιο φρικτές
μεσαιωνικές ημέρες στον 21 αιώνα. Οι μετανάστες/πρόσφυγες είναι
τα μοιραία ανθρώπινα κατακάθια μιας ανεύθυνης ευρωπαϊκής, όσο και
αμερικανικής πολιτικής. Οφείλουμε βέβαια να διερωτηθούμε, αν αυτή η
ανευθυνότητα είναι απλώς η βιτρίνα, πίσω από την οποία κρύβονται
ανομολόγητοι στόχοι, όπως η Πανευρώπη του Καλλέργη, η παγκόσμια
διακυβέρνηση, η αντιμετώπιση, με αυτούς τους κατάπτυστους τρόπους, του
παγκόσμιου δημογραφικού προβλήματος, Μαλθουσιανής προέλευσης και
ερμηνείας, η τυχόν ικανοποίηση των πάγιων στόχων του Νταβός, του
Μπίλντεμπεργκ κ.ο.κ.

Στα ευρωπαϊκά αυτά πλαίσια της κραυγαλέας έλλειψης αλληλεγγύης,
μεταξύ των κρατών-μελών, αλλά και της παντελούς έλλειψης στοιχειώδους
ανθρωπιάς, αναγκάζομαι να συμφωνήσω με την απόφαση των γειτονικών μας
χωρών, να κλείσουν τα σύνορα, να «θαυμάζω» τους Τούρκους που τολμούν να
εκμεταλλεύονται τους Ευρωπαίους «δι’ ίδιον όφελος», αλλά βέβαια και να
συμπορεύομαι νοητικά με εκείνους τους συμπατριώτες μας που ανοίγουν τα
σπίτια τους και ταϊζουν από το υστέρημά τους τους εξαθλιωμένους
συνανθρώπους μας.
Έστω και αν αυτή η ελληνική μεγαλοψυχία (που ασφαλέστατα θα
εκλαμβάνεται ως ανοησία από τους «προηγμένους εταίρους μας») καταλήξει
ενδεχομένως στη σωτηρία μερικών μωρών και παιδιών, από άλλως βέβαιο
θάνατο, το τίμημα θα είναι απαγορευτικά υψηλό για εμάς. Συγκεκριμένα, θα
πρόκειται για την επιτάχυνση της οικονομικής μας καταστροφής, και για
την εξαφάνιση της φυλής μας σε βάθος χρόνου.
Η ακατανόητη, πράγματι, συμπεριφορά της ελληνικής Κυβέρνησης,
και στο μεταναστευτικό (όπως άλλωστε, σε μακρόχρονη βάση, και στο
οικονομικό πεδίο), δημιουργεί σωρεία αναπάντητων ερωτηματικών, τα οποία
συνοψίζονται σε ένα και μοναδικό: «Τι ακριβώς επιδιώκει αυτή η
Κυβέρνηση, συμφωνώντας συνεχώς με τις αλλοπρόσαλλες απαιτήσεις των
εταίρων μας/του κουαρτέτου, που αναμφίβολα μας σέρνουν προς ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ
από πολλές και διαφορετικές παραμέτρους;
Τι, ακριβώς, ελπίζει η
Κυβέρνησή μας, τόσο μα τόσο αβάσιμα, όπως ανάμεσα και σε άλλα, στη
μαγική και από το πουθενά έλευση της ανάπτυξης, στο συνωστισμό των ξένων
επενδυτών και και στο ξημέρωμα καλύτερων ημερών, όταν την ίδια στιγμή
κονιορτοποιούνται τα πάντα στην πατρίδα μας, υπό το ανέκφραστο βλέμμα
των αρμοδίων για την οικονομία μας;
Πως είναι δυνατόν να μην έχει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ συνειδητοποιηθεί από αυτούς που
κυβερνούν αυτή τη χώρα, ότι στο συνονθύλευμα, που ακόμη φέρει το όνομα
της ΕΕ «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»; Γιατί, λοιπόν,η Κυβέρνησή μας κατηγορεί
με τόση ελαφρότητα τις γειτονικές μας χώρες. επειδή έκλεισαν τα σύνορά
τους και αρνήθηκαν να ισοπεδωθούν με τις καταστρεπτικές επιθυμίες της
κυρίας Μέρκελ (η οποία φυσικά προσδιορίζει τις εκάστοτε επιθυμίες της
ανάλογα με τα εκλογικά της συμφέροντα);
Οι βαλκανικές χώρες, εκτός της Ελλάδας, έχουν αντιληφθεί το
αυτονόητο: ότι, δηλαδή, δεν έχουν τίποτε να περιμένουν από την ΕΕ, και
ότι το εθνικό τους συμφέρον οφείλει να περνά πριν από το οποιοδήποτε
(και οπωσδήποτε ακαθόριστο) κοινοτικό.
Ειδικά, τώρα, που η ΕΕ
εμφανώς παραπαίει, η κατάσταση είναι περισσότερο από κρίσιμη, και
επιπλέον διαγράφονται απειλές ενός Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου στον ορίζοντα.
Τι θα ήθελε, δηλαδή, η ελληνική Κυβέρνηση να πράξουν οι γείτονές της; Να
δεχθούν να περιέλθουν σε αδιέξοδο, για να ικανοποιήσουν την κυρία
Μέρκελ; Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι κατηγορίες της Κυβέρνησής μας
«περί μονομερών ενεργειών των γειτόνων μας» φέρουν εμφανώς τη σφραγίδα
της αδυναμίας κατανόησης της πραγματικότητας.
Δυστυχώς, η Ελλάδα ακολουθεί, σε όλα τα επίπεδα, πολιτική
αυτοκαταστροφής, κραδαίνοντας με υπερηφάνεια το λάβαρο της «πιστότητας
στην Ευρώπη», που, ωστόσο, με τις παρούσες συνθήκες μετατρέπεται
αυτόματα σε «εθνική απιστία».
Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ο
ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε, εν γνώσει τού ότι τα μέλη του δεν είχαν εμπειρία
πολιτικής, δημόσιας διοίκησης, οικονομίας και δυνατότητας εξεύρεσης
λύσεων σε ακανθώδη προβλήματα. Ωστόσο, τα μειονεκτήματα αυτά και πολλά
άλλα που φάνηκαν στην πορεία, εκ λήφθηκαν αρχικά ως πλεονεκτήματα με την
υπόθεση, ασφαλώς ότι η Κυβέρνηση θα έσπευδε να ζητήσει τη σύμπραξη όλων
εκείνων των πολυπληθών Ελλήνων, που διέθεταν όλα όσα οι ίδιοι
στερούνταν. Δυστυχώς, η παρούσα Κυβέρνηση απαξίωσε να το πράξει.
Μακρυά από μένα να θεωρήσω τον εαυτόν μου κατάλληλο μου για την
κατασκευή μαγικών λύσεων, ειδικά στο μεταναστευτικό, που δεν είναι ο
κύριος ερευνητικός μου τομέας και που, επιπλέον, έχει φορτιστεί με
αναρίθμητα παράλληλα προβλήματα, συμφέροντα, επιδιώξεις και πάνω από όλα
με αντιμετώπιση θανάσιμα επικίνδυνη, που πηγάζει, κυρίως, από αμηχανία.
Αμηχανία της Ευρώπης, και αμηχανία της Ελλάδας. Σε κατάσταση πανικού
παρακολουθώ πολυάριθμους κυβερνητικούς, που εμφανώς στερούνται γνώσεων
στο αντικείμενό τους, να εκφράζονται με εκπληκτική σιγουριά για την
έκβαση προβλημάτων που όμως είναι βέβαιο ότι εξελίσσονται προς
διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση. Συνεπώς, τολμώ να προχωρήσω στην πρόταση
που ακολουθεί, αν και με πολλές αμφιβολίες, αλλά με κύριο στόχο την
προτροπή να αρχίσουν να εξετάζονται και άλλες λύσεις, εκτός αυτής που
πάγια υιοθετούν οι κυβερνήσεις μας των τελευταίων έξη ετών, δηλαδή αυτήν
του «καλού μαθητή της ΕΕ/Ευρωζώνης». Γιατί, απλώς, η λύση αυτή, όχι
μόνον δεν μας ωφέλησε, αλλά αντιθέτως μας εξαθλιώνει σε καθημερινή βάση.
Χρειάζεται ΑΦΥΠΝΙΣΗ με ό,τι αυτή μπορεί να συνεπάγεται.
Οι σχετικές υποθέσεις μου είναι οι ακόλουθες:
1. Η ΕΕ δεν διαθέτει συλλογικό σχέδιο αντιμετώπισης του προσφυγικού
προβλήματος και η θυσία της Ελλάδας της δίνει, απλώς, μια καλοδεχούμενη
βραχυχρόνια ανάσα.
2. Με την Τουρκία, θα πρέπει να είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να
βρούμε λύση, παρά μόνο και αποκλειστικά να ισοπεδωθούμε σε ό,τι συμφέρει
στην ίδια. Και αυτά που της συμφέρουν, κατά γενικό κανόνα, στρέφονται
εναντίον μας. Ήδη, η Τουρκία δήλωσε επισήμως και…. ευθαρσώς ότι δεν
πρόκειται να δεχθεί επιστροφή μεταναστών από τα ελληνικά νησιά. Είναι,
λοιπόν, παιδαριώδες να διαμαρτυρόμαστε προς μια ΕΕ, που έχει σφραγίσει
τα αυτιά της και μας συμπεριφέρεται ως αναλώσιμη ύλη σε όλους τους
τομείς (βλ. τελευταίες φονικές απαιτήσεις του κουαρτέτου για συντάξεις,
μισθούς κλπ).
3. Η αλήθεια είναι, σε πείσμα των αντίθετων διαβεβαιώσεων, ότι ο
ακριβής αριθμός των εγκλωβισμένων προσφύγων στην Ελλάδα είναι άγνωστος,
όπως επίσης άγνωστη, εν πολλοίς είναι και η προέλευση και η ιδιότητα των
μεταναστών/προσφύγων. Δεν αποκλείεται, φυσικά, να έχουν παρεισφρήσει
και τζιχαντιστές μεταξύ τους.
4. Η Ελλάδα, εξάλλου, στην οικτρή οικονομική κατάσταση που βρίσκεται,
αδυνατεί να επιλύσει με θετικό τρόπο το πρόβλημα των χιλιάδων
εγκλωβισμένων, που κινδυνεύει να φθάσει το εκατομμύριο, γιατί είναι πολύ
αμφίβολο αν το κλείσιμο των βαλκανικών συνόρων θα αποτρέψει τη συνέχιση
έλευσης τους στην Ελλάδα. Συνεπώς, η ανθρωπιά απλών Ελλήνων, παρότι
είναι άξια επαίνου και ταυτόχρονα ηχηρός μπάτσος στη μεσαιωνική Ευρώπη,
δεν λύνει, όμως δυστυχώς, το πρόβλημα. Και ακόμη θα μπορούσε να
υποστηριχθεί ότι και οι αντιδράσεις εναντίον των προσφύγων, σε μια χώρα
που λιμοκτονεί εξαιτίας των συνταγών που της επιβάλλουν οι εταίροι της,
είναι και αυτές «ανθρώπινες». Γιατί, πράγματι, η παραμονή αυτών των
άμοιρων ανθρώπων στην Ελλάδα προκαλεί οικονομικές καταστροφές, που
προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες.
5. Αλλά, έστω και αν παραβλέψουμε τις αρνητικές επιπτώσεις του
εγκλωβισμού των προσφύγων/μεταναστών στην Ελλάδα, και έστω και αν
επιλέξουμε να υπερισχύσει ο ανθρωπισμός απέναντί τους, και πάλι η λύση
σε καμιά περίπτωση δεν είναι η παραμονή τους στη χώρα μας. Γιατί τι
είδους ανθρωπισμός είναι αυτός, τη στιγμή που η Ελλάδα δεν είναι σε θέση
να προσφέρει οτιδήποτε στους δυστυχείς αυτούς συνανθρώπους μας, αλλά
αντιθέτως είναι από τα πράγματα αναγκασμένη να τους αφήνει να σαπίζουν
στα λασπόνερα, να πεθαίνουν της πείνας και να μαστίζονται από αρρώστιες,
εκτεθειμένοι επιπλέον στο μένος των ακροδεξιών; Η παραμονή τους,
συνεπώς, ως εγκλωβισμένων στην Ελλάδα, δεν μπορεί να είναι ανθρωπιστική
λύση για τους ανθρώπους αυτούς.
Προτείνω, λοιπόν, ως (πρωτόλεια) ΛΥΣΗ:
1. Η Ελλάδα να επανεξετάσει, κατά το δυνατόν, την προέλευση και
ιδιότητα των εγκλωβισμένων στο έδαφός της, και με βάση αυτά τα στοιχεία
να επιδιώξει συγκεκριμένη απάντηση από την ΕΕ, σχετικά με τον αριθμό που
δεσμεύεται να δεχθεί, καθώς και τα χρονικά όρια μέσα στα οποία θα
ολοκληρωθεί η υποδοχή τους .
2. Η Ελλάδα,να χρησιμοποιήσει πλοία και αεροπλάνα, κατά περίπτωση, για
να απελάσει τους υπόλοιπους, στις χώρες προέλευσής τους, χωρίς φυσικά να
φοβηθεί από δικές της «μονομερείς ενέργειες»! Το κόστος της απέλασης θα
είναι απείρως χαμηλότερο από το αντίστοιχο,
βραχυχρόνιο-μεσοπρόθεσμο-μακροχρόνιο της εδώ παραμονής τους.
3. Η Ελλάδα, μετά την απέλαση, να δηλώσει προς ΕΕ και ΝΑΤΟ ότι είναι
αυτονόητο ότι δεν θα χρειάζεται πια τη «βοήθεια» των Τούρκων στο Αιγαίο,
γιατί πρώτον η απέλαση είναι βέβαιον ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά σε
πιθανούς μελλοντικούς μετανάστες, αλλά και δεύτερον, εφόσον κάποιοι από
αυτούς συνεχίσουν παρά ταύτα να έρχονται, θα απελαθούν και αυτοί με τη
σειρά τους.
4. Ένα τέτοιο σχέδιο, θα μπορούσε η Ελλάδα να το υποστηρίξει ενώπιον
της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, ώστε να τύχει ενδεχομένως βοήθειας για τη
διεκπεραίωσή του.
Και φυσικά, προς την παγκόσμια κοινότητα θα πρέπει η Ελλάδα να
καταστήσει ξεκάθαρο, ότι η λύση της απέλασης δεν ήταν ελληνική επιλογή,
αλλά η αναπότρεπτη συνέπεια της καθόλα απάνθρωπης συμπεριφοράς της ΕΕ.

Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη:

Νέο blog, τουλάχιστον για μένα, το ithesis.gr,
εκπνέει ποιότητα και ενημέρωση που βασίζονται σε αντικειμενικά και όχι
αποπροσανατολιστικής έμπνευσης δεδομένα, καθώς και σε συνοπτική
προηγούμενη έρευνα του τυχόν θεωρητικού υπόβαθρου.

 http://ithesis.gr/politikh/to-metanasteutiko-provlima/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή