Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το Σχέδιο Μέρκελ για το Προσφυγικό και η «μικρή Ζώνη Σένγκεν»

Δημοσιεύτηκε στις

Αθανασόπουλος Αλ. Άγγελος   
Το Βερολίνο μελετά και την υιοθέτηση ποσοστώσεων
Το Σχέδιο Μέρκελ για το Προσφυγικό και η «μικρή Ζώνη Σένγκεν»
Η Ανγκελα Μέρκελ στο βήμα του συνεδρίου των Χριστιανοδημοκρατών στην Καρλσρούη
Την περασμένη Κυριακή η Ανγκελα Μέρκελ ανέβηκε στο βήμα του συνεδρίου των Χριστιανοδημοκρατών στην Καρλσρούη. Η ομιλία της κράτησε 73 λεπτά. Το ζήτημα που κυριάρχησε ήταν η προσφυγική κρίση. Ακολούθησε ένα 10λεπτο χειροκρότημα που φάνηκε να αιφνιδιάζει ακόμη και την ίδια. Η Mutti, η «Μαμά», είχε κερδίσει το κοινό της. Η πολιτική της, αυτή των «ανοιχτών θυρών», εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία από τους 1.000 συνέδρους. Η Μέρκελ δεν τρέφει φυσικά αυταπάτες. Στενός συνεργάτης της εκμυστηρεύθηκε, μιλώντας στο «Βήμα», ότι η καγκελάριος γνωρίζει πως συσπείρωσε το κόμμα της, αλλά ο χρόνος που κέρδισε είναι λίγος. «Το 2016 είναι η χρονιά που θα κριθούν όλα στο Προσφυγικό» τόνισε.«Αν δεν μειωθεί ο αριθμός των προσφύγων που φθάνουν στη Γερμανία, και μάλιστα σημαντικά, θα υπάρξει πρόβλημα. Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν μέσα στους αμέσως προσεχείς μήνες. Διαφορετικά, στο τραπέζι θα πέσουν πιο ριζοσπαστικές λύσεις» πρόσθεσε.

Σύμφωνα δε με ορισμένες πληροφορίες, οι λύσεις αυτές αφορούν την υιοθέτηση ποσοστώσεων στην υποδοχή προσφύγων αλλά και τη δημιουργία μιας «μικρής Ζώνης Σένγκεν» που θα περιλαμβάνει τη Γερμανία, τις χώρες της άλλοτε Μπενελούξ, τη Σουηδία και τη Γαλλία. Το γεγονός δε ότι από τον Ιανουάριο του 2016 αναλαμβάνει την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου η Ολλανδία, η οποία μάλλον υποστηρίζει μια «μίνι Σένγκεν», ίσως δώσει τροφή σε αυτά τα σενάρια. «Το Βήμα» είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με κορυφαία στελέχη του CSU την περασμένη εβδομάδα στο Μόναχο και στο Βερολίνο, καθώς και με κυβερνητικούς και κοινοβουλευτικούς αξιωματούχους, στο πλαίσιο επίσκεψης που διοργάνωσε το ίδρυμα Hanns Seidel (πρόκειται για το επίσημο think tank του CSU). Οι Χριστιανοκοινωνιστές είναι πεπεισμένοι ότι η πολιτική των «ανοιχτών θυρών» της Ανγκελα Μέρκελ είναι λανθασμένη και ότι πρέπει να επιβληθούν ποσοστώσεις στον αριθμό των προσφύγων που εισέρχονται στη Γερμανία. Στο πρόσφατο συνέδριο του CSU στο Μόναχο ο ηγέτης του κόμματος Χορστ Ζέεχοφερ υπήρξε πολύ σκληρός απέναντι στην καγκελάριο.

Δύσκολες ισορροπίες
Η στρατηγική της καγκελαρίου κινείται στη γραμμή «καρότου και μαστιγίου». Δίνει όμως μεγάλη έμφαση στην ευρωπαϊκή διάσταση, συνδυάζοντας τόσο την πολιτική των «ανοιχτών θυρών» όσο και τον αποτελεσματικό έλεγχο των εξωτερικών συνόρων ως μόνη λύση για τη διαφύλαξη της Ζώνης Σένγκεν.

Η Μέρκελ είναι αποφασισμένη να προχωρήσει, ακόμη και αν χρειαστεί μέσω μιας «συμμαχίας προθύμων», δηλαδή χωρών που πλήττονται άμεσα από το Προσφυγικό. Η συμμαχία αυτή περιλαμβάνει τη Γαλλία, τη Σουηδία, την Αυστρία, την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, τη Σλοβενία και την Ελλάδα.  Στο πλευρό της καγκελαρίου βρίσκεται ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, τη στάση του οποίου εξαίρουν στο Βερολίνο, στηρίζοντας απόλυτα την πρόσφατη τολμηρή πρόταση για δημιουργία ευρωπαϊκής συνοριοφυλακής/ακτοφυλακής. Ουσιαστικά, το Σχέδιο Μέρκελ, που απαιτεί στενή συνεργασία και με την Ελλάδα για να υλοποιηθεί, αποτελείται από τα ακόλουθα σημεία:
  • Πρώτον, από τον εξορθολογισμό της γερμανικής νομοθεσίας σχετικά με το ποιοι πραγματικά δικαιούνται άσυλο.
  • Δεύτερον, από τη δημιουργία κέντρων καταγραφής των ανθρώπων που φθάνουν στην ΕΕ μέσω των hotspots σε Ελλάδα (κυρίως) και Ιταλία.
  • Τρίτον, από την προώθηση μιας δίκαιης κατανομής των προσφύγων μέσω ενός προγράμματος μετεγκατάστασης.
  • Τέταρτον, από τη συνεργασία με την Τουρκία ως χώρας-κλειδί για τον έλεγχο των προσφυγικών ροών.
  • Πέμπτον, από τον αποτελεσματικό έλεγχο των εξωτερικών συνόρων ως μόνο μέσο για τη διαφύλαξη της Ζώνης Σένγκεν.
Το καλοκαίρι η Βαυαρία, ως πρώτος σταθμός των προσφύγων, έφθασε να δέχεται περίπου 10.000 πρόσφυγες σε καθημερινή βάση. Σήμερα ο αριθμός αυτός έχει μειωθεί περίπου στις 4.000-4.500, αλλά αυτό δεν φθάνει. Σύμφωνα με τον Στέφαν Μάγερ, εκπρόσωπο της Επιτροπής Εσωτερικών Υποθέσεων της CDU/CSU στην Μπούντεσταγκ, «ο αριθμός των προσφύγων στη Γερμανία το 2015 πενταπλασιάστηκε σε σχέση με το 2014».

Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε, υπό την πίεση και του CSU, να συνδυάσει την υποδοχή των προσφύγων με μια σειρά από πρωτοβουλίες που διασφαλίζουν ότι το σύστημα ασύλου θα ασχοληθεί τελικά με όσους έχουν πραγματικά ανάγκη. Αναλήφθηκαν μια σειρά από νομοθετικές πρωτοβουλίες, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανακοπή εισόδου στη Γερμανία υπηκόων από τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, όπως η Σερβία, το Κοσσυφοπέδιο, η Αλβανία και η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Οπως εξηγεί ο κ. Μάγερ, «το 75% όσων ζητούσαν άσυλο το καλοκαίρι προερχόταν από αυτές τις χώρες. Με τον χαρακτηρισμό τους όμως ως χωρών ασφαλούς προορισμού, το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 5%».

Αργούν τα hotspots
Το δεύτερο σημείο, η δημιουργία των hotspots, κρίνεται ότι έχει καθυστερήσει σημαντικά. Αυτό ισχύει τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ιταλία – για την τελευταία μάλιστα ακόμη περισσότερο. Στο Βερολίνο δεν κρύβουν την ενόχλησή τους για τη στάση του Ματέο Ρέντσι, ο οποίος, αφού επί μήνες διαμαρτυρόταν για την αδιαφορία της ΕΕ, σήμερα είναι σιωπηλός, καθώς το πρόβλημα εστιάζεται στο Αιγαίο και όχι στην Κεντρική Μεσόγειο.

Τα hotspots όμως πρέπει να προχωρήσουν και η γερμανική πλευρά θα συνεχίσει τις πιέσεις. Η πρόοδος σε αυτό το σκέλος ίσως να κρίνει και την πραγματοποίηση της τριμερούς συνάντησης Ελλάδας – Τουρκίας – Γερμανίας. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές από το Βερολίνο, η συνάντηση αυτή θα μπορούσε να λάβει χώρα τον Φεβρουάριο στη Χίο ή στη Σμύρνη (όπως προτείνει η τουρκική πλευρά), αλλά, παρά τα όσα έσπευσε δημοσίως να πει οΝίκος Κοτζιάς, «τίποτα δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και πάντως πρέπει να δούμε να γίνονται κάποια πράγματα». Η ενόχληση για τη βιαστική τοποθέτηση του έλληνα υπουργού Εξωτερικών ήταν εμφανής και ίσως για αυτό, στο ίδιο πλαίσιο, να εκφράστηκαν επιφυλάξεις και από το Μέγαρο Μαξίμου.

Ο τουρκικός παράγοντας
Ο Ερντογάν και οι άσοι στο μανίκι

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τουρκία αποτελεί τον «άγνωστο Χ» στην εξίσωση του Προσφυγικού. Και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι περιορισμένη. Δεύτερον, διότι η Τουρκία έχει «πολλούς άσους στο μανίκι της» σύμφωνα με τον Φλόριαν Χαν, βουλευτή του CSU.

Στο Βερολίνο πιστεύουν ότι η Τουρκία έχει επίσης όφελος από τη συνεργασία με την ΕΕ. Δεν είναι μόνο η υπόσχεση για τη χορήγηση 3 δισ. ευρώ ή η δέσμευση για επιτάχυνση των συνομιλιών για την απελευθέρωση των θεωρήσεων. Είναι επίσης το γεγονός ότι η Αγκυρα έχει καταβάλει υψηλό κόστος για τα περίπου 2.000.000 πρόσφυγες στο έδαφός της.

Η γερμανική πλευρά εκτιμά ότι ο πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου είναι πιο συνεργάσιμος από τον πρόεδρο Ερντογάν. Εμφαση δίνεται στην καταπολέμηση των δικτύων λαθροδιακινητών και εκεί αναμένονται αποτελέσματα όσο το δυνατόν πιο άμεσα. Το ζήτημα της δημιουργίας hotspots σε τουρκικό έδαφος, που θέτει και η Αθήνα, αντιμετωπίζεται θετικά. Υπάρχει όμως το πρόβλημα ότι καθώς η Τουρκία δεν είναι μέλος του δικτύου EURODAC δεν θα αρκεί η καταγραφή προσφύγων στο έδαφός της.
ΒΗΜΑ

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις24 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις54 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή