Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οργή στις ΗΠΑ για το φιάσκο Τραμπ με τον Πούτιν

Δημοσιεύτηκε στις

Πρωτοφανείς κατηγορίες κατά του αμερικανού προέδρου για εθνική προδοσία μετά το «άδειασμα» στο FBI και την εμπιστοσύνη στον ρώσο ηγέτη
«Αίσχος και εθνική ντροπή!», «Προδοσία!», «Καθαίρεση!». Βαριές και πρωτοφανείς ήταν οι κουβέντες που ακούστηκαν από επίσημα χείλη Δημοκρατικών αλλά και επιφανών Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο.
Δεν έχει ξαναγίνει πρόεδρος των ΗΠΑ να παίρνει τόσο φανερά το μέρος μιας ξένης δύναμης (και δη της Ρωσίας), «αδειάζοντας» το FBI και το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, σε ζωντανή και παγκόσμια τηλεοπτική μετάδοση.
Τσάρος εμπιστοσύνης
Και όμως το έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ την περασμένη Δευτέρα, στο Ελσίνκι, έχοντας πλάι του στη συνέντευξη Τύπου τον αυταρχικό «τσάρο» του Κρεμλίνου. Μετά το πρώτο τετ α τετ που έγινε κεκλεισμένων των θυρών, παρουσία μόνο διερμηνέων, ο Τραμπ δήλωσε ότι πιστεύει τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος τον διαβεβαίωσε προσωπικά ότι η Ρωσία δεν αναμείχθηκε στις αμερικανικές εκλογές του 2016.
Τι και αν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ έχουν καταλήξει επισήμως, και δημοσίως, στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα; Ο Τραμπ είπε ότι εμπιστεύεται τον Πούτιν. Ο οποίος δεν είχε πρόβλημα να ομολογήσει δημοσίως στο Ελσίνκι ότι, ναι, προτιμούσε να νικήσει ο (εθνολαϊκιστής και απομονωτιστής) Τραμπ και όχι η Χίλαρι Κλίντον, η οποία είχε εκφράσει σκληρές αντιρωσικές θέσεις.
Σοκ και δέος στην Ουάσιγκτον. Τέτοιας σφοδρότητας ήταν η θύελλα των αντιδράσεων, που ο αλλοπρόσαλλος Τραμπ αναγκάστηκε να ανασκευάσει 24 ώρες αργότερα. Μιλώντας από τον Λευκό Οίκο, είπε ότι μπέρδεψε τα λόγια του στο Ελσίνκι, διαβεβαιώνοντας ότι έχει «απόλυτη εμπιστοσύνη στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών».

Αλλά η ζημιά είχε γίνει και ο σάλος δεν έλεγε να κοπάσει. Καταπέλτες ήταν βέβαια οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο – μίλησαν για ντροπή, κάποιοι κατηγόρησαν τον Τραμπ για «προδοσία». Αλλοι μίλησαν για καθαίρεση, ενώ πολλοί αναρωτήθηκαν «με τι τον κρατάει ο Πούτιν».

«Οι ενέργειες του Τραμπ ενίσχυσαν τους αντιπάλους μας, αποδυνάμωσαν τις άμυνες ημών και των συμμάχων μας. Στην ιστορία της χώρας μας, οι Αμερικανοί δεν είδαν ποτέ πρόεδρό τους να θέτει τα συμφέροντα της Ρωσίας πάνω από εκείνα των ΗΠΑ» δήλωσε ο Τσακ Σούμερ, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία.
Πού είστε, πατριώτες;
Κάνοντας ένα βήμα παραπέρα ο Τζον Μπρέναν, πρώην διευθυντής της CIA (επί Μπαράκ Ομπάμα), χρησιμοποίησε ορολογία Συντάγματος των ΗΠΑ για τους λόγους καθαίρεσης προέδρου. Η στάση του Τραμπ στο Ελσίνκι «ξεπερνάει το κατώφλι της παράβασης καθήκοντος. Αγγίζει την εσχάτη προδοσία. Ρεπουμπλικανοί πατριώτες, πού είστε;» έγραψε ο Μπρέναν στο Twitter.
Αλλά οι περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί έμειναν αμήχανα σιωπηλοί, αποφεύγοντας να καταδικάσουν δημοσίως τον Τραμπ μέχρι που «ανέπνευσαν» μετά τη δήλωση ανασκευής, την Τρίτη.
Υπήρξαν όμως και κάποιοι που εξανέστησαν αμέσως. Ο πρόεδρος της Βουλής Πολ Ράιαν συνέστησε, σε αυστηρό τόνο, στον πρόεδρο Τραμπ «να αντιληφθεί ότι η Ρωσία είναι αντίπαλος» των ΗΠΑ. Προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει αμφιβολία» για την εμπλοκή της στις αμερικανικές εκλογές του 2016. Για «τραγικό σφάλμα» και «νέο χαμηλό για τις ΗΠΑ» μίλησε και ο 81χρονος Τζον Μακ Κέιν, ήρωας πολέμου στο Βιετνάμ, βετεράνος γερουσιαστής και πρώην προεδρικός υποψήφιος του κόμματος.
Πράκτορες και καλλονή
Ο ειδικός ανακριτής Ρόμπερτ Μιούλερ απήγγειλε κατηγορίες σε άλλους 12 αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών του ρωσικού στρατού (GRU) για ανάμειξη στις εκλογές του 2016. Οι ρώσοι πράκτορες κατηγορούνται ονομαστικά από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για κυβερνοεπίθεση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος και για υποκλοπές χιλιάδων εσωτερικών εγγράφων πριν από τις προεδρικές.
Συνελήφθη επίσης για κατασκοπεία (και είναι η μόνη που κρατείται) η 29χρονη ΡωσίδαΜαρία Μπούτινα. Αυτή η κοκκινομάλλα καλλονή με τις υψηλές διασυνδέσεις φέρεται να προσπάθησε, υπό την καθοδήγηση ρώσου αξιωματούχου, με προσφορές για σεξ να διεισδύσει σε αμερικανικές πολιτικές και θρησκευτικές οργανώσεις, ανάμεσά τους και στο πανίσχυρο λόμπι της οπλοκατοχής NRA, «προκειμένου να κατευθύνει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα προς πιο φιλορωσικές πολιτικές».
Σύμφωνα με τους «New York Times», η Μπούτινα «προσπάθησε να κλείσει μυστική συνάντηση Πούτιν – Τραμπ» στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016.
Συνολικά, 26 Ρώσοι έχουν κατηγορηθεί από τη Δικαιοσύνη των ΗΠΑ για συμμετοχή σε μια ευρύτερη επιχείρηση ανάμειξης και επηρεασμού των ψηφοφόρων στις προεδρικές εκλογές, που αμερικανοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι έγινε με απευθείας εντολή του Πούτιν. Προς το παρόν, σε κανένα από τα κατηγορητήρια δεν αναφέρεται το παραμικρό για συμπαιγνία του επιτελείου Τραμπ με Ρώσους. Αλλά η έρευνα Μιούλερ συνεχίζεται και κανείς δεν μπορεί να ξέρει πότε και πώς θα τελειώσει. Ο Τραμπ διαψεύδει κατηγορηματικά τα περί συμπαιγνίας και μιλάει συνεχώς για «κυνήγι μαγισσών» και fake news των «συστημικών» ΜΜΕ.
Η επίθεση του Ομπάμα

Αλλά, παρά το μπαράζ των επικρίσεων, το ποσοστό αποδοχής του Τραμπ στο γενικό εκλογικό σώμα φαίνεται αμετάβλητο (στο 42%) και οι Ρεπουμπλικανοί παρουσιάζουν ισχυρή συσπείρωση εν όψει των εκλογών του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.
Γκάλοπ στα τέλη της εβδομάδας (Reuters/Ipsos) έδειξε ότι το 71% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων εγκρίνει τη στάση του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία, ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, με την πόλωση που κυριαρχεί η καταδίκη από τους Δημοκρατικούς είναι σαρωτική στο 86%.
Σε αυτό το κλίμα, στο κόμμα του Μπαράκ Ομπάμα χειροκρότησαν με ενθουσιασμό την ομιλία του στη Νότια Αφρική για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νέλσον Μαντέλα. Χωρίς να κατονομάσει ούτε μια φορά τον εθνολαϊκιστή διάδοχό του, ο Ομπάμα επιτέθηκε στους «αυταρχικούς ηγέτες» της «νέας αβέβαιης εποχής», οι οποίοι «προσπαθούν να υπονομεύσουν κάθε θεσμό που δίνει νόημα στη Δημοκρατία». Και μίλησε για «την απόλυτη ξεδιαντροπιά του ηγέτη που πιάνεται να λέει ψέματα και μετά απλώς υπερθεματίζει με περισσότερα ψέματα».

«Ανοιχτή συμπαιγνία με τον εγκληματικό ηγέτη μιας εχθρικής δύναμης»

Ανελέητη ήταν μεγάλη μερίδα του Τύπου σε ΗΠΑ και Δύση. Με τίτλους όπως «Τώρα πρώτα η Ρωσία για τον Τραμπ», «Τραμπ και Πούτιν εναντίον Αμερικής», «Ντροπή!» και «Αισχρή συνθηκολόγηση», ΜΜΕ στηλίτευσαν τον πρώτο αμερικανό πρόεδρο στην Ιστορία που «πήρε το μέρος του εχθρού σε βάρος των εθνικών συμφερόντων της χώρας του» και των συμμάχων της («Νew York Daily News»).

Μιλώντας για «τραγωδία εθνικών διαστάσεων» και «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», η εφημερίδα κυκλοφόρησε με τίτλο «Ανοιχτή προδοσία» – και μεγάλο σκίτσο στην πρώτη σελίδα που δείχνει τον Τραμπ να πυροβολεί τον Μπαρμπα-Σαμ κρατώντας με το άλλο χέρι τον Πούτιν. 
Στους «New York Times», ο αρθρογράφος Τόμας Φρίντμαν χαρακτήρισε τη στάση του Τραμπ στο Ελσίνκι «τόσο αντίθετη με τις αμερικανικές αξίες και τα εθνικά συμφέροντά μας, που οδηγεί σε ένα συμπέρασμα: είτε ο Τραμπ δουλεύει για τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών ή του αρέσει να παίζει αυτόν τον ρόλο στην τηλεόραση… Για πρώτη φορά στην Ιστορία, αμερικανός πρόεδρος επιδίδεται είτε ηθελημένα είτε από βαριά αμέλεια ή εξαιτίας της διεστραμμένης προσωπικότητάς του σε τέτοια προδοτική συμπεριφορά».
Τα ίδια και στις τηλεοράσεις: «επονείδιστος» (Αντερσον Κούπερ, CNN) και «αηδιαστικός» (Νιλ Καβούτο, στο δεξιό και πολυαγαπημένο του Τραμπ Fox News).
Για «προδοσία» έκανε λόγο το κύριο, ανυπόγραφο άρθρο της «Washington Post», μιλώντας για «ανοιχτή συμπαιγνία με τον εγκληματικό ηγέτη μιας εχθρικής δύναμης… Ο Τραμπ αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα γεγονότα για τη συμπεριφορά της και άνοιξε πυρ στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ!».

«Το υγρό φιλί του Τραμπ στον Πούτιν σφραγίζει νέα παγκόσμια τάξη, όπου φίλοι έγιναν εχθροί και εχθροί φίλοι» (Politico). «Τι να πεις για έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που αμφισβητεί τον λόγο των δικών του υπηρεσιών πληροφοριών και στέκεται πλάι στον ηγέτη του κυριότερου γεωπολιτικού αντιπάλου της Αμερικής; Το μέλλον της δυτικής συμμαχίας τίθεται σοβαρά εν αμφιβόλω, και ο Τραμπ φρόντισε για αυτό» σχολιάζει αρθρογράφος στους «Financial Times».

Για «καταστροφικό τετ α τετ με τον Πούτιν ενός αμερικανού προέδρου που ξεσπαθώνει εναντίον ιστορικών, δημοκρατικά εκλεγμένων συμμάχων (στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ) και αγκαλιάζει αυταρχικούς εχθρούς (Κιμ, Πούτιν) ως υπογραφή της εξωτερικής πολιτικής του» γράφει ο «New Yorker».

Καθώς, ούτως ή άλλως, ουσιαστικό πολιτικό αποτέλεσμα δεν υπήρξε, αυτή η σύνοδος κορυφής που είχε σχεδιαστεί από την αρχή σαν επικοινωνιακό σόου του Τραμπ επέτρεψε τελικά στον Πούτιν να εμφανιστεί ως «κυρίαρχος του παιχνιδιού: απαραίτητος για την επίλυση παγκόσμιων κρίσεων, σε ισότιμη βάση με τον ηγέτη της μοναδικής υπερδύναμης» σχολιάζει ο «Monde». Και ο ανταποκριτής του BBC στη Μόσχα μετέδωσε τα εξής: «Ακόμα και ο ρωσικός Τύπος έχει μείνει έκπληκτος. Μια εφημερίδα δηλώνει σοκαρισμένη που, παρουσία του Πούτιν, ο Τραμπ εξέφρασε δημοσίως τέτοια έλλειψη εμπιστοσύνης στις ίδιες τις μυστικές υπηρεσίες του. Δεν κάνεις τέτοια πράγματα. Θα πληρώσει βαρύ πολιτικό τίμημα, λένε εδώ».

Το χρονικό της σύγχυσης

Είπε-ξείπε και ξαναείπε. Μετά την κατακραυγή, ο Τραμπ αναγκάστηκε να ανασκευάσει, διαβάζοντας από γραπτό κείμενο «διόρθωση» της επίμαχης δήλωσης του Ελσίνκι. Αλλά μετά τα ξαναγύρισε προφορικώς, θολώνοντας πάλι τα νερά:

Δευτέρα 16/7 – Ελσίνκι: «Οι άνθρωποί μου (σ.σ. το FBI) μου είπαν ότι πιστεύουν πως είναι η Ρωσία. Εδώ έχω τον πρόεδρο Πούτιν, μόλις είπε ότι δεν είναι η Ρωσία. Εγώ θα πω αυτό: Δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί να είναι η Ρωσία».
Αργότερα, μέσα στο Air Force One βλέπει στην τηλεόραση τον σάλο που έχει ξεσπάσει στις ΗΠΑ και στέλνει tweet: «Εχω ΜΕΓΑΛΗ εμπιστοσύνη στους ανθρώπους ΜΟΥ των μυστικών υπηρεσιών».

Τρίτη 17/7 – Λευκός Οίκος: Λέει πως μπέρδεψε τα λόγια του στο Ελσίνκι. «Η πρόταση θα έπρεπε να είναι: Δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί να μην είναι η Ρωσία. Διπλή άρνηση, ξέρετε… Δέχομαι το συμπέρασμα των υπηρεσιών πληροφοριών μου ότι η Ρωσία αναμείχθηκε στις εκλογές του 2016».
Αλλά προσθέτει: «Θα μπορούσαν να είναι και άλλοι. Πολλοί άλλοι εκεί έξω… Καμία συμπαιγνία!».
Και δεν απαντάει όταν δημοσιογράφοι τον ρωτούν αν καταδικάζει τον Πούτιν για την ανάμειξη.

Τετάρτη 18/8: Από νωρίς νέα tweets, σε πανηγυρικό τόνο: «Μερικοί ΜΙΣΟΥΝ το γεγονός ότι τα πήγα καλά με τον πρόεδρο Πούτιν της Ρωσίας. Θα προτιμούσαν να κάνουμε πόλεμο παρά να το δουν αυτό. Ο Πούτιν και εγώ συζητήσαμε πολλά σημαντικά θέματα. Μεγάλα αποτελέσματα θα έρθουν!».

Αλλά μετά απαντάει με ένα κοφτό «όχι» σε ερώτημα ρεπόρτερ για το αν συνεχίζεται η ρωσική απειλή. Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου τα μαζεύει πάλι, διαβεβαιώνοντας πως ναι, «ο πρόεδρος πιστεύει ότι η απειλή συνεχίζεται» (όπως έχουν πει και οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ) εν όψει εκλογών για το Κογκρέσο τον Νοέμβριο.

ΒΗΜΑ

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα3 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή