Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι Βρετανικές Βάσεις και τα Ελληνο-Κυπριακά συμφέροντα

Δημοσιεύτηκε στις

Οι Βρετανικές Βάσεις και τα Ελληνο-Κυπριακά συμφέροντα
Του Ιωάννη Αναστασάκη*
Από 03 έως 06 Σεπτεμβρίου έλαβε χώρα στην Χάγη, ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου η ακροαματική διαδικασία για την υπόθεση του Μαυρικίου κατά των Βρετανικών Βάσεων στο έδαφός του. Παρά το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη νομική αντιπαράθεση δεν συμμετείχε η Κύπρος ως αντίδικος, ο εισαγγελέας της Λευκωσίας κος Κληρίδης κατέθεσε ως μάρτυρας. Η Απόφαση αναμένεται να εκδοθεί εντός μηνών και εκτιμάτε ότι θα έχει βαρύνουσα σημασία και για το μέλλον των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο.
Η περίπτωση διατήρησης της Βρετανικής αποικίας στην Κύπρο, είναι μία εξειδικευμένη περίπτωση τόσο όσον αφορά τις Διεθνείς Σχέσεις, όσο και σχετικά με την εφαρμογή της Διεθνούς νομοθεσίας περί αποικιοκρατίας. Ειδικότερα επισημαίνεται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (European Convention on Human Rights) που μεταξύ άλλων προβλέπει το δικαίωμα ιδιοκτησίας και ειρηνικής εκμετάλλευσης των περιουσιακών στοιχείων (property and peaceful enjoyment of possessions).
Ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι Βρετανικές Βάσεις
Το 1914 οι Βρετανικές δυνάμεις, εκμεταλλευόμενες την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέλαβαν την νήσο Κύπρο και την κατέστησαν Βρετανική αποικία στην Μεσόγειο. Μετά περίπου 45 χρόνια και μετά από απελευθερωτικούς αγώνες των Κυπρίων, η Βρετανία απελευθέρωσε το 97% της νησιωτικής χώρας για να ιδρυθεί ένα ενιαίο και ανεξάρτητο κράτος η Δημοκρατία της Κύπρου (Republic of Cyprus – RoC). Η ανεξαρτησία αποδόθηκε με την διεθνή Σύμβαση Εγκαθίδρυσης του 1960. Το 3% από το έδαφος του νησιού, με δεκαπέντε (15) χιλιόμετρα ακτογραμμή και τρία (3) μίλια αιγιαλίτιδα Ζώνη, διατηρήθηκε υπό Βρετανική κατοχή και ιδρύθηκαν δύο περιοχές, αυτές της Δεκέλεια και του Ακρωτηρίου που ονομάστηκαν Κυρίαρχες Περιοχές Βρετανικών Βάσεων (British Sovereign Base Areas – SBA). Στις δύο αυτές περιοχές οι αμιγώς στρατιωτικές εγκαταστάσεις καταλαμβάνουν ένα μικρό μόνο μέρος του εδάφους, είναι περιφραγμένες με συρματόπλεγμα και φρουρούνται όπως κάθε άλλη στρατιωτική Βάση στον κόσμο. Το υπόλοιπο τμήμα σε μεγάλο βαθμό είναι ιδιόκτητο από Κυπρίους, αφού σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, δεν δόθηκαν στους ιδιοκτήτες οι προβλεπόμενες αποζημιώσεις για να περιέλθουν σε Βρετανική ιδιοκτησία.
Λόγω των γεγονότων στην Μέση Ανατολή αλλά και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών από το Σουέζ και την Ανατολική Μεσόγειο, οι Βάσεις απέκτησαν βαρύνουσα σημασία για την Βρετανία. Ο εντοπισμός υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο αναβάθμισε ακόμα περισσότερο την στρατηγική αξία τους. Επιπλέον των ανωτέρω, επειδή στην περιοχή γίνεται το Γκέλ (το βήμα) των αντανακλάσεων στην ιονόσφαιρα των ασύρματων εκπομπών από την Μέση Ανατολή, στην περιοχή Άγιος Νικόλαος κοντά στην Αμμόχωστο έχουν εγκατασταθεί εγκαταστάσεις του διεθνούς συστήματος Echelon, συλλογής και παρακολούθησης ασύρματων επικοινωνιών.
Για την χρήση των Βάσεων η Βρετανία είχε δεσμευτεί να καταβάλει αποζημίωση στην Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες αυτές καταβλήθηκαν μόνο για το διάστημα 1960 – 1965. Το έτος 1995 οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν το χωριό Ακρωτήρι, δεδομένου ότι οι κάτοικοί του δεν το εγκατέλειψαν αφού δεν αποζημιώθηκαν όπως προέβλεπε η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960. Σήμερα στις Βρετανικές περιοχές υπολογίζεται ότι κατοικούν περίπου 10.000 Κύπριοι και 3.800 στρατιωτικοί που υπηρετούν στις Βάσεις.
Όταν η Βρετανία προσχώρησε το 1973 στην ΕΟΚ, κατόπιν αιτήματος της Βρετανικής Κυβέρνησης, συμπεριλήφθηκε στο Ευρω-σύνταγμα το Άρθρο IV-440 σύμφωνα με το οποίο η Συνθήκη προσχώρησης της Βρετανίας στην ΕΟΚ δεν συμπεριλαμβάνει τις κυρίαρχες Βάσεις στις περιοχές Δεκέλεια και Ακρωτήρι στην Κύπρο. Επισημαίνεται ότι οι περιοχές των Βάσεων δεν έχουν πολιτικό Κυβερνήτη αλλά διοικούνται από τον εκάστοτε Βρετανό Στρατιωτικό Διοικητή.
Το έτος 2003, στα πλαίσια προετοιμασίας της Κύπρου για την ένταξη στην ΕΕ, η Συμφωνία εγκαθίδρυσης του 1960 επικυρώθηκε και πάλι από την κυπριακή Βουλή.
Μετά το BREXIT η κατάσταση σε σχέση με τις Βρετανικές Βάσεις, ήλθε και πάλι στο προσκήνιο. Σε κάθε περίπτωση, η Βρετανία είναι ακόμα και στις μέρες μας μία από τις τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις για την στήριξη της Δημοκρατίας της Κύπρου, με ότι αυτό συνεπάγεται για την μεσολάβησή της στην αντιμετώπιση θεμάτων σχετικών με το Κυπριακό…
Το Σχέδιο Ανάν και οι Βρετανικές Βάσεις
Ο περιγραφικός όρος «Σχέδιο Ανάν» αναφέρεται στην πρόταση του ΟΗΕ για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος. Στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει όχι μόνο ένα αλλά μία σειρά αναθεωρημένων προτάσεων επίλυσης (DRAFT Documents) του Κυπριακού που κατά καιρούς ήλθαν στην επικαιρότητα. Αυτά συζητήθηκαν χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχει επιτυχής και κοινά αποδεκτή Συμφωνία και επίλυση των θεμάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Συγκεκριμένα και όσον αφορά το μέλλον των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, όπως αυτό προκύπτει μέσα από τις αναθεωρήσεις του Σχεδίου Ανάν, σύμφωνα με τις αποδεσμευόμενες κατά καιρούς πληροφορίες, ισχύουν τα ακόλουθα:
Στα τρία (3) πρώτα Σχέδια, δηλαδή τα Σχέδια Ανάν 1, 2 και 3, δεν υπήρχε αναφορά στις Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο.
Στα Σχέδια Ανάν 4 και 5, επαναλαμβάνεται η ίδια ακριβώς διατύπωση που περιλαμβάνεται στην Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας της Κύπρου του 1960, περιορίζοντας όμως την έκταση των Βάσεων, τόσο στο έδαφος όσο και στην αιγιαλίτιδα Ζώνη. Δηλαδή το Καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας των Βρετανικών Βάσεων παρέμενε αμετάβλητο, κατέχοντας όμως λιγότερη εδαφική έκταση. Το Σχέδιο Ανάν 4 το είχε διαπραγματευτεί ο αείμνηστος Πρόεδρος Παπαδόπουλος. Ειδικότερα στο Σχέδιο Ανάν 5, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, υπήρχε μία παράγραφος που καθόριζε τη διαδικασία μέσα από την οποία στην συνέχεια, δηλαδή σε μελλοντικό χρόνο, θα γινόταν η ακριβής αναπροσαρμογή των ορίων των Βάσεων.

Συγκεκριμένα αποδίδονταν 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους των Βάσεων στην Δημοκρατία της Κύπρου, μετά φυσικά την ένωση του κατεχόμενου Βόρειου τμήματος με το ελεύθερο Νότιο τμήμα. Επίσης οι Βάσεις έχαναν ένα σημαντικό κομμάτι της ακτογραμμής μήκους χιλιομέτρων (περίπου το μισό μήκος) και εξ αυτού μειωνόταν η αιγιαλίτιδα Ζώνη των Βάσεων που αντιστοιχεί σε αυτό το μήκος της ακτογραμμής. Επί του θέματος των Βρετανικών Βάσεων, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, εκ μέρους της Βρετανικής κυβέρνησης και πριν από το BREXIT, ίσχυαν τα ακόλουθα:

Κατά δήλωση του τότε Υπουργού Ευρώπης κ. David Lidington, που πραγματοποιήθηκε στις 22-04-2013 και υπάρχει στα Πρακτικά της Βουλής: «Το δικαίωμα των κυρίαρχων περιοχών των Βάσεων για αιγιαλίτιδα περιοχή είναι ξεκάθαρο στη συνθήκη Εγκαθίδρυσης – ένα δικαίωμα που αναγνώρισε η Κυπριακή Δημοκρατία. Κανένα άλλο κράτος δεν έχει το νόμιμο δικαίωμα να κηρύξει ΑΟΖ εντός της Αιγιαλίτιδας περιοχής των κυρίαρχων περιοχών των Βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, ούτε η Δημοκρατία της Κύπρου έχει προβάλει την επιθυμία να εξερευνήσει για ορυκτούς πόρους εντός της αιγιαλίτιδος περιοχής των κυρίαρχων περιοχών των Βάσεων. Η διακήρυξη της Κυβέρνησης το 1960 το κάνει ξεκάθαρο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα αναπτύξει τις κυρίαρχες περιοχές των Βάσεων εκτός για στρατιωτικούς σκοπούς».
Επίσης σε έγγραφο του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign office) με ημερομηνία 14-11-2014, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Όπως γνωρίζεται, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει διεκδικήσει ΑΟΖ σε σχέση με τις Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων».
Το γεγονός είναι ότι οι ανωτέρω αναφορές περιγράφουν το παρελθόν και δεν περιλαμβάνουν καμία σαφή δέσμευση της Βρετανικής κυβέρνησης ότι δεν θα επιδιωχθεί στο μέλλον απόκτηση Βρετανικής ΑΟΖ στο νησί της Κύπρου, δηλαδή μετά την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Για πολλούς αναλυτές η «σοφή ασάφεια» (σοφόν το ασαφές), εκλαμβάνεται ότι ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας (Window of opportunity) για την Βρετανία. Το γεγονός ότι στο Σχέδιο Ανάν επιχειρήθηκε να προγραμματιστεί η συζήτηση για την επίλυση του θέματος των κυρίαρχων περιοχών των βάσεων σε μελλοντικό χρόνο, δημιούργησε την υποψία μίας υποκρυπτόμενης προσπάθειας της Βρετανικής διπλωματίας. Αυτή θα μπορούσε να στηρίζεται στον λογικό συνειρμό ότι εκχωρώντας γη και αιγιαλίτιδα Ζώνη των σημερινών κυρίαρχων περιοχών των Βρετανικών Βάσεων, θα μπορούσε να ζητήσει και να λάβει σε αντάλλαγμα ΑΟΖ ή δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων, για την εναπομένουσα ακτογραμμή των Βάσεων. Με αυτό τον τρόπο παρακάμπτονται οι δεσμεύσεις που υπάρχουν στην Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960 και η Βρετανία δύναται να διεκδικήσει μερίδιο από τον θαλάσσιο ορυκτό πλούτο (υδρογονάνθρακες) της Κύπρου. Το θέμα θα μπορούσε να λήξει οριστικά με μία δεσμευτική Δήλωση της Βρετανικής κυβέρνησης ότι σε καμία περίπτωση η Βρετανία θα διεκδικήσει ΑΟΖ ή σχετικά δικαιώματα στην κυπριακή ΑΟΖ. Η Δεσμευτική αυτή Δήλωση δεν ζητήθηκε και δεν έγινε μέχρι σήμερα.
Άσχετα με το Σχέδιο Ανάν, είναι σε εξέλιξη συνομιλίες από τον Οκτώβριο, ώστε να υπάρξει σχετική πρόβλεψη για τους κυπρίους που κατοικούν στις κυρίαρχες περιοχές των Βρετανικών Βάσεων, η οποία θα συμπεριληφθεί στη Συνθήκη αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ (BREXIT).
Δικαστική Αναμόχλευση του θέματος των Βάσεων
Πέραν των ανωτέρω, ένα νέο ζήτημα προέκυψε και τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα σχετικά με το καθεστώς των κυρίαρχων περιοχών των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο. Συγκεκριμένα το 2015 – 2016, δηλαδή και πριν από το BREXIT, κάτοικοι που βρέθηκαν στις κυρίαρχες περιοχές των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, θεωρώντας ότι βρίσκονται σε Ευρωπαϊκό έδαφος, διεκδίκησαν δικαιώματα και υπέβαλαν δικαστικές Αγωγές (cases: CO/879/2015, C4/2016/2334, C4/2016/2403). Με την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών εκδόθηκαν δικαστικές Αποφάσεις των Ανωτάτων Βρετανικών Δικαστηρίων. Συγκεκριμένα εκδόθηκαν οι Αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου (High Court of Justice) με ημερομηνία έκδοσης 28 Απριλίου 2016 και σε συνέχεια εκδόθηκε Απόφαση του Ανώτατου Αστικού Δικαστηρίου (Court of Appeal Civilian Division on Appeal from The High Court of Justice) με ημερομηνία έκδοσης 23 Μαΐου 2017.
Άσχετα με την ουσία της δικαστικής αντιπαράθεσης, η αξία των Αποφάσεων αυτών σχετικά με τις κυρίαρχες περιοχές των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, έγκειται στο γεγονός ότι μέσα στο αιτιολογικό τμήμα των Αποφάσεων, ανώτατοι Βρετανοί δικαστές, υποχρεώθηκαν να εξετάσουν διεξοδικά και να σχολιάσουν την Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας της Κύπρου (Republic of Cyprus – RoC). Υποχρεωτικά τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα, φέρνοντας στο φως ξεχασμένες πτυχές της Συμφωνίας Εγκαθίδρυσης του 1960. Συγκεκριμένα, τόσο στο κυρίως σώμα της Συμφωνίας, όσο και στο Παράρτημα «Ο», καθίσταται σαφές ότι η Δημοκρατία της Κύπρου ιδρύθηκε στο τμήμα της νήσου που δεν περιλαμβάνει τις κυρίαρχες Βρετανικές περιοχές. Δηλαδή νομικά, δεν απελευθερώθηκε όλο το νησί της Κύπρου από τους Βρετανούς ώστε στη συνέχεια να υπογραφεί η Συμφωνία για τις κυρίαρχες περιοχές μεταξύ του κυρίαρχου Κυπριακού κράτους και των Βρετανών. Αντιθέτως, η περιοχή του νησιού που υπάρχουν οι δύο κυρίαρχες Βρετανικές περιοχές του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας, είναι συνέχεια της αποικιοκρατίας αφού ουδέποτε αυτή διακόπηκε, γεγονός που είναι αντίθετο στη διεθνή νομοθεσία για την εξάλειψη της αποικιοκρατίας και της Σύμβασης των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Υπάρχουν σήμερα φωνές, ακόμα και Βρετανικές που υποστηρίζουν ότι πρέπει να εξαλειφθεί η αποικιοκρατία και μάλιστα σε Ευρωπαϊκό έδαφος, με άμεση απόδοση των εδαφών στην Δημοκρατία της Κύπρου. Στη συνέχεια είναι δυνατόν να υπάρξουν νέες διαβουλεύσεις με το κυρίαρχο Κυπριακό κράτος για πιθανή υπογραφή μίας νέας Συμφωνίας για Βρετανικές Βάσεις στο νησί. Η Βρετανία μέχρι σήμερα, υποστηρίζοντας σιωπηρά την φιλοσοφία των λιμναζόντων υδάτων, υποστηρίζει ότι όσο συνεχίζεται η τουρκική κατοχή στη βόρεια Κύπρο, το θέμα δεν μπορεί να προχωρήσει. Είναι η ίδια λογική βάση με την οποία όπως προαναφέρθηκε, σταμάτησε το 1965 την καταβολή των αποζημιώσεων που προβλέπονταν στην Συμφωνία του 1960. Όπως διαφαίνεται, υπάρχει μία σιωπηρή αποδοχή συμφερόντων μεταξύ Βρετανικών και τουρκικών θέσεων.
Τουρκική εκμετάλλευση των Τουρκοκυπρίων στα κατεχόμενα
Το μεγαλύτερο μέρος των τουρκοκυπρίων στα κατεχόμενα, ασφυκτιά υπό την πίεση της τουρκικής κατοχής. Αυτοί αντιλαμβάνονται ότι είναι πιόνια για την υλοποίηση των στρατηγικών σχεδίων της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και στην προσπάθεια συμμετοχής της στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Επιλεκτικά, τουρκοκύπριοι ηγέτες παίζουν το παιχνίδι της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα των συμπολιτών τους τουρκοκυπρίων. (διαβάστε άρθρο)

Ένα εθνικά κυρίαρχο Κυπριακό Κράτος, εκπροσωπώντας τα δικαιώματα τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων, δύσκολα θα παρέδιδε σε τρίτους εθνική Κυριαρχία ή εκχώρηση ποσοστών από την εκμετάλλευση του εθνικού πλούτου της χώρας. Αντίθετα η Τουρκία, ως εκμεταλλευτής των τουρκοκυπριακών δικαιωμάτων, δρώντας ως «κατακτητής» της Βόρειας Κύπρου και σύμφωνα με τις δικές της στρατηγικές επιλογές στην περιοχή, πολύ εύκολα θα μπορούσε να εκχωρήσει σε τρίτους Κυριαρχικά ή οικονομικά δικαιώματα των τουρκοκυπρίων, με αντάλλαγμα την διεθνή υποστήριξη των Τουρκικών θέσεων και επιδιώξεων.
Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα ενδείξεις, η Βρετανία, έχοντας εν τη πράξει απεμπολήσει ή λησμονήσει για δεκαετίες τις υποχρεώσεις της ως εγγυήτρια δύναμη, φαίνεται ότι κάνει διπλωματικό παιχνίδι με την Τουρκία, αδιαφορώντας για τα πραγματικά δικαιώματα των Κυπρίων. Τα παραδείγματα πολλά.

*Ο Ιωάννης Αναστασάκης είναι αντιπτέραρχος (Ι)ε.α. και ασχολείται με την «Περιφερειακή Ασφάλεια για την οικονομική Ανάπτυξη». Είναι συγγραφέας και στρατηγικός αναλυτής. (rosed2014@yahoo.com)


Πηγή: Liberal

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή