Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Πούτιν σφίγγει τη λαβή στον Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΡΩΣΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΡΩΣΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ
Του Σταύρου Λυγερού
Εάν η Δύση δεν ακροβατούσε ανάμεσα σε δύο στρατηγικές, η Άγκυρα δεν θα είχε ποτέ τολμήσει να καταρρίψει το ρωσικό αεροσκάφος. Ο ισχυρισμός των Τούρκων ότι δεν γνώριζαν πως το αεροσκάφος ήταν ρωσικό και η δήλωση Ερντογάν πως εάν το γνώριζαν ίσως να μην το κατέρριπταν χαρακτηρίσθηκαν από τον Πούτιν «ασυναρτησίες και φθηνές δικαιολογίες».
Ο Ρώσος πρόεδρος δεν έχει άδικο. Η τουρκική εφημερίδα Σαμπάχ αποκάλυψε ότι την εντολή της κατάρριψης έδωσε προσωπικά ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου και δεν ενεργοποιήθηκαν αυτομάτως κάποιοι κανόνες εμπλοκής, όπως ήταν ο αρχικός ισχυρισμός.


Οι διεθνείς κανόνες, άλλωστε, προβλέπουν μία σειρά προειδοποιητικών ενεργειών πριν την κατάρριψη αεροσκάφους που παραβιάζει εναέριο χώρο άλλου κράτους: Ειδοποιείται μέσω ασυρμάτου να εγκαταλείψει τον εναέριο χώρο. Εάν δεν ανταποκριθεί αναχαιτίζεται με οπτική αναγνώριση. Τρίτο βήμα είναι οι προειδοποιητικές βολές και μόνο εάν και τότε δεν ανταποκριθεί καταρρίπτεται.

Και όλα αυτά, όταν ένα ξένο αεροσκάφος διεισδύει στον εναέριο χώρο και όχι πετάει παραλλήλως στη συνοριακή γραμμή. Η Άγκυρα έχει πέσει σε κραυγαλέες αντιφάσεις. Είπε ότι προειδοποίησε από τον ασύρματο 10 φορές και δεν πήρε απάντηση, ενώ η ίδια παραδέχεται ότι το ρωσικό SU-24 παραβίασε τον τουρκικό εναέριο χώρο μόνο για 17 δευτερόλεπτα! Πότε, λοιπόν, πρόλαβε να προβεί στις 10 προειδοποιήσεις;

Ο Ρώσος πιλότος που επέζησε διέψευσε κατηγορηματικά ότι δέχθηκε κάποια προειδοποίηση. Η κατάρριψη, άλλωστε έγινε με την εκτόξευση από τουρκικό F-16C πυραύλου αέρος-αέρος AIM-120 AMRAAM από απόσταση 60 χλμ και ενώ το ρωσικό αεροσκάφος ήταν στον συριακό εναέριο χώρο, επιστρέφοντας στη βάση του από βομβαρδισμό στόχων στην περιοχή της Λατάκειας. Ήταν δηλαδή άοπλο. Όλα τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για προμελετημένη κατάρριψη.

Ας σημειωθεί ότι Ρώσο πιλότο διέσωσε από τους Τουρκμένους αντάρτες μία επίλεκτη ομάδα Σύρων κομάντος. Η εν λόγω ομάδα διείσδυσε 3,5 χλμ πίσω από τις γραμμές των Τουρκμένων, εντόπισαν τον πιλότο με τη βοήθεια δορυφορικού σήματος και τον έφεραν σώο σε βάση των δυνάμεων του Άσσαντ.

Είναι αξιοσημείωτη η δημόσια αναφορά του Πούτιν ότι η αμερικανική πλευρά γνώριζε τις κινήσεις των ρωσικών αεροσκαφών, λόγω της συμφωνίας ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό την αποφυγή ατυχήματος. Ο Ρώσος πρόεδρος έθεσε δημοσίως το ερώτημα: «Ή δεν έχουν έλεγχο της ροής των πληροφοριών, ή διοχέτευσαν αυτές τις πληροφορίες (στους Τούρκους) χωρίς να συνειδητοποιήσουν τις πιθανές επιπτώσεις». Στην πραγματικότητα, έκανε έναν υπαινιγμό ότι στο στήσιμο έχουν συμμετάσχει και Αμερικανοί.

Περιττό να υπενθυμίσουμε ότι η τόσο ευαίσθητη για την παραβίαση του δικού της εναερίου χώρου Τουρκία παραβιάζει συστηματικά εδώ και δεκαετίες τον ελληνικό εναέριο χώρο. Και όχι μόνο τον εναέριο χώρο μεταξύ των έξι και δέκα μιλίων, που ισχυρίζεται ότι είναι διεθνής, αλλά διεισδύει και εντός των έξι μιλίων και συχνά πραγματοποιεί υπερπτήσεις πάνω από τα ελληνικά νησιά. Το ΝΑΤΟ και η Ουάσιγκτον, όμως, δεν έχουν επιδείξει καμία ευαισθησία παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της Αθήνας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί το καθεστώς Ερντογάν έκανε μία τόσο υψηλού ρίσκου επιθετική ενέργεια; Ορισμένοι την θεωρούν αντίποινα για τους ρωσικούς βομβαρδισμούς εναντίον των καθοδηγούμενων από την Άγκυρα Τουρκμένων ανταρτών. Με την αεροπορική υποστήριξη, μάλιστα, των Ρώσων, οι δυνάμεις του Άσσαντ επέτυχαν πριν λίγες ημέρες να ανακαταλάβουν από τους Τουρκμένους μία στρατηγική περιοχή, η οποία είναι κρίσιμη για την ασφάλεια της ρωσικής βάσης στη Λατάκεια και η οποία διευκολύνει την ανακατάληψη της πόλης Ιντλίμπ.

Η Άγκυρα είχε κάνει διάβημα στη Μόσχα και ο Νταβούτογλου είχε στείλει επιστολή στον ΟΗΕ για τις ρωσικές επιθέσεις εναντίον των Τουρκμένων. Οι Τούρκοι, όμως, δύσκολα θα είχαν τολμήσει να καταρρίψουν το SU-24 εάν δεν συνέτρεχε και ένας πρόσθετος κρίσιμος λόγος. Αυτός ο λόγος είναι η ημιτελής ακόμα στροφή της Δύσης στο συριακό μέτωπο.

Το καθεστώς Άσσαντ ήταν στόχος της Ουάσιγκτον από την εποχή της προεδρίας Μπους. Πρώτα το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν, μετά το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν, στη συνέχεια η Συρία του Άσσαντ και τέλος το Ιράν. Τότε, η Συρία είχε γλυτώσει, λόγω του εγκλωβισμού των Αμερικανών στο ναρκοπέδιο του Ιράκ.

Η Συρία ήταν στόχος της Δύσης όχι βεβαίως επειδή το καθεστώς Άσσαντ ήταν αυταρχικό. Ήταν στόχος επειδή η ανατροπή του θα οδηγούσε στην επιβολή ενός φιλοδυτικού καθεστώτος στη Συρία. Κυρίως, όμως, επειδή θα οδηγούσε και στον εξοβελισμό της Ρωσίας από την Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένου ότι οι μόνες βάσεις που διατηρεί στην ευρύτερη περιοχή είναι στη βορειοδυτική Συρία. Με άλλα λόγια, κυριαρχούσε η νεοψυχροπολεμική σκοπιμότητα.

Την ανατροπή του Άσσαντ επιδιώκει και το Ισραήλ. Όχι επειδή θεωρεί ότι είναι απειλή για την ασφάλειά του, αλλά επειδή θέλει να σπάσει τον διάδρομο Ιράν-νότιο Ιράκ-Συρία-Χεζμπολά. Ειδικά μετά την πρωτοφανή αποτυχία του ισραηλινού στρατού να νικήσει τη σιίτικη οργάνωση του Λιβάνου, ο αποκλεισμός και η αποδυνάμωση της Χεζμπολά έχει γίνει έμμονη ιδέα στα ηγετικά κλιμάκια του Τελ Αβίβ.

Μέχρι το 2011, οι νεοοθωμανοί του Ερντογάν είχαν συνάψει στενές σχέσεις με το καθεστώς Άσσαντ με στόχο τη δορυφοροποίηση της Συρίας. Όταν ο Άσσαντ δεν ανταποκρίθηκε, η Άγκυρα εκμεταλλεύθηκε την καταστολή του σουνιτικού αντικαθεστωτικού κινήματος για να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αναλάβει την εργολαβία της ανατροπής.

Με τις ευλογίες της Δύσης και με την οικονομική ενίσχυση των μοναρχιών του Κόλπου, η Τουρκία εκπαίδευσε, εξόπλισε και παραχώρησε άτυπες βάσεις στους αντάρτες. Στόχος της ήταν να ανατρέψει τον Άσσαντ και να επιβάλει ένα φιλοτουρκικό σουνιτικό καθεστώς, μέσω του οποίου θα δορυφοροποιούσε τη Συρία. Με άλλα λόγια, είχε τον ίδιο στόχο, αλλά τον προσέγγιζε με διαφορετικό τρόπο.

Ήταν η εποχή που η Δύση μιλούσε για τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό, ενώ κάτω από αυτό το καπέλο ήδη κυριαρχούσαν στα πεδία της μάχης οι τζιχαντιστές: το Ισλαμικό Κράτος, η Αλ Νούσρα (επίσημο παρακλάδι της Αλ Κάιντα στη Συρία) και άλλες ακραίες σουνιτικές ένοπλες οργανώσεις, όπως οι «παράκτιες ταξιαρχίες» των Τουρκμένων, το ένοπλο χέρι της Άγκυρας στη βορειοδυτική Συρία.

Ας σημειωθεί ότι ο υποδιοικητής της 2ης «παράκτιας ταξιαρχίας» των Τουρκμένων, αυτός που στη συνέντευξη Τύπου υπερηφανεύθηκε ότι σκότωσαν τους Ρώσους πιλότους, είναι ο Τούρκος Γκρίζος Λύκος Αλπασλάν Τσελίκ. Δεν είναι, άλλωστε, ο μόνος που πολεμάει στη Συρία. Είναι εκατοντάδες. Το καθεστώς Ερντογάν έχει ενεργοποιήσει το παραδοσιακό τουρκικό παρακράτος για να κάνει βρώμικες δουλειές και εντός και εκτός Τουρκίας.

Στο βωμό της ανατροπής του Άσσαντ και του εξοβελισμού της Ρωσίας από τη Μεσόγειο, η Δύση έκανε πως δεν βλέπει τις βρώμικες σχέσεις των νεοοθωμανών με τους τζιχαντιστές. Μόνο όταν το Ισλαμικό Κράτος άρχισε τους τελετουργικούς αποκεφαλισμούς, προκαλώντας σοκ στη δυτική κοινή γνώμη, η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγκάσθηκαν να λάβουν κάποια μέτρα.

Άσκησαν κάποιες πιέσεις στην Άγκυρα να περιορίσει την έμμεση συνεργασία της με το Ισλαμικό Κράτος και άρχισαν τους επιλεκτικούς βομβαρδισμούς. Ούτε και τότε, όμως, στόχος της Δύσης ήταν η συντριβή των τζιχαντιστών. Ακόμα τους θεωρούσε μικρότερη απειλή από τη ρωσική παρουσία στη Συρία και γι’ αυτό πρώτη προτεραιότητα παρέμενε η ανατροπή του καθεστώτος Άσσαντ.

Οι πρόσφατες αιματηρές επιθέσεις στο Παρίσι, όμως, άλλαξαν το κλίμα και υποχρέωσαν τις κυβερνήσεις να επαναπροσδιορίσουν την προτεραιότητά τους στη Συρία. Ας σημειωθεί ότι μέχρι τότε η γαλλική πλευρά πρωτοστατούσε στο να τίθεται η ανατροπή του Άσσαντ ως όρος για την πολιτική λύση του Συριακού.

Μετά την αιματοχυσία, όμως, ο Ολάντ έκανε στροφή και ανέλαβε πρωτοβουλία για τη συγκρότηση ενός διεθνούς μετώπου, με τη συμμετοχή και της Ρωσίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συντριβή του Ισλαμικού Κράτους. Στο πλαίσιο μίας πολιτικής λύσης, μάλιστα, αποδέχεται ένα μεταβατικό ρόλο για τον Άσσαντ. Οι σχετικές συνομιλίες στη Βιέννη έδειξαν ότι είναι δυνατή μία συμφωνία των μεγάλων παικτών.

Είχε, βεβαίως, μεσολαβήσει η μεταφορά σημαντικών ρωσικών αεροπορικών (και άλλων) δυνάμεων στη Συρία και η ανάληψη δράσης, η οποία έδειξε να αλλάζει τα δεδομένα στο πεδίο της μάχης. Η στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας όχι μόνο σταθεροποίησε το κλυδωνιζόμενο καθεστώς Άσσαντ, αλλά και κατάφερε αποτελεσματικά πλήγματα εναντίον των τζιχαντιστών.

Η Τουρκία και η Δύση κατηγορεί τη Μόσχα ότι πλήττει και σουνίτες αντάρτες που δεν ανήκουν στο Ισλαμικό Κράτος, όπως οι Τουρκμένοι. Οι κατηγορίες είναι βάσιμες. Για να αποκαταστήσουν τον έλεγχο του καθεστώτος Άσσαντ στη βορειοδυτική Συρία, αλλά και για την ασφάλεια των εκεί δικών τους βάσεων, οι Ρώσοι επιδιώκουν να καθαρίσουν την περιοχή από αντικαθεστωτικούς αντάρτες.

Η σταθεροποίηση του καθεστώτος Άσσαντ λόγω της ρωσικής στρατιωτικής δράσης και η αλλαγή πολιτικών προτεραιοτήτων στη Δύση, οδηγεί την τουρκική στρατηγική σε αδιέξοδο. Τα στοιχεία, μάλιστα, που ο Πούτιν παρουσίασε στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής των G20 στην Αττάλεια για το λαθρεμπόριο πετρελαίου μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους και της Τουρκίας έφεραν σε πολύ δυσχερή θέση τον Ερντογάν.

Δεν πρόκειται, βεβαίως, για αποκάλυψη, δεδομένου ότι είναι κοινό μυστικό. Έχει άλλη βαρύτητα, όμως, να το καταγγέλει με αεροφωτογραφίες ο Ρώσος πρόεδρος από το να αναφέρεται σε δημοσιεύματα και σε διπλωματικές ακριτομυθίες. Οι ρωσικές καταγγελίες πόνεσαν τον Ερντογάν, επειδή κεντρικό ρόλο σ’ αυτό το λαθρεμπόριο παίζει ο γιός του Μπιλάλ που θησαυρίζει για λογαριασμό της οικογένειας και ο οποίος δεν δίστασε να φωτογραφηθεί με ηγετικά στελέχη των τζιχαντιστών.

Τον Μάιο 2015 Αμερικανοί κομάντος σκότωσαν στη Συρία τον Αμπού Σαγιάφ, υπεύθυνο του Ισλαμικού Κράτους για το λαθρεμπόριο πετρελαίου. Οι Αμερικανοί πήραν μαζί τους και σκληρούς δίσκους, στους οποίους υπάρχει πληθώρα στοιχείων για όσους συναλλάσσονται με τους τζιχαντιστές. Παρότι η Ουάσιγκτον απέφυγε να εκθέσει δημοσίως την Άγκυρα, την επέπληξε παρασκηνιακά, επειδή αποδείχθηκαν οι σχέσεις με Τούρκους αξιωματούχους.

Το γεγονός, μάλιστα, πως οι Ρώσοι βομβάρδισαν ελεγχόμενες από το Ισλαμικό Κράτος πετρελαιοπηγές και κομβόι με βυτία λαθραίου πετρελαίου προκάλεσε και αντίστοιχους δυτικούς βομβαρδισμούς. Το αποτέλεσμα είναι τα κέρδη από το λαθρεμπόριο να έχουν πέσει κατά 30% και για τους τζιχαντιστές, αλλά και για την οικογένεια Ερντογάν και τους άλλους μεσάζοντες.

Ο βασικός λόγος της κατάρριψης του ρωσικού SU-24, όμως, είναι η προσπάθεια της Άγκυρας να τορπιλίσει το υπό διαμόρφωση μέτωπο εναντίον των τζιχαντιστών και να επαναφέρει σε πρώτο πλάνο τη νεοψυχροπολεμική αντιπαράθεση. Το ερώτημα εάν ο Ερντογάν έδρασε με την παραίνεση δυτικών κυβερνήσεων δεν μπορεί να απαντηθεί με τα διαθέσιμα στοιχεία.

Είναι σαφές, όμως, πως για να λάβει την απόφαση κατάρριψης μέτρησε το γεγονός ότι και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη υπάρχουν ισχυροί κύκλοι που θέλουν να τορπιλίσουν την πρωτοβουλία του Ολάντ, να επαναφέρουν ως πρώτη προτεραιότητα την ανατροπή του Άσσαντ και να αναζωπυρώσουν το αντιρωσικό κλίμα. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή, η Ουάσιγκτον επέλεξε να επιβάλει κυρώσεις σε Ρώσους!

Αμέσως μετά το περιστατικό η Άγκυρα έσπευσε να προσφύγει στο ΝΑΤΟ για συμπαράσταση, παρότι ήταν ο επιτιθέμενος και όχι η πλευρά που δέχθηκε επίθεση. Η σχετική δήλωση του γενικού γραμματέα της Συμμαχίας ήταν συγκρατημένα υπέρ της Τουρκίας, αλλά το γεγονός πως δεν υπήρξε συλλογική απόφαση αποτυπώνει τις επιφυλάξεις αρκετών δυτικών κυβερνήσεων. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμούν να παρασυρθούν σε μία σύγκρουση με τη Ρωσία, όταν μάλιστα τον διακόπτη της έντασης τον χειρίζεται ένας τύπος όπως ο Ερντογάν.

Η Ελλάδα εξέφρασε τις αντιρρήσεις της όχι λόγω γενικής αντιτουρκικής διάθεσης, αλλά επειδή έχει κάθε συμφέρον να βρεθεί το συντομότερο δυνατόν πολιτική λύση στο Συριακό πρόβλημα. Είναι ο μόνος τρόπος για να περιορισθεί το προσφυγικό ρεύμα. Εκτός αυτού, η θερμή αντιπαράθεση Τουρκίας-Ρωσίας εξ αντικειμένου στρέφει την προσοχή της Άγκυρας προς τα ανατολικά και δεν της αφήνει περιθώρια για προκλήσεις τα δυτικά. Η εφεξής ρωσική πίεση προς την Τουρκία, άλλωστε, εκ των πραγμάτων διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της ελληνικής διπλωματίας και στο Αιγαίο και στο Κυπριακό, το οποίο βρίσκεται σε ευαίσθητη φάση.

Η Δύση γενικά υποστήριξε το δικαίωμα της Τουρκίας να προστατεύει τον εναέριο χώρο της. Έσπευσε, όμως, να λειτουργήσει πυροσβεστικά, ζητώντας από τη Μόσχα και την Άγκυρα να αποκλιμακώσουν την ένταση. Αυτό μπορεί να ακούγεται λογικό, αλλά τέτοιου τύπου εκκλήσεις μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους εκ των πραγμάτων ευνοούν τον δράστη, με την έννοια ότι αποτρέπουν ισοδύναμα αντίποινα.

Η Μόσχα αντέδρασε έντονα, αλλά και με προσοχή. Ο Πούτιν μίλησε για «πισώπλατη μαχαιριά» από «συνεργούς των τρομοκρατών». Δεν πρόκειται για υπερβολή. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι το καθεστώς Ερντογάν υποστηρίζει πολλαπλώς τους τζιχαντιστές. Από την Τουρκία εισέρχονται στη Συρία οι εθελοντές από την Ευρώπη. Στην Τουρκία νοσηλεύονται οι τραυματίες. Από την Τουρκία προμηθεύονται οπλισμό. Προσφάτως, Τούρκοι εισαγγελείς συνέλαβαν στα Άδανα και στην Αντιόχεια πράκτορες της ΜΙΤ να οδηγούν φορτηγά γεμάτα με οπλισμό, τα οποία κατευθύνονταν προς τη Συρία.

Είναι, επίσης, ενδεικτικά:

  • Η Άγκυρα δεν έχει χαρακτηρίσει το Ισλαμικό Κράτος τρομοκρατική οργάνωση. Ο Φιντάν, διοικητής της ΜΙΤ (τουρκικές μυστικές υπηρεσίες) και στενός συνεργάτης του Ερντογάν, έχει πάει ακόμα πιο μακριά. Έχει εμμέσως πλην σαφώς καλέσει τη Δύση να αποδεχθεί και να συναλλαχθεί με το Ισλαμικό Κράτος.
  • Η Άγκυρα απέφυγε να καταδικάσει το σαμποτάζ του ρωσικού πολιτικού αεροπλάνου πάνω από το Σινά.
  • Στον φιλικό αγώνα Ελλάδα-Τουρκία που παρακολούθησαν ο Τσίπρας και ο Νταβούτογλου, οι συγκεντρωμένοι οπαδοί γιουχάιζαν όχι μόνο όταν ακούστηκε ο ελληνικός εθνικός ύμνος, αλλά και όταν τους ζητήθηκε να τηρήσουν ενός λεπτού σιγή για τα θύματα στο Παρίσι. Ο Ερντογάν καταδίκασε μόνο τις αποδοκιμασίες για τον εθνικό ύμνο ξένης χώρας, αλλά όχι και τις αποδοκιμασίες για τα θύματα!
  • Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί στις 10 Οκτωβρίου στον αγώνα Τουρκία-Ισλανδία στο Ικόνιο. Και τότε, όταν είχε ζητηθεί να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή για τα 102 θύματα (Κούρδοι και κάποιοι αριστεροί διαδηλωτές) της νωπής τότε βομβιστικής επίθεσης στην Άγκυρα, οι εξέδρες γέμισαν γιουχαϊσματα. Ας σημειωθεί ότι το κουρδικό κόμμα είχε κατηγορήσει ότι οι τζιχαντιστές εκτέλεσαν συμβόλαιο που είχαν συνάψει με τη ΜΙΤ, προκειμένου να τρομοκρατήσουν τους ψηφοφόρους και ο Ερντογάν να κερδίσει τις εκλογές του Νοεμβρίου, όπως και έγινε.

Η Άγκυρα υποστηρίζει τους τζιχαντιστές όχι μόνο λόγω της προσδοκίας ότι θα ανέτρεπαν το καθεστώς Άσσαντ και θα έριχναν τη σουνιτική Συρία στην τουρκική αγκαλιά. Είχε ζητήσει ως αντάλλαγμα και τη στρατιωτική συντριβή της κουρδικής κρατικής οντότητας στη βόρειο Συρία, η οποία ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό πολιτικά από το ΡΚΚ. Η τουρκική κυβέρνηση, άλλωστε, δηλώνει και επισήμως ότι θεωρεί μεγαλύτερη απειλή τους Κούρδους από το Ισλαμικό Κράτος.

Η Τουρκία δεν μπορούσε να στραφεί στρατιωτικά εναντίον των Κούρδων της Συρίας, επειδή της το είχαν απαγορεύσει οι Αμερικανοί. Γι’ αυτό και είχε αναθέσει τη βρώμικη δουλειά στο Ισλαμικό Κράτος. Οι τζιχαντιστές πολιόρκησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την στρατηγικής σημασίας παραμεθόρια κουρδική πόλη Κομπάνι. Παρά τις αιματηρές επιθέσεις τους με βαρύ οπλισμό δεν κατάφεραν να το αλώσουν. Το Κομπάνι κράτησε, λόγω της ηρωικής αντίστασης των Κούρδων, αλλά έχει καταγραφεί η ικανοποίηση των τουρκικών αρχών τις ημέρες των σφαγών και της δραματικής πολιορκίας.

Η Μόσχα θα συνεχίσει να υπογραμμίζει ότι ο Ερντογάν δεν είναι απλώς ένας δύστροπος παίκτης, κάτι που συμμερίζονται και οι Δυτικοί, αλλά ένας τυχοδιώκτης που δεν διστάζει να συναλλάσσεται με τους τρομοκράτες του Ισλαμικού Κράτους. Αν και η ρωσική ρητορική βρίσκει έρεισμα και πλήττει τη διεθνή εικόνα της Τουρκίας δεν αναμένεται να την απομονώσει.

Παρά τις επιφυλάξεις και τις δυσαρέσκειές τους, οι Αμερικανοί δεν πρόκειται να αφήσουν την Τουρκία να απομονωθεί, επειδή την θεωρούν χρήσιμο εταίρο και στη Μέση Ανατολή και στην αντιπαράθεσή τους με τη Ρωσία. Για τους Ευρωπαίους υπάρχει και ένα πρόσθετο κίνητρο. Όπως φάνηκε και από την επίσκεψη Μέρκελ και από τις διαπραγματεύσεις της Κομισιόν με την Άγκυρα, θεωρούν ότι μόνο με τη βοήθεια του Ερντογάν μπορούν να ανακόψουν το προσφυγικό-μεταναστευτικό κύμα. Αυτό θα φανεί και στη σημερινή σύνοδο ΕΕ-Τουρκίας με αυτό ακριβώς το θέμα στην ατζέντα.

Προς το παρόν, όπως φάνηκε και από τη συνάντησή τους στη Μόσχα, ο Πούτιν επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή την πρωτοβουλία Ολάντ για το διεθνές μέτωπο εναντίον των τζιχαντιστών και να αποτρέψει την επαναφορά σε πρώτο πλάνο της νεοψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει να κλιμακώνονται τα ρωσικά αντίποινα:

  • Παγώνει η διμερή στρατιωτική συνεργασία.
  • Ακυρώθηκε η προγραμματισμένη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Λαβρόφ στην Άγκυρα.
  • Ο Πούτιν απέρριψε την πρόταση του Ερντογάν να συναντηθούν αύριο στο περιθώριο της συνόδου για την Κλιματική Αλλαγή. Αναφερόμενος ειρωνικά στη δήλωση Ερντογάν ότι αυτοί που πρέπει να απολογηθούν είναι οι Ρώσοι, δήλωσε: «δεν είμαι έτοιμος να απολογηθώ». Πιστός στο αλαζονικό ύφος του, ο “σουλτάνος” απάντησε με τον εξής προκλητικό τρόπο: «Συμβουλεύω τους Ρώσους να μην παίζουν με τη φωτιά».
  • Παγώνουν τα μεγάλα διμερή επενδυτικά σχέδια. Μεταξύ αυτών και η κατασκευή του νότιου αγωγού φυσικού αερίου, η οποία είναι πλέον στον αέρα.
  • Η Μόσχα κάλεσε τους Ρώσους να επιστρέψουν από την Τουρκία και ουσιαστικά κηρύσσει άτυπο τουριστικό εμπάργκο, το οποίο υπολογίζεται ότι το 2016 θα στοιχίσει στην τουρκική οικονομία τέσσερα δισ.
  • Εγείρονται μεγάλα εμπόδια στις τουρκικές εισαγωγές κυρίως αγροτικών προϊόντων συνολικού ύψους τεσσάρων δισ. Ας σημειωθεί ότι ενώ η Τουρκία είναι ο 7ος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας, η Ρωσίας είναι ο 2ος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι από την επιδείνωση των σχέσεων η τουρκική οικονομία έχει πολλά περισσότερα να χάσει από τη ρωσική.
  • Βομβάρδισαν εντός της συριακής επικράτειας κομβόι 20 φορτηγών της νεοοθωμανικής και στενά συνδεδεμένης με το καθεστώς Ερντογάν Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης ΙΗΗ, το οποίο μετέφερε οπλισμό και βοήθεια στους Τουρκμένους αντάρτες. Τα φορτηγά καταστράφηκαν πλήρως, επτά άτομα σκοτώθηκαν και δέκα τραυματίσθηκαν.

Όλα δείχνουν, όμως, ότι ο Πούτιν δεν θα περιορισθεί στα παραπάνω. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές αναμένεται να πλήξει την Τουρκία και σε άλλα επίπεδα. Θα αναζωπυρωθεί η πίεση για τη διεθνή αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας. Θα γίνουν κινήσεις διπλωματικής ενίσχυσης του ΡΚΚ και πιθανότατα οι Ρώσοι θα το εξοπλίσουν με αντιαεροπορικούς πυραύλους και άλλον σύγχρονο οπλισμό. Εάν συμβεί αυτό, η τουρκική πολεμική αεροπορία θα πληρώσει βαρύ τίμημα, δεδομένου ότι μέχρι τώρα οι Τούρκοι βομβαρδίζουν τις θέσεις των Κούρδων ανταρτών εκ του ασφαλούς.

Παρά τους σχετικούς φόβους, η Μόσχα δεν πρόκειται να κόψει τη συμφωνημένη παροχή φυσικού αερίου στην Τουρκία. Για τη Ρωσία το αέριο είναι εξαγώγιμο είδος και όχι όπλο πολιτικής πίεσης. Εάν έκανε κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα δικαίωνε την Ουάσιγκτον, η οποία σε κάθε ευκαιρία καλεί την Ευρώπη να απεξαρτηθεί από το ρωσικό αέριο, επειδή η ενεργειακή εξάρτηση θα χρησιμοποιηθεί σαν μοχλός πίεσης για πολιτική εξάρτηση.

Μετά την κατάρριψη του S-24, οι Ρώσοι στέλνουν στη Συρία το πυραυλοφόρο Μόσκβα, πρόσθετες μοίρες μαχητικών και βομβαρδιστικών και τα υπερσύγχρονα αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα S-400. Αυτό σημαίνει ότι τα τουρκικά μαχητικά, όταν πετούν στη νοτιοανατολική Τουρκία, θα μπορούν να εγκλωβίζονται από τους S-400 και η κατάρριψή τους να είναι στη διακριτική ευχέρεια των Ρώσων.

Είναι προφανές ότι θα αποφεύγουν να πετούν κοντά στη συνοριακή γραμμή για να μη δώσουν την ευκαιρία και το πρόσχημα στους Ρώσους να πάρουν το αίμα τους πίσω. Για το ίδιο λόγο, η Άγκυρα αποφάσισε να σταματήσει προς το παρόν τους βομβαρδισμούς εντός της Συρίας, προκειμένου να αποφύγει κατάρριψη δικού της αεροσκάφους.

Αν και κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει μέχρι που θα φθάσει η Μόσχα, είναι ξεκάθαρο ότι παρά τα πολιτικά-διπλωματικά και οικονομικά αντίποινα, το σκορ είναι ακόμα Τουρκία-Ρωσία 1-0. Εάν αυτό παραμείνει έτσι, το κύρος του Πούτιν θα έχει στραπατσαριστεί άσκημα και η Ρωσία θα έχει ταπεινωθεί και υποβαθμισθεί ως μεγάλη δύναμη.

Η Μόσχα, άλλωστε, έχει στο πρόσφατο παρελθόν ανεχθεί εχθρικές κινήσεις εκ μέρους του Ερντογάν, γεγονός που διευκόλυνε τη λήψη της απόφασης για την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους. Υπενθυμίζουμε ότι στις 10 Οκτωβρίου 2010 οι Τούρκοι υποχρέωσαν σε αναγκαστική προσγείωση στην Άγκυρα ρωσικό μεταγωγικό που πήγαινε στη Δαμασκό για να ελέγξουν αν μετέφερε όπλα.

Στις 18 Ιουλίου, ο Ερντογάν δήλωσε χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο ότι το πολιτικό αεροπλάνο των μαλαισιανών αερογραμμών που έπεσε στην ανατολική Ουκρανία, το είχαν καταρρίψει Ρώσοι. Ο Τούρκος πρόεδρος, μάλιστα, δεν είχε παραλείψει να καταγγείλει παραβίαση των δικαιωμάτων των Τατάρων της Κριμαίας από τον ρωσικό παράγοντα.

Ο Πούτιν είχε αποφύγει να ρίξει λάδι στη φωτιά, αλλά τώρα διαπιστώνει ότι η στάση του αποχαλίνωσε τη νεοοθωμανική ηγεσία. Λόγω και της επιλογής του Ερντογάν να αυτονομείται από τις δυτικές επιλογές όποτε τα συμφέροντά του είναι διαφορετικά, η Μόσχα είχε θεωρήσει ότι θα μπορούσε να οικοδομήσει στενές σχέσεις με την Άγκυρα παρά τις γεωπολιτικές διαφορές τους.

Η μεγάλη ανάπτυξη των διμερών οικονομικών σχέσεων, η οποία διευκολύνθηκε από την πολιτική επιλογή των δύο ηγετών, έβαλε για ένα διάστημα στο περιθώριο την παραδοσιακή γεωπολιτική αντιπαλότητα. Αυτή τώρα επανέρχεται με ορμή. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως είναι πολύ πιθανόν κάποια στιγμή και με κάποιον τρόπο οι Ρώσοι να δώσουν και στρατιωτική απάντηση στην Τουρκία.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και όταν οι δυνάμεις του Άσσαντ είχαν στις 22 Ιουνίου 2012 καταρρίψει τουρκικό μαχητικό. Η απάντηση των Τούρκων ήλθε στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, όταν κατέρριψαν συριακό ελικόπτερο. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο 2014 κατέρριψαν και συριακό μαχητικό, στέλνοντας το μήνυμα ότι τα αντίποινά τους θα είναι πολλαπλάσια.

Εάν αυτή ήταν η αντίδραση των Τούρκων, η αντίδραση των Ρώσων θα περιορισθεί μόνο στο οικονομικό επίπεδο;

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα, την Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015
 http://mignatiou.com/2015/11/o-poutin-sfingi-ti-lavi-ston-erntogan/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή