Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ιντλίμπ, το μήλο των Εσπερίδων στη Συρία

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης*
          Το τελευταίο επεισόδιο στην μεγάλη ανθρωποσφαγή της Συρίας θα γίνει στην επαρχία της Ιντλίμπ. Εκεί στρέφονται τα βλέμματα του κόσμου για αυτά που πρόκειται να συμβούν. Η επαρχία της Ιντλίμπ στην Συρία, είναι το τελευταίο μέρος  της Συρίας που ελέγχεται ακόμη από τα ηττημένα στην υπόλοιπη Συρία και Ιράκ απομεινάρια των ακραίων ισλαμιστικών οργανώσεων, των αμετανόητων ακόμη φανατικών ισλαμιστών. Και τούτο γιατί από μια παράξενη σύμπτωση σήμερα, στην Ιντλίμπ εστιάζουν ως τελική κατάληξη, οι γεωστρατηγικές επιδιώξεις όλων των δυνάμεων που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σε αυτό το περίεργο μέρος της Συρίας, δηλαδή των ΗΠΑ, της Ρωσίας, του Ιράν, της Τουρκίας, της Γαλλίας, της Αγγλίας, του Ισραήλ και φυσικά του νόμιμου ιδιοκτήτη  της περιοχής, της Συρίας και του Συριακού λαού.

Τι είναι η Ιντλίμπ
          Η  Ιντλίμπ βρίσκεται βορειοδυτικά της Συρίας. Συνορεύει στα νότια και νοτιοδυτικά με τη Χάμα, στα ανατολικά με το Χαλέπι, στα βορειοδυτικά με τη Λατάκεια και στα βόρεια με την Τουρκία. Έχει έκταση 6.097 τετραγωνικά  χιλιόμετρα και  πληθυσμό 1.464.000 κατοίκων (2010) δηλαδή προ του πολέμου στην Συρία. Πρωτεύουσα της επαρχίας είναι η ομώνυμη πόλη της Ιντλίμπ. Σήμερα στην Ιντλίμπ δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των κατοίκων, καθόσον πολλοί έχουν φύγει και άλλοι έχουν έλθει από άλλες περιοχές της Συρίας, κατά βάση φιλο-ισλαμιστές. Πάντως, μερικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των κατοίκων σήμερα στην Ιντλίμπ, πάνω από δύο εκατομμύρια, με πολλούς αμάχους, γυναικόπεδα και ηλικιωμένους. Η Ιντλίμπ δεν ελέγχεται από μία και μόνη  ισλαμιστική  οργάνωση , αλλά από πολλές οργανώσεις και ομάδες, περίπου 40-45, σύμφωνα με τον Ρώσο διαπραγματευτή για την Συρία Βασίλι Νεμπένζια , που σε αρκετές περιπτώσεις είναι σε διαμάχη και αντιπαράθεση μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Νεμπένζια,  ο αριθμός των τζιχαντιστών ανέρχεται σε πάνω από 50.000, αν και  πολλοί τον ανεβάζουν μέχρι και 70.000. (1)
 Η ισχυρότερη δύναμη στην Ιντλίμπ  είναι η Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), μια συμμαχία τζιχαντιστών που συνδέεται άμεσα  με την αλ Κάιντα και έχει χαρακτηριστεί από τα Ηνωμένα Έθνη, ως τρομοκρατική. Η οργάνωση αυτή ελέγχει στρατηγικής σημασίας θέσεις ανά την Ιντλίμπ, περιλαμβανομένης της πρωτεύουσάς της και του περάσματος Μπαμπ αλ Χάουα που οδηγεί στην Τουρκία. Διαθέτει αξιόμαχη δύναμη  τουλάχιστον 10.000 τζιχαντιστών, πολλοί δε  εξ αυτών είναι από ξένες χώρες. Δεύτερη ισχυρότερη δύναμη θεωρείται το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο», που υποστηρίζουν οι Τούρκοι και αποτελείται από διάφορες ισλαμιστικές-τζιχαντιστικές ομάδες.   Θεωρείται σκληρή οργάνωση  και περιλαμβάνει σκληροπυρηνικούς τζιχαντιστές της οργάνωσης Αχράρ αλ Σαμ και των Ταξιαρχιών Νουρ αλ Ντιν Αλ Ζίνκι, καθώς και μαχητές που υπάγονται στον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό», την αρχική αντιστασιακή οργάνωση και ελπίδα των ΗΠΑ για να ανατρέψουν τον Άσσαντ, που αποδείχθηκε όμως μια μεγάλη απογοήτευση.

Η σημασία της
Η σημασία της  περιοχής,  είναι πολύ μεγάλη, καθόσον έχει σύνορα με την Τουρκία, ενώ από αυτήν διέρχονται μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι, που οδηγούν από το Χαλέπι στη Χάμα και τη Δαμασκό και δυτικά προς τη Λαττάκεια. Ο  Άσαντ είναι υποχρεωμένος να απελευθερώσει το τελευταίο κομμάτι της χώρας του από τους ξενοκίνητους τζιχαντιστές και το έχει δηλώσει, καθώς και οι σύμμαχοί του Ρωσία και Ιράν που συμφωνούν και θα συνδράμουν με στρατιωτικά μέσα, όπως ήδη κάνουν οι Ρώσοι με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Εάν η Ιντλίμπ πέσει, κάτι πολύ πιθανόν, ο πόλεμος τελειώνει οριστικά και αμετάβλητα, με συντριπτική ήττα των τζιχαντιστών και του Ισλαμικού Κράτους και μεγάλους νικητές, την Συρία, που ανακτά το έδαφός της, προσωπικά τον πρόεδρο Άσαντ, που πέτυχε αυτό που φάνταζε αδύνατον πριν μερικά χρόνια και την Ρωσία και το Ιράν με μια μεγαλειώδη προβολή ισχύος των στην περιοχή. Θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στο κλαμπ των νικητών και τους Κούρδους της Συρίας, που αποκτούν  σε πρώτο στάδιο ευρεία αυτονομία και κυριαρχία σε πολλές περιοχές στην Βόρεια και Ανατολική Συρία, με υποθήκη δημιουργίας κρατικής κουρδικής οντότητας στο μέλλον. Οι μεγάλοι ηττημένοι είναι οι διοργανωτές αυτού του εγκλήματος κατά του Συριακού λαού και αυτοί που προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο αυτό για τις δικές τους γεωστρατηγικές επιδιώξεις. Και αναφέρομαι πρωτίστως στις ΗΠΑ, την Τουρκία, την Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και δευτερευόντως  την Γαλλία, την Αγγλία και το Ισραήλ.
Οι κύριοι εμπλεκόμενοι
          Α. ΗΠΑ.
Πριν πέντε μήνες ο πρόεδρος Τραμπ είχε ανακοινώσει την αποχώρηση των Αμερικανών από την Συρία, αφήνοντας  αντί αυτών συμμάχους των, όπως οι Κούρδοι, το Ισραήλ και μέχρι ένα σημείο την Τουρκία, πριν ο Σουλτάνος Ερντογάν αφηνιάσει και κηρύξει ιερό αντιαμερικανικό πόλεμο. Μάλιστα οι ΗΠΑ και η Ρωσία είχαν συμφωνήσει να τερματίσουν τον πόλεμο, κάνοντας χρήση αντιπροσώπων των στην περιοχή. Όμως ο πρόεδρος Τραμπ απέτυχε, καθόσον συγκρούεται εσωτερικά με το αυτοαποκαλούμενο «σταθερό κράτος» (σύμφωνα με ανώνυμο κύριο άρθρο της New York Times), το οποίο συνεχίζει τη  απίστευτη επιθετική στρατηγική Ράμσφελντ-Ναυάρχου Ζεβρόφσκι, για καταστροφή κρατών και οικειοποίηση (αρπαγή) των φυσικών των πόρων (2), που ακόμη και ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να ελέγξει και να αλλάξει. Έτσι το νέο σχέδιο των ΗΠΑ φαίνεται να είναι το εξής :
Στάδιο 1. Διατήρηση της ΒΑ Συρίας (περιοχές Ιντλίμπ, Αφρίν, Γιαραμπλούς)  υπό κατάληψη!
Στάδιο 2. ????? Προς το παρόν δεν υπάρχει σαφής πολιτική δράσης των Αμερικανών. Το μόνο που αναφέρεται είναι η προειδοποίηση των ΗΠΑ, στον Συριακό Αραβικό Στρατό, να μην κάνει χρήση Χημικών Όπλων , διότι οι ΗΠΑ θα κτυπήσουν. Μαζί των και η Γαλλία και η Αγγλία και να από κοντά και για πρώτη φορά και η Γερμανία, ότι θα συμμετάσχει σε κτυπήματα κατά της Συρίας.
Στάδιο 3. Το Ιράν εγκαταλείπει την Συρία και το καθεστώς Άσαντ πέφτει!! (3)
Όπως γίνεται αντιληπτό με τις σημερινές εξελίξεις, ο σχεδιασμός αυτός μάλλον αποτυγχάνει και δεν πρόκειται να επιτύχει.  Έτσι το μόνο που μένει είναι η απειλή ανάληψη στρατιωτικής δράσης κατά της Συρίας, αν πέσουν χημικά στην Ιντλίμπ. Και όπως δήλωσε η εκπρόσωπος των ΗΠΑ στον ΟΗΕ  πρέσβης  Χάλευ «αν πέσουν χημικά στην Ιντλίμπ, εμείς ξέρουμε ποιοι θα τα ρίξουν», εννοώντας τον Συριακό στρατό!! Τόση απροκάλυπτη σιγουριά για τον ένοχο, που προαναγγέλλεται! 

Β. Τουρκία
Η Τουρκία του Σουλτάνου Ερντογάν ονειρεύεται νεοοθωμανικά μεγαλεία και οράματα με οδηγούς την υλοποίηση της υπόσχεσης του ιδρυτή της, Μουσταφά Κεμάλ δηλαδή τον «Εθνικό Όρκο» ( Misak-ı Milli) και την μεγαλόπνοη ιδέα για το πολιτικό Ισλάμ  Εθνική Θέαση ( MilliGorus) του μέντορά του Ερμπακάν.(3) Έχει καταλάβει στην Βόρεια Συρία την περιοχή Γιαραμπλούς, το Κουρδικό καντόνι του Αφρίν και ελέγχει απόλυτα την επαρχία της Ιντλίμπ, με 12 βαριά παρατηρητήρια-Φυλάκια και 7.000 στρατιώτες και πράκτορες. Αν χαθεί η Ιντλίμπ χάνεται και η πολιτική της Τουρκίας, καθόσον είναι αδύνατον να κρατήσει τις δύο περιοχές που έχει καταλάβει και φυσικά χάνει ολοκληρωτικά το παιχνίδι στην Συρία  και θα υποστεί νέες ήττες και επικίνδυνες εξελίξεις με το Κουρδικό ζήτημα.

Γ. Αγγλία και Γαλλία.
Η Αγγλία  και η Γαλλία ανανεώνουν την αποικιοκρατική τους πολιτική, όπως εκφράστηκε κατά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη διαίρεση της Μέσης Ανατολής  με τις συμφωνίες Sykes-Picot, ένα δικό τους δημιούργημα-τέρας, που ευθύνεται για πολλά δεινά στην Μέση Ανατολή. Και θέλουν να επιστρέψουν ξανά στον τόπο του εγκλήματός των. Και η Ιντλίμπ είναι η τελευταία τους ευκαιρία για παρέμβαση στην περιοχή με αφορμή τα χημικά που θα ρίξει μελλοντικά ο Άσαντ!!!

Δ. Ισραήλ.
Το Ισραήλ ευρισκόμενο και περικυκλωμένο από εχθρικά αραβικά κράτη διακατέχεται από τον φόβο της εξαφάνισής του. Έτσι εφαρμόζει την πάγια πολιτική του της διαίρεσης των μεγάλων γειτόνων του, ώστε να καταστούν αδύναμοι. Στήριξε τον κατακερματισμό της Συρίας, αλλά δεν υλοποιήθηκε η προοπτική αυτή. Η δεύτερη επιδίωξή του είναι η απομάκρυνση του μεγάλου του εχθρού του Ιράν από την αυλή του, όπου εγκαταστάθηκε, αφού το Ιράν εγκατέστησε στρατιωτικές βάσεις σε απόσταση μερικών δεκάδων χιλιομέτρων από τα Βόρεια σύνορά του. Σε αυτή την περίπτωση η Ρωσία εγγυήθηκε την απομάκρυνση Ιρανικών βάσεων μακριά από τα Βόρεια σύνορα του Ισραήλ. Σε ότι αφορά την Ιντλίμπ, το Ισραήλ δεν ενδιαφέρεται άμεσα, αρκεί να μην συμμετέχει το Ιράν. 

Ε. Ρωσία
Ο μεγάλος νικητής του πολέμου στην Συρία είναι η Ρωσία, που από μια μικρή ανεφοδιαστική ναυτική βάση στην Ταρτούς που είχε, με την παρέμβασή του  στην Συρία κατέστη ο παράγοντας της νίκης και μιας μεγάλης προβολής ισχύος, που ποτέ δεν είχε. Διαθέτει μία μεγάλη ναυτική βάση και μια πολύ μεγάλη αεροπορική βάση, καθώς και άλλες μικρότερες. Συμφωνεί με τις επιχειρήσεις κατά της Ιντλίμπ, για την εξάλειψη των τζιχαντιστών και την απελευθέρωση της περιοχής και μάλιστα ήλθε σε αντίθεση με τον «σύμμαχό» του Ερντογάν, πρόσφατα στην τριμερή της Τεχεράνης. Οι λόγοι είναι πολλοί. Η περιοχή Δυτικά του Ευφράτη ανήκει στην επιρροή της Ρωσίας, σύμφωνα με συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας. Άρα δεν επιθυμεί να έχει στην περιοχή επιρροής της μια τεράστια σφηκοφωλιά  50.000 καλά εξοπλισμένων τζιχαντιστών, πηγή συνεχών κινδύνων. Δείτε τον χάρτη που βρίσκεται η Ιντλίμπ και κάτω από την περιοχή αυτή σε απόσταση μερικών δεκάδων χιλιομέτρων ευρίσκονται οι δύο μεγάλες βάσεις των, άρα δεν θα επιτρέψουν ποτέ να υφίσταται η μεγάλη αυτή πηγή κινδύνων. 

Αεροπορική βάση Bassel Assad και λιμάνι Ταρτούς. Οι δυο σημαντικότερες στρατιωτικές βάσεις της Ρωσίας στη Συρία βρίσκονται που κοντά στην Ιμπλίμπ.

Σε ότι αφορά την ενδεχόμενη χρήση χημικών, καταγγέλλει τις ΗΠΑ και την Δύση, ότι αυτοί ετοιμάζουν προβοκάτσια για να κτυπήσουν την Συρία και να ματαιώσουν την ανακατάληψη της Ιντλίμπ, όπως έχει αποφασιστεί (Ρωσία, Συρία, Ιράν) και ότι η Ρωσία θα συμμετάσχει. (5 )

Στ. Ιράν.
Το Ιράν, διαχρονικός σύμμαχος της Συρίας , πέτυχε αυτό που επεδίωκε. Πέτυχε να υλοποιήσει  τελικά τον περίφημο Σιϊτικό άξονα Τεχεράνη-Βαγδάτη-Δαμασκός-Βηρυτός ολοκληρώνοντας τις μακροχρόνιες γεωστρατηγικές της επιδιώξεις και φυσικά δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αυτά που επεδίωκε. Άσε που έφθασε στην αυλή του Ισραήλ, στον μεγαλύτερο εχθρό της. 
 
 Η κατάσταση στην Συρία σήμερα.

Επίλογος.

Οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί από την πλευρά των νικητών και η επίθεση για την απελευθέρωση της Ιντλίμπ από τις ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις και τους 50.000 καλά εξοπλισμένους τζιχαντιστές που έχουν συσσωρευτεί εκεί με μέριμνα των ΗΠΑ και ιδιαίτερα της Τουρκίας, για αυτό προπαρασκευαστικές ενέργειες με αεροπορικούς βομβαρδισμούς έχουν ήδη αρχίσει. Η Συριακή κυβέρνηση και ο πρόεδρος Άσαντ έχουν υποχρέωση εκ καθήκοντος να απελευθερώσουν το τελευταίο υπό κατάληψη τμήμα του Συριακού εδάφους από τις τζιχαντιστικές και τρομοκρατικές οργανώσεις  που έχουν συσσωρευτεί εκεί. Το θέμα που απασχολεί την Δύση, είναι μήπως έχουμε διαρροή τζιχαντιστών στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο διψασμένοι για εκδίκηση και έχουμε αύξηση τρομοκρατικών  κτυπημάτων. Έτσι η προσπάθεια θα είναι η εξουδετέρωσή τους και ο αφοπλισμός των, ώστε να μην αποτελέσουν μελλοντικούς κινδύνους. Το ερώτημα είναι τι τους κάνουμε. Υπάρχει μία πρόταση να διατηρηθεί ο περισσότερος πληθυσμός στην Ιντλίμπ, καθόσον εκτός των τζιχαντιστών, στην επαρχία είναι οι οικογένειές των, καθώς και πολλοί συμπαθούντες ισλαμιστές Σύριοι άλλων περιοχών, που ακολούθησαν τους τζιχαντιστές στην Ιντλίμπ και παραμένουν, αλλά με «σφράγισμα» της περιοχής σε μια μορφή τύπου Γάζας ή με μια ευρεία και αυστηρά  επιτήρηση, για αποφυγή μετακινήσεων ανθρώπων, όπλων, πυρομαχικών και φυσικά ακραίων ιδεολογιών, φυσικά υπό τον έλεγχο της Συριακής κυβέρνησης  και προφανώς και του ΟΗΕ, όπως στην Βοσνία, στην Κύπρο κλπ. Οι επιχειρήσεις είναι δυνατόν να αρχίσουν οποτεδήποτε κριθεί καταλληλότερος χρόνος και συμφωνηθεί από Συρία, Ρωσία και Ιράν. Μάλλον μετά την φετινή  72η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, που θα γίνει την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2018. Ο Ερντογάν δέχθηκε κατάμουτρα και μάλλον προσβλητικά  το ξερό όχι του Πούτιν, στην πρόταση του  για ειρηνευτική συμφωνία Συρίας και τζιχαντιστών της Ιντλίμπ, στην πρόσφατη συνάντηση της Τεχεράνης.  Τέλος να επισημάνουμε την προπαγάνδα που θα υποστούμε από όλα τα Δυτικά ΜΜΕ κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων για την απελευθέρωση, το τονίζουμε απελευθέρωση της Ιντλίμπ, από τους τρομοκράτες αποκεφαλιστές, με την γνωστή μέθοδο που υλοποιείται από την ύποπτη και γνωστή για τα ψεύτικα βίντεο ΜΚΟ, που λέγεται «Λευκά Κράνη» και συνεργάζεται στενά με τους τζιχαντιστές. Θα δείτε σε μια επανάληψη σκηνών φρίκης, από παιδάκια, που έχουν σκοτωθεί ή διασώζονται από ερείπια σπιτιών που βομβάρδισαν οι κακοί  στην συγκεκριμένη περίπτωση Ρωσία και Συρία. Δείτε ποια είναι η οργάνωση αυτή  σε παλαιότερο άρθρο του υπογράφοντος στην εφημερίδα Παραπολιτικά(6). Και θεωρώ την ρίψη χημικών (μάλλον χλωρίου) σε κάποιο χωριό της Ιντλίμπ, με θύματα, σωστά το μαντέψατε πάλι μικρά παιδάκια από τους κακούς που προαναφέραμε και ας φωνάζει η Ρωσία από τώρα ότι σχεδιάζεται προβοκάτσια, οι σκηνές ήδη κινηματογραφούνται στο Ζισρ αλ Σουγκούρ(!!!!), σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου Άμυνας της Ρωσίας και ας φωνάζει η Συρία, ότι έχει παραδώσει όλο το χημικό της οπλοστάσιο στην διεθνή κοινότητα εδώ και τέσσερα χρόνια. Όσο για το λογικό ερώτημα (Qui Bono=ποιος ωφελείται), γιατί να ρίξει χημικά ο Συριακός στρατός  αφού είναι ο νικητής και απελευθερωτής, ουδείς μπαίνει στον κόπο να απαντήσει. Γιατί ο πόλεμος στην Συρία δεν έχει λογική, αλλά μόνο συμφέροντα. 
* Ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης είναι αντιστράτηγος ε.α., πρώην Ακόλουθος Άμυνας στο Τελ Αβίβ, πρώην Αξιωματικός επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S. Army), με Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.
Πηγές:

analystsforchange.org/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή