Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο σχηματισμός της τέλειας καταιγίδας

Δημοσιεύτηκε στις

Analyst Team

Το 2008 χρεοκόπησαν οι εμπορικές τράπεζες και υπερχρεώθηκαν τα κράτη για να τις διασώσουν, ενώ αμέσως μετά υπερχρεώθηκαν οι κεντρικές τράπεζες για να διασώσουν τα κράτη, με αποτέλεσμα να είναι σήμερα οι πάντες υπερχρεωμένοι – οπότε εύλογα μαίνονται οι οικονομικοί, ενεργειακοί, χρηματοπιστωτικοί και νομισματικοί πόλεμοι, με κίνδυνο να οδηγηθούμε σε έναν παγκόσμιο στρατιωτικό.  

Οι πόλεμοι σήμερα είναι οικονομικοί και όχι στρατιωτικοί – ενώ το κράτος που έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, οι Η.Π.Α. εν προκειμένω, είναι σε θέση να κερδίζει τεράστια ποσά χρησιμοποιώντας τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία που έχει στη διάθεση του. Πρόσφατο παράδειγμα η Τουρκία, όπου οι κερδοσκόποι έχουν στήσει κυριολεκτικά πάρτι επάνω στο πτώμα της (άρθρο) – ενώ οι δυνατότητες αντίδρασης που έχει στη διάθεση της (αύξηση των βασικών επιτοκίων, έλεγχοι κεφαλαίων, ΔΝΤ) είναι αμφιλεγόμενες, αφού είναι συνδεδεμένες με παρενέργειες (ρυθμός ανάπτυξης, τράπεζες, χρεοκοπίες κλπ.) που δεν είναι καθόλου εύκολο να χειριστούν.
Το βασικότερο όπλο των Η.Π.Α. είναι η επιβολή κυρώσεων, όπως είναι οι δασμοί, τα πρόστιμα στις ξένες τράπεζες ή η διεθνής απομόνωση του αντιπάλου τους, η οποία μοιάζει με το βγάλσιμο της πρίζας από το παγκόσμιο σύστημα – με αποτέλεσμα συχνά τις μαζικές εκροές κεφαλαίων που προκαλούν προβλήματα χρηματοδότησης στο θύμα τους, κατάρρευση του νομίσματος, υπερβολικό πληθωρισμό κοκ. Οι αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης δε είναι αυτές που δίνουν τη χαριστική βολή – υποτιμώντας το αξιόχρεο της χώρας, οπότε τα ομόλογα της και κατ’ επέκταση τη βιωσιμότητα του τραπεζικού της συστήματος.

Περαιτέρω, οι κυρώσεις που επιβάλλουν οι Η.Π.Α. ζημιώνουν σχεδόν πάντοτε την ευρωπαϊκή οικονομία – όπως στην περίπτωση της Ρωσίας πρόσφατα ή της Τουρκίας σήμερα, στην οποία είναι εκτεθειμένες οι τράπεζες της Ισπανίας (85,3 δις $), της Γαλλίας (38,4 δις $), της Ιταλίας (17 δις $), αλλά και της Γερμανίας με 20,77 δις €. Σύμφωνα πάντως με τους FT, η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας δήλωσε το Μάιο πως οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα (χωρίς τις τράπεζες) σε συνάλλαγμα ήταν 337 δις $ – ένα τρομακτικό ποσόν που πλησιάζει το 40% του ΑΕΠ της (πηγή). Οφείλει να σημειωθεί πάντως εδώ πως κοντά στην αμερικανική βάση του Ινσιρλίκ που απειλούν να κλείσουν οι Τούρκοι ως αντίποινα, καταλήγει ο αγωγός από το Αζερμπαϊτζάν (εικόνα δεξιά), τον οποίο ουσιαστικά προστατεύουν οι Η.Π.Α. – οπότε δεν θα το επέτρεπαν ποτέ (επίσης πως η κατάρρευση της λίρας για τον τουρισμό μας θα αποβεί μεγάλο πρόβλημα).
Παρά το ότι τώρα τα βλέμματα του πλανήτη είναι στραμμένα στην Τουρκία, από την οποία ασφαλώς θα μπορούσε να ξεκινήσει η επόμενη χρηματοπιστωτική καταιγίδα (άρθρο), εν πρώτοις με τη «μόλυνση» των τεσσάρων άλλων επισφαλών αναπτυσσομένων οικονομιών (ανάλυση), με την Αργεντινή να έχει ζητήσει μεν τη βοήθεια του ΔΝΤ, χωρίς όμως να συγκρατήσει ακόμη την πτώση του νομίσματος της, ο νούμερο ένα κίνδυνος είναι η οικονομική σύγκρουση των Η.Π.Α. με το Ιράν – σημειώνοντας πως πολύ συχνά οι στόχοι των Η.Π.Α. προέρχονται από δύο διαφορετικές πηγές:
(α) από το βαθύ αμερικανικό κράτος, με το οποίο αρκετές φορές δεν συμφωνεί ο κ. Trump όπως στην περίπτωση της Ρωσίας και (β) από τον ίδιο τον πρόεδρο Trump, όπως στην Τουρκία και στο Ιράν. Ενδεχομένως δε να ισχύει η μυστική συμφωνία του αμερικανού προέδρου με τη Ρωσία και με τη Σαουδική Αραβία στο Ελσίνκι, όσον αφορά τις τιμές του πετρελαίου – αφού οι Η.Π.Α. δεν θα μπορούσαν να κερδίσουν τη μάχη της Σαουδικής Αραβίας (ανάλυση), αλλά δεν θα ήταν διαθέσιμες να τη χάσουν.
Ο κίνδυνος του Ιράν
Συνεχίζοντας, έχουν ήδη επιβληθεί αμερικανικές κυρώσεις στο Ιράν, στον πρώτο βαθμό τους – σε μία μορφή που έχει ως αποτέλεσμα ξανά την οικονομική ομηρία της Ευρώπης. Ειδικότερα, οι εμπορικές συναλλαγές της Ευρώπης με το Ιράν έφτασαν το τελευταίο έτος στα 10,8 δις € στις εξαγωγές, καθώς επίσης στα 10,1 δις € στις εισαγωγές – ενώ η Airbus προμήθευσε ήδη τρία επιβατικά αεροπλάνα στο Ιράν και η ATR (κοινοπρακτική εταιρεία της Ιταλίας με τη Γαλλία) πέντε ελικοφόρα αεροσκάφη, από τις ήδη ληφθείσες, πολύ μεγαλύτερες παραγγελίες.
Περισσότερα όμως δεν μπορούν να πουλήσουν ούτε η μία εταιρεία, ούτε η άλλη – αφενός μεν επειδή στο 10% των εξαρτημάτων των αεροσκαφών «ενσωματώνονται» αμερικανικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, αφετέρου επειδή είναι εξαρτημένες σε μεγάλο βαθμό από τις πωλήσεις τους στις Η.Π.Α., τις οποίες θα έχαναν εάν δεν τηρούσαν τις κυρώσεις. Χαμένη είναι βέβαια και η Boeing, η οποία έχει παραγγελίες ύψους 17 δις $, καθώς επίσης πολλές άλλες αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες – ενώ στο Ιράν θα χάσουν τις θέσεις εργασίας τους δεκάδες χιλιάδες του κλάδου των χαλιών, συν χιλιάδες χωρικοί που παράγουν φιστίκια.
Σε κάθε περίπτωση, από πολιτικής και στρατιωτικής σκοπιάς προβλέπεται πως θα ξεσπάσει μία καταστροφική καταιγίδα στον περσικό κόλπο – στον οποίο οι Η.Π.Α. διατηρούν 30.000 στρατιώτες, τον 5ο στόλο με ένα μεγάλο κέντρο διοίκησης, καθώς επίσης 30 πλοία (συνήθως συμπληρώνονται με ένα αεροπλανοφόρο) πριν από το Μπαχρέιν. Επί πλέον υπάρχουν αμερικανικές βάσεις στο Κουβέιτ, στα Αραβικά Εμιράτα, στο Κατάρ και στη Σαουδική Αραβία – οι οποίες τροφοδοτούνται ως επί το πλείστον με πλοία που πρέπει να διέλθουν από τα στενά του Ορμούζ.
Από τη στενή αυτή λωρίδα του περσικού κόλπου (εικόνα) διέρχεται το 30% της δια θαλάσσης τροφοδοσίας του πλανήτη με πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο – ενώ στο στενότερο μέρος της έχει πλάτος 40 χιλιομέτρων, με το Ομάν στα νότια και το Ιράν στα βόρεια.  Στα πλαίσια αυτά υπάρχουν φόβοι πως το Ιράν θα προσπαθήσει να κλείσει ένα μεγάλο μέρων των στενών του Ορμούζ που συμπεριλαμβάνει δύο κανάλια πλοήγησης 3,2 και 4,8 χιλιομέτρων – από τα οποία πρέπει να διέλθουν όλα τα εμπορικά και πολεμικά πλοία, ενώ μέχρι σήμερα τα αμερικανικά πολεμικά περνούσαν χωρίς να το δηλώσουν.
Το Ιράν και το Ομάν, η δεύτερη χώρα δηλαδή που είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των διερχομένων πλοίων, το ανεχόταν – αν και σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης για το Δίκαιο της θαλάσσης πρέπει τα πολεμικά πλοία να έχουν την άδεια της κυβέρνησης του Ιράν πριν περάσουν τα στενά. Βέβαια, μεταξύ της σύμβασης της Γενεύης για το Δίκαιο της θαλάσσης και του Ο.Η.Ε. υπάρχουν διαφορές – αφού κατά τη συμφωνία του Ο.Η.Ε. τα πολεμικά πλοία πρέπει να αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τα εμπορικά. Η ουσία αυτής της «λεπτομέρειας» είναι το ότι, το Ιράν έχει μεν υπογράψει τη συμφωνία του Ο.Η.Ε., αλλά δεν την έχει επικυρώσει – ενώ οι Η.Π.Α. δεν προσχώρησαν ποτέ στη συμφωνία.
Συνεχίζοντας, εάν επικρατήσουν οι διαθέσεις του προέδρου Trump, μετά τις 4 Νοεμβρίου το Ιράν δεν θα μπορεί να εξάγει ούτε σταγόνα πετρελαίου και φυσικού αερίου – οπότε η χώρα θα αντιμετώπιζε άλυτα προβλήματα επιβίωσης, αφού τότε θα μπορούσε να τροφοδοτεί την παγκόσμια αγορά μόνο μέσω των αγωγών προς την Κίνα, από τους οποίους όμως διέρχονται ελάχιστες ποσότητες (περί το 90% των ποσοτήτων πετρελαίου μεταφέρονται με πλοία).
Μία δεύτερη δυνατότητα του Ιράν θα ήταν η χρήση φορτηγών αυτοκινήτων και του σιδηροδρόμου, με κατεύθυνση την Τουρκία – η οποία έχει δηλώσει πως δεν θα τηρήσει τις αμερικανικές κυρώσεις, με αποτέλεσμα να υποστεί τις γνωστές εναντίον της, με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της.
Εάν τώρα το Ιράν έκλεινε πράγματι τα στενά του Ορμούζ (κάτι που δεν θεωρείται εντελώς απίθανο, ενώ δεν αγωνιούν μόνο οι Η.Π.Α. για το τι θα συμβεί αλλά, επίσης, η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα που αναζητούν ευκαιρία για συγκρουστούν με το Ιράν), θα ισοδυναμούσε αυτόματα με την κήρυξη πολέμου – αφού στο Δίκαιο της Θαλάσσης υπάρχουν άρθρα που ερμηνεύουν το κλείσιμο ενός θαλασσίου στενού ως πολεμική διακήρυξη.
Μία κυβέρνηση όμως που κυριολεκτικά νοιώθει πως στραγγαλίζεται, δεν είναι απίθανο να πάρει το ρίσκο της επίθεσης, ακόμη και αν είναι η τελευταία της ενέργεια – ενώ δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς πως οι βασικοί σύμμαχοι του Ιράν, η Ρωσία και ιδιαίτερα η Κίνα (η οποία αντιμετωπίζει καχύποπτα τις επαφές του προέδρου Trump με τον κ. Putinκαι τη Σαουδική Αραβία, διαισθανόμενη τον κίνδυνο), δεν θα μείνουν ουδέτεροι.
Όσον αφορά τώρα την Ευρώπη, στην οποία οι τρεις μεγάλες δυνάμεις δεν δίνουν καμία σημασία, θα μπορούσε ίσως να σώσει την κατάσταση, συνεχίζοντας να εισάγει πετρέλαιο και φυσικό αέριο από το Ιράν – μη εφαρμόζοντας τις αμερικανικές κυρώσεις σε αυτό το σημείο, για να αποφευχθεί η στρατιωτική σύγκρουση των Η.Π.Α. με το Ιράν και να μην κλείσει το τελευταίο τα στενά του Ορμούζ. Εν τούτοις, δεν φαίνεται η ηγεσία της να είναι τόσο αποφασιστική, ενώ ελλοχεύει η αναζωπύρωση της κρίσης χρέους που δεν επιλύθηκε ποτέ – αλλά απλά μεταφέρθηκε στο μέλλον.
Εν προκειμένω, ο νούμερο ένα κίνδυνος είναι η Ιταλία, η νέα κυβέρνηση της οποίας δεν φαίνεται διατεθειμένη να μην τιμήσει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις – αλλά δεν είναι βέβαια τόσο ανόητη, ώστε να συγκρουστεί μετωπικά με τη Γερμανία, επιλέγοντας έναν άλλο δρόμο. Ως εκ τούτου η Γερμανία υποψιάζεται πως στήνει κρυφά μία παγίδα – έχοντας από την άλλη πλευρά να αντιμετωπίσει τον πρόεδρο Trump, ο οποίος δεν ανέχεται τα πλεονάσματα της με τη βοήθεια του υποτιμημένου ευρώ, από τα προβλήματα των εταίρων της.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, εάν η κρίση που ξεκίνησε από τις αναπτυσσόμενες χώρες (Αργεντινή, Βραζιλία, Τουρκία) διευρυνθεί στις υπόλοιπες (Μεξικό, Ινδία, Ινδονησία κλπ) και συνοδευθεί από μία ενεργειακή λόγω της κατάστασης στο Ιράν, τότε δεν θα αποφευχθεί μία παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, πολύ ισχυρότερη από την προηγούμενη – αφού μετά το 2008 δεν επιλύθηκε ουσιαστικά κανένα οικονομικό πρόβλημα, αλλά απλά μεταφέρθηκαν όλα επαυξημένα στο μέλλον, με τις μη συμβατικές ενέργειες των κεντρικών τραπεζών (ανάλυση).
Ουσιαστικά χρεοκόπησαν το 2008 οι εμπορικές τράπεζες, υπερχρεώθηκαν τα κράτη για να τις διασώσουν, αμέσως μετά υπερχρεώθηκαν οι κεντρικές τράπεζες για να διασώσουν τα κράτη και σήμερα είναι οι πάντες υπερχρεωμένοι – με τις Η.Π.Α. να επιλέγουν τον προστατευτισμό, τον εμπορικό και φορολογικό πόλεμο, για να αντιμετωπίσουν το υπέρογκο χρέος τους που έχει υπερδιπλασιαστεί μετά το 2008 (γράφημα), καθώς επίσης τα δίδυμα ελλείμματα τους που όμως δεν υποχωρούν.
Η Ρωσία ίσως αντέξει τις αμερικανικές πιέσεις και τη συνεχιζόμενη πτώση του ρουβλίου, αλλά η Κίνα δεν είναι σε θέση να δεχθεί τη μείωση των εξαγωγών της από τους δασμούς που της επιβάλλουν οι Η.Π.Α. – οπότε θα αναγκασθεί να τους καλύψει με την αντίστοιχη πτώση της ισοτιμίας του νομίσματος της, προκαλώντας έναν παγκόσμιο νομισματικό πόλεμο, αφού οι υπόλοιπες χώρες θα υποχρεωθούν να αντιδράσουν ανάλογα. Οι νομισματικοί πόλεμοι όμως αποτελούσαν ανέκαθεν την αφετηρία των στρατιωτικών – οι οποίοι, στην εποχή των πυρηνικών όπλων, δεν θα ήταν ότι καλύτερο για τον πλανήτη.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή