Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το ΝΑΤΟ, ο πόλεμος στη Συρία και ο …Τζόνσον: Γιατί οι ΗΠΑ δεν συνέτισαν τον Ερντογάν;

Δημοσιεύτηκε στις

People walk at a market after a ceasefire that went into effect in the capital Damascus, Syria, 27 February 2016. According to monitoring group, the ceasefire in Syria was largely holding on 27 February hours after the deal brokered by Russia and the United States went into effect. The Syrian government and 97 rebel and militant groups have agreed on the truce that went into effect at midnight 26 February (2200 GMT) without including the Islamic State militant group or the al-Nusra Front, an al-Qaida affiliate in Syria. EPA, YOUSSEF BADAWIPeople
walk at a market after a ceasefire that went into effect in the capital
Damascus, Syria, 27 February 2016. According to monitoring group, the
ceasefire in Syria was largely holding on 27 February hours after the
deal brokered by Russia and the United States went into effect. The
Syrian government and 97 rebel and militant groups have agreed on the
truce that went into effect at midnight 26 February (2200 GMT) without
including the Islamic State militant group or the al-Nusra Front, an
al-Qaida affiliate in Syria. EPA, YOUSSEF BADAWI

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ
Είναι πασιφανές εδώ και καιρό πως η Νατοϊκή Τουρκία, στην προσπάθειά
της να ανατρέψει με οιονδήποτε τρόπο το καθεστώς Άσαντ έχει εγκλωβιστεί
σε μια αδιέξοδη πολιτική την οποία, όχι μόνο δεν μπορεί να διαχειριστεί
ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας αλλά και το οποίο -λόγω
κυρίως του κουρδικού ζητήματος- εγκυμονεί ορατούς κινδύνους για την
εδαφική της υπόσταση.


Είναι επίσης πασιφανές πως η Άγκυρα επιδιώκει μια στρατιωτική εμπλοκή της Δύσης με αιχμή του δόρατος το ΝΑΤΟ. Θεωρεί πως αυτή η είναι η μόνη επιλογή που θα της επιτρέψει να επανακτήσει την πρωτοβουλία και, μέσα από τη συλλογική δράση, να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες των νεοθωμανικών της φαντασιώσεων -που την οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο- και να καταστεί ηγεμόνας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μπορεί το ΝΑΤΟ ν’ ανταποκριθεί στις τουρκικές προσδοκίες, να θεραπεύσει τις εμφανείς αδυναμίες της Άγκυρας και να την απεγκλωβίσει από τη Συριακή κρίση την οποία, σε μεγάλο βαθμό, η ίδια υποδαύλισε;

Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δόθηκε πριν μισό περίπου αιώνα, είναι αρνητική και καταγράφεται σε επιστολή ημερομηνίας 5 Ιουνίου 1964 από τον Αμερικανό Πρόεδρο Λύντον Τζόνσον προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού.

Η επιστολή Τζόνσον στάλθηκε με στόχο την αποτροπή τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Υπάρχει εκτενές και άγνωστο παρασκήνιο ως προς τους λόγους για τους οποίους στάλθηκε η επιστολή και γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ημερομηνία σε μια περίοδο που επικρατούσε σχετική ηρεμία στην Κύπρο. Είχαν προηγηθεί βέβαια, αποτυχημένες προσπάθειες στις αρχές του 1964 να καταλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία, πρώτο σκέλος των οποίων υπήρξε η καθοδηγούμενη από την Άγκυρα ανταρσία του 1963-64.

Συνοπτικά αναφέρω πως τότε υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του Τουρκοκύπριου ηγέτη Φ. Κιουτσούκ και της Άγκυρας να προκληθούν επεισόδια στις αρχές Ιουνίου (με αφορμή τη ψήφιση νόμου για την Εθνοφρουρά) με τον Κιουτσούκ να ανακηρύττει “κράτος” στους ελεγχόμενους από τους Τούρκους θύλακες και να προσκαλεί την Τουρκία να επέμβει στρατιωτικά. Επειδή η Τουρκία δεν είχε τότε την στρατιωτική ικανότητα για οργανωμένη εισβολή, παρά μόνο για βομβαρδισμούς, (ούτε και το 1967 είχε τέτοια ικανότητα κατά παραδοχή του τότε πρωθυπουργού Ντεμιρέλ), η όλη προσπάθεια αποσκοπούσε στην παραπλάνηση των αμερικανών ώστε να ενεργοποιηθούν πολιτικά υπέρ των Τούρκων. Οργανώθηκε δηλαδή και εφαρμόσθηκε μια προσπάθεια με κινητοποιήσεις του Τουρκικού στρατού με στόχο την παραπλάνηση των αμερικανικών υπηρεσιών ότι επέκειτο εισβολή.

Οι αμερικανοί είχαν τότε ως κύριο μέλημά τους την αποτροπή σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά και τον αποκλεισμό πιθανής εμπλοκής της Σοβιετικής Ένωσης υπέρ της Κύπρου. Θεωρούσαν πως μια πιθανή Σοβιετική εμπλοκή θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Στην επιστολή Τζόνσον γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μελών του ΝΑΤΟ και τη σημασία της αποφυγής χρήσης βίας, για τη διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Ξεχωρίζω και παρουσιάζω δύο συγκεκριμένα αποσπάσματα από την επιστολή -σε δική μου ελεύθερη μετάφραση- τα οποία μιλούν μόνα τους αναφορικά με το μείζον ζήτημα μιας πιθανής εμπλοκής του ΝΑΤΟ στη Συριακή κρίση σήμερα, λόγω τουρκικών επιλογών και κινήσεων.

Απευθυνόμενος προς τον Τούρκο ηγέτη ο αμερικανός Πρόεδρος, μεταξύ άλλων, του υπογραμμίζει:

“Σου εφιστώ επίσης την προσοχή, κύριε Πρωθυπουργέ, στις υποχρεώσεις (της Τουρκίας) σας προς το ΝΑΤΟ. Δεν μπορεί να υπάρχει ερώτημα στο μυαλό σου πως μια τουρκική επέμβαση στην Κύπρο θα οδηγήσει σε εχθροπραξίες ανάμεσα σε τουρκικές και ελληνικές δυνάμεις. Ο Υπουργός Εξωτερικών Ράσκ διακήρυξε στο πρόσφατο Υπουργικό Συμβούλιο του ΝΑΤΟ, στη Χάγη, πως ένας πόλεμος μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας πρέπει να θεωρείται, κυριολεκτικά, “αδιανόητος”….

Επιπλέον μια στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο από την Τουρκία θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης. Ελπίζω να αντιλαμβάνεσαι πως οι Νατοϊκοί σας σύμμαχοι δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν κατά πόσον έχουν υποχρέωση να υπερασπιστούν την Τουρκία εναντίον στη Σοβιετική Ένωση εάν η Τουρκία κάνει κάποιο βήμα που θα προκαλέσει Σοβιετική επέμβαση, χωρίς την ξεκάθαρη συναίνεση και κατανόηση των Νατοϊκών της συμμάχων.”

Εξ’ ίσου σημαντική είναι και η προτελευταία παράγραφος της επιστολής:

“Τέλος, κ. Πρωθυπουργέ, πρέπει να σου υποδείξω πως έχεις
δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις σε ζητήματα ειρήνης και πολέμου. Τα
ζητήματα αυτά ξεπερνούν τις διμερείς σχέσεις ανάμεσα σε Τουρκία και
Ηνωμένες Πολιτείες. Σίγουρα οι συνέπειές τους δεν θα περιοριστούν μόνο
σε ένα πόλεμο ανάμεσα σε Τουρκία και Ελλάδα αλλά μπορούν να
συμπεριλάβουν ευρύτερες εχθροπραξίες λόγω των απρόσμενων συνεπειών που
θα προκληθούν από μια μονομερή επέμβαση στην Κύπρο. Έχεις τις ευθύνες
σου ως αρχηγός της τουρκικής κυβέρνησης. Έχω και εγώ τις δικές μου
ευθύνες ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρέπει, συνεπώς, να σου
γνωστοποιήσω στο πλαίσιο βαθειάς φιλίας, πως, εκτός και αν έχω τη
διαβεβαίωσή σου πως δεν θα αναλάβεις τέτοια δράση χωρίς πλήρη
διαβούλευση, δεν μπορώ να αποδεχτώ το παράγγελμά σου προς τον Πρέσβη
Χέαρ (στην Άγκυρα) για μυστικότητα και πρέπει να ζητήσω έκτακτες
συναντήσεις του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ και του Συμβουλίου Ασφαλείας των
Ηνωμένων Εθνών”.

Νομίζω πως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Η περίφημη ή πιο ορθά η περιβόητη “ρήτρα αλληλεγγύης” του ΝΑΤΟ (Άρθρο 5), ενεργοποιείται κατόπιν συλλογικής απόφασης του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ και εφόσον κάποιο μέλος του ΝΑΤΟ υφίσταται επίθεση και όχι όταν αυτό είναι ο επιδρομέας.

Και παρά το γεγονός πως στη Συριακή κρίση το ΝΑΤΟ, ως οργανισμός και σε διμερές επίπεδο οι Νατοϊκοί σύμμαχοι της Άγκυρας, έχουν, από το 2012, εκφράσει απερίφραστα την υποστήριξή τους ως προς την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας -με τελευταίο παράδειγμα τον Πρόεδρο Ομπάμα- αρκετοί υπογραμμίζουν πως δεν έχουν υποχρέωση να συνδράμουν και να βοηθήσουν την Τουρκία εάν αυτή, με δικές της πρωτοβουλίες, εμπλακεί σε πόλεμο με τρίτες χώρες στη Συρία. Η άμεση έγνοια όλων είναι, βέβαια, μια πιθανή σύγκρουση της Τουρκίας με τη Ρωσία, που είναι ακριβώς το ενδεχόμενο που θορύβησε τον Τζόνσον το 1964.

Υφίσταται, ωστόσο, και μια άλλη διάσταση, η οποία αφορά σε μια πολύ μεγάλη παρανόηση, αναφορικά με το ΝΑΤΟ και την ρήτρα αλληλεγγύης, που λαϊκά εκφράζεται “ένας για όλους και όλοι για ένα”. Η ρήτρα αυτή δεν ισχύει ως νομική δέσμευση. Κανένα μέλος του ΝΑΤΟ δεν δεσμεύεται από τη Συνθήκη του ΝΑΤΟ -τη Συνθήκη της Ουάσινγκτον του 1949- να συνδράμει στρατιωτικά άλλο μέλος , έστω και αν αυτό υποστεί επιδρομική επίθεση! Και όσα λέγονται περί του αντιθέτου είναι επιτηδευμένη και περίτεχνη προπαγάνδα που καλλιεργείται για πολλούς άλλους και ευνόητους λόγους.

Σε κάθε κρίση έμμεσης και άμεσης εμπλοκής του ΝΑΤΟ, κάθε μέλος κρίνει και αποφασίζει, στη βάση του δικού του εθνικού συμφέροντος, ποιά θα είναι η συνδρομή του. Αυτή μπορεί να είναι από μηδενική, μέχρι στρατιωτική. Και ο λόγος είναι πως το ΝΑΤΟ δεν είναι στρατιωτική συμμαχία- ποτέ δεν υπήρξε. Το κάθε του μέλος διαθέτει δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις του οργανισμού, που είναι πολιτικός και όχι στρατιωτικός.

Το ΝΑΤΟ είναι ένας Διεθνής Οργανισμός (International Organization) ο οποίος αντλεί την διεθνή του νομιμότητα και υπόσταση στο πλαίσιο της Χάρτας του ΟΗΕ (Κεφάλαιο 8) ως Περιφερειακή Οργάνωση (Regional Organization). Καμία δράση του ΝΑΤΟ δεν νομιμοποιείται αν είναι ασύμβατη “με τους σκοπούς και τις αρχές της Χάρτας του ΟΗΕ” (Προοίμιο της Συνθήκης του ΝΑΤΟ και το Άρθρο 1) και όπως καθορίζεται από τις διατάξεις του ΟΗΕ και κυρίως από το Κεφάλαιο 7 (Ενέργειες σε περίπτωση απειλής εναντίον της Ειρήνης, Διαταράξεως της Ειρήνης και Επιθετικών Πράξεων).

Είναι γεγονός πως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το ΝΑΤΟ, ως εργαλείο ουσιαστικά της Ουάσιγκτον, προσπάθησε να λειτουργήσει ως “παράλληλος ΟΗΕ”. Προσπάθησε ακόμη και να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ σε διάφορες κρίσεις αρχίζοντας από τα Βαλκάνια και τη Γιουγκοσλαβική κρίση. Όλες όμως οι μεταψυχροπολεμικές πράξεις του ΝΑΤΟ στις οποίες χρησιμοποιήθηκε βία χωρίς έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας (και σε αρκετές, όπως στη Λιβύη, για παράδειγμα, πολλά μέλη του ΝΑΤΟ δεν συμμετείχαν), παραβιάζουν την διεθνή έννομη τάξη, στερούνται νομιμότητας και ως εκ τούτου δεν μπορούν να παραγάγουν δίκαιο. Αυτό μπορεί κάποιοι να το θεωρούν “ψιλά γράμματα”, αλλά δεν είναι. Ας ρωτηθεί το πανίσχυρο Ισραήλ γιατί δεν μπορεί να νομιμοποιήσει τις συνέπειες του πολέμου του 1967, αλλά και η Τουρκία αναφορικά με τις “κατακτήσεις” της στην Κύπρο.

Στην περίπτωση της Συρίας βρισκόμαστε και στο τέλος της μεταψυχροπολεμικής εποχής, ένα γεγονός που προκύπτει και από την ενεργή και όχι παθητική πλέον στάση και συμπεριφορά των δύο μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, της Κίνας και της Ρωσίας, ιδιαίτερα της δεύτερης. Ισχυρά μέλη του ΝΑΤΟ, όπως Γερμανία, Γαλλία και άλλα, στοιχίζονταν με τις ΗΠΑ σε διάφορες κρίσεις μέχρι πρόσφατα. Όμως στη Συρία, σήμερα και ειδικά μετά την δυναμική Ρωσική επέμβαση τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά. Η στοίχιση δεν είναι, πλέον, δεδομένη.

Η Ρωσία βρίσκεται στη Συρία νόμιμα κατόπιν πρόσκλησης της νόμιμης κυβέρνησης. Και έχει δώσει πολλαπλά δείγματα γραφής πως δεν θα καθίσει εκεί με σταυρωμένα χέρια σε περίπτωση επιδρομικής ενέργειας εκ μέρους της Τουρκίας. Και το ΝΑΤΟ όπως και το κάθε μέλος του -της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης- αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα της κατάστασης όπως και τις συνέπειες αλόγιστων πράξεων. Τα πράγματα, όπως υπογραμμίζει και ο Πρόεδρος Τζόνσον στην επιστολή του για την κυπριακή κρίση του 1964, είναι πολύ επικίνδυνα, αφορούν στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και ξεπερνούν τις διμερείς σχέσεις κρατών.

http://mignatiou.com/2016/02/to-nato-o-polemos-sti-siria-ke-o-tzonson-giati-i-ipa-den-sinetisan-ton-erntogan/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή