Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΗΠΑ – Γαλλία αναβαθμίζουν την στρατιωτική τους παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο

Δημοσιεύτηκε στις

Προσπαθούν να αναχαιτίσουν τη ρωσική }παρουσία με στενότερη αμυντική συνεργασία με Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο. Η γαλλική βάση στη Λάρνακα και τα τουρκικά σχέδια για μόνιμη βάση στα Κατεχόμενα

Σημαντικές κινήσεις στη γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου βρίσκονται σε διαδικασία ωρίμανσης εν όψει των προσεχών μηνών. Στο παρασκήνιο διεξάγονται διευρυμένες συζητήσεις για επέκταση των τριμερών συνεργασιών που ήδη υφίστανται, ενώ την ίδια στιγμή μοιάζει ξεκάθαρη η πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και, δευτερευόντως, της Γαλλίας να ασκήσουν ενεργητικότερη πολιτική στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, η Κυπριακή Δημοκρατία αποκτά ευρύτερη σημασία στους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον και του Παρισιού, σε μια περίοδο που η ρωσική στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο επεκτείνεται και η Τουρκία παραμένει απρόβλεπτος δρων. Οι συζητήσεις εστιάζουν στον τομέα της ασφάλειας, καθώς διαφαίνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να αναβαθμίσουν τις σχέσεις τους με τη Λευκωσία στον αμυντικό τομέα, ενώ η Γαλλία σχεδιάζει μονιμότερη στρατιωτική παρουσία στο νησί.Η Αθήνα συντάσσεται με τη Λευκωσία και διάκειται πολύ θετικά έναντι των αμερικανικών σκέψεων, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των οποίων διαδραματίζει ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας Γουές Μίτσελ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ιδέες που κυοφορούνται σχετίζονται με τη διεύρυνση των τριμερών συνεργασιών που ήδη υπάρχουν και τη δημιουργία νέων στις οποίες θα συμμετέχουν είτε οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε η Γαλλία. Οι νέες τετραμερείς θα αποτελούν ουσιαστικά ανεξάρτητους ad hoc σχηματισμούς που δεν θα υποκαθιστούν τις σημερινές τριμερείς. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, η Γαλλία εμφανίζεται διατεθειμένη να συμμετάσχει σε ένα σχήμα μαζί με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο να λάβουν μέρος σε μια συνεργασία με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ. Οι δύο αυτοί σχηματισμοί θα δίνουν έμφαση σε θέματα ασφαλείας, ενώ δεν πρέπει μελλοντικά να αποκλείεται η συμμετοχή της Ιταλίας σε ένα τετραμερές σχήμα που θα αφορά την ενεργειακή συνεργασία μαζί με την Κύπρο, την Αίγυπτο και την Ελλάδα. Η πρόοδος στις συζητήσεις για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου East Med θα είναι κομβική σε αυτό το πλαίσιο, αν και οι εμπλεκόμενοι αναγνωρίζουν τις δυσκολίες κατασκευής του έργου.

Κινητικότητα

Την ίδια στιγμή όμως, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία γνωρίζουν ότι το προσεχές διάστημα αναμένεται να υπάρξει κινητικότητα για έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων με σκοπό την επίλυση του Κυπριακού. Επί του θέματος αυτού συζήτησαν την περασμένη Δευτέρα στην Αθήνα ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Αναστασιάδης, εν όψει και των συναντήσεων που θα λάβουν χώρα στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου. Η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες θα ήταν διατεθειμένος να αναλάβει μια νέα πρωτοβουλία μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιτυχίας. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν αποκλείεται ο ΟΗΕ να τερματίσει τη στενή ενασχόλησή του με το Κυπριακό, ενώ και η εντολή της ειρηνευτικής δύναμης UNFICYP ίσως μεταβληθεί. Μια τέτοια κίνηση θα διευκολύνει χωρίς καμία αμφιβολία την επιθυμία της Αγκυρας να κινηθεί προς το επονομαζόμενο Σχέδιο Β’ για την αναβάθμιση και κατόπιν τη διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους.

Η στρατιωτικοποίηση

Ποιος είναι ο λόγος που καθοδηγεί αυτές τις εξελίξεις; Οπως παραδέχονται σε ιδιωτικές τους συνομιλίες αρκετοί από τους περιφερειακούς δρώντες, η βασικότερη αιτία είναι ότι η στρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου έχει μεταβάλει τα δεδομένα σε μια περιοχή κρίσιμη για τα δυτικά συμφέροντα. Η σπουδαιότερη αλλαγή στο περιφερειακό σκηνικό είναι η επανάκαμψη της Ρωσίας στην περιοχή λόγω της παρέμβασής της στο Συριακό. Η Μόσχα άλλαξε τις ισορροπίες σε στρατιωτικό επίπεδο, τόσο λόγω της ενίσχυσης της παρουσίας της επί συριακού εδάφους (υπενθυμίζεται ότι έχει αναβαθμίσει τη βάση στην Ταρτούς και έχει εγκαταστήσει ισχυρότατα αντιπυραυλικά συστήματα στη Συρία) όσο και με την απόφαση να αμφισβητήσει την αμερικανική ναυτική υπεροχή στη Μεσόγειο. Σε σχέση με πριν από τρία χρόνια, ο ρωσικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας έχει προχωρήσει σε μείζον πρόγραμμα αναβάθμισης και ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε τον περασμένο Μάιο ότι η Μόσχα σκοπεύει να αναπτύξει μόνιμη ναυτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό με τη σειρά του έχει οδηγήσει την Ουάσιγκτον να δώσει νέα πνοή στον Εκτο Στόλο και να διευρύνει το δικό της στρατιωτικό ίχνος με επίκεντρο ιδιαίτερα την Ελλάδα, όπου οι Αμερικανοί αναπτύσσουν την παρουσία τους στη Σούδα και αναζητούν και άλλες βάσεις. Η Γαλλία του Εμανουέλ Μακρόν έχει επίσης αποφασίσει να ενεργοποιηθεί περισσότερο στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου παραδοσιακά έχει διαδραματίσει μείζονα, αν και όχι απαραίτητα αποτελεσματικό, ρόλο. Η δε Βρετανία, κινούμενη εσωστρεφώς λόγω Brexit, παραμένει μεν παρούσα λόγω των βάσεώς της στην Κύπρο, αλλά σε αυτή τη φάση σε έναν πιο δευτερεύοντα ρόλο.

Αμυντική συνεργασία

Η σύσταση νέων τετραμερών συνεργασιών με τη συμμετοχή Ουάσιγκτον και Παρισιού θεωρείται ότι θα αναβαθμίσει τη θέση της Λευκωσίας αλλά και της Αθήνας. Ο κύπριος υπουργός Εξωτερικών Νίκος Χριστοδουλίδης αναμένεται να συναντηθεί προσεχώς με τον αμερικανό ομόλογό του Μάικ Πομπέο, είτε στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ είτε αμέσως μετά. Σε αυτή τη συνάντηση θα προετοιμαστεί, όπως σημειώνουν ενημερωμένες πηγές, πιθανή συνάντηση του κύπριου υπουργού Αμυνας Σάββα Αγγελίδη με τον αμερικανό ομόλογό του Τζέιμς Μάτις. Οι ίδιες πηγές τόνιζαν ότι στην Ουάσιγκτον έχει αρχίσει και ωριμάζει η ιδέα για στενότερη αμυντική συνεργασία με τη Λευκωσία, η οποία ουσιαστικά θα ενώσει την αυξανόμενη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα με το Ισραήλ και την Αίγυπτο – δύο χώρες που καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στον περιφερειακό αμυντικό σχεδιασμό στην Ουάσιγκτον (αυτό εξηγεί το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για τις ασκήσεις που εκτελούνται στην περιοχή, αρκετές εκ των οποίων με αμερικανική συμμετοχή). Θα μπορούσε αυτό να οδηγήσει στην άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κυπριακή Δημοκρατία; Πρόκειται για μια επιθυμία της Λευκωσίας, η οποία δεν αποκλείεται να υλοποιηθεί στο προσεχές διάστημα, ακόμη και αν αρχικά περιλαμβάνει την αποστολή «μη φονικού» υλικού.

Η γαλλική παρουσία

Σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, το Παρίσι επιδιώκει να επανακάμψει δυναμικά στην περιοχή. Η πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Ζαν – Ιβ Λε Ντριάνσε Αθήνα και Λευκωσία χαρακτηρίζεται ως βαρύνουσας σημασίας στο πλαίσιο αυτό. Η παρουσία της Γαλλίας, μέσω της Total, στο πρόγραμμα ερευνών και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων τόσο στην Κύπρο όσο (μελλοντικά) και στην Ελλάδα αποτελεί βασική παράμετρο αυτής της επιλογής. Αυτή η παρατήρηση θα πρέπει να συνδυαστεί με την παράλληλη παρουσία της αμερικανικής ExxonMobil και στις δύο χώρες (στην Ελλάδα οι δύο εταιρείες συνεργάζονται άμεσα). Η Λευκωσία βρίσκεται σε συνομιλίες με το Παρίσι ώστε μέχρι τον Νοέμβριο να έχει υπογραφεί μια διακρατική συμφωνία που θα μπορούσε να αναβαθμίσει το καθεστώς στάθμευσης γαλλικών ναυτικών δυνάμεων στο νησί (πιθανότατα στη Λάρνακα). Δεν αποκλείεται μάλιστα αυτή η συμφωνία να συνδυαστεί με μια επίσκεψη του προέδρου Μακρόν στην Κύπρο, όπως πρόσφατα έγραψε η εφημερίδα «Πολίτης». Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η γαλλική πλευρά έχει εκφράσει έντονο ενδιαφέρον για την πώληση φρεγατών στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Δεν είναι όμως εξίσου σαφές αν γαλλικές εταιρείες θα ήταν ειλικρινώς διατεθειμένες να προβούν σε μια πιο κομβική κίνηση, όπως π.χ. μια επένδυση στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά.
Οι προαναφερθείσεις κινήσεις πρέπει να θεωρηθούν και υπό το πρίσμα της διαφαινόμενης επιθυμίας της Τουρκίας να αναβαθμίσει τη δική της στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόσφατα δημοσιεύματα στον τουρκικό Τύπο (στην εφημερίδα «Sabah») παρουσίασαν έκθεση των επιτελών του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού με θέμα τη δημιουργία μόνιμης ναυτικής βάσης κατά το μοντέλο των βρετανικών βάσεων, να είναι δηλαδή κυρίαρχο τουρκικό έδαφος. Υπενθυμίζεται ότι από το 2006 η Τουρκία εκτελεί την επιχείρηση «Ασπίδα της Μεσογείου», την οποία έχει εντάξει στο πλαίσιο της συμμετοχής της στη νατοϊκή επιχείρηση «Active Endeavor», και στην οποία λαμβάνουν μέρος μία φρεγάτα, ένα υποβρύχιο και δύο περιπολικά σκάφη. Παράλληλα, στην περιοχή δρα και μια τουρκική κορβέτα που συμμετέχει στο θαλάσσιο σκέλος της επιχείρησης UNIFIL στον Λίβανο. Συνολικά, η Τουρκία έχει αναπτύξει στην Ανατολική Μεσόγειο δύο υποβρύχια και περίπου 14 πλοία. Το πρόβλημα, κατά τους τούρκους επιτελείς, είναι ότι η εγγύτερη στην Ανατολική Μεσόγειο ναυτική στρατιωτική βάση βρίσκεται στο Ακσάζ, το οποίο βρίσκεται μάλλον μακριά. Ιδανική λύση θα ήταν μια μόνιμη βάση στην Κύπρο να γίνει π.χ. στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Πριν από λίγες ημέρες ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε για αύξηση των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί και όχι για νέα βάση, ωστόσο ουδείς μπορεί με ασφάλεια να πει ποιο από τα δύο σενάρια θα προκριθεί.

Ψάχνουν γέφυρες για νέο γύρο διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό

Η επόμενη ημέρα της πενταμερούς διάσκεψης στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας απογοήτευσε πολλούς από τους παίκτες του Κυπριακού. Αρκετοί νόμισαν, προφανώς και ο ίδιος ο Αντόνιο Γκουτέρες, ότι υπήρξαν οι προϋποθέσεις για επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, αλλά αυτό τελικώς δεν συνέβη. Η επιτυχία της ελληνικής πλευράς ήταν ότι πέτυχε να αναδείξει τη σημασία της πτυχής της ασφάλειας, και αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι μια «νίκη» στο πεδίο αυτό θα σήμαινε ότι η Λευκωσία θα έπρεπε να προβεί σε ορισμένες υποχωρήσεις στην εσωτερική πτυχή της διακυβέρνησης, ενδεχομένως με την αποδοχή ενός τουρκοκυπριακού βέτο σε ορισμένες από τις αποφάσεις της κυβέρνησης.
Η ειδική απεσταλμένη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, η Αμερικανίδα Τζέιν Χολ Λουτ, ολοκλήρωσε την περασμένη εβδομάδα τις επαφές της με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Οι επαφές της ξεκίνησαν από την Αγκυρα και ολοκληρώθηκαν στο Λονδίνο και στις Βρυξέλλες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες, η κυρία Λουτ δεν πρέπει να είναι πολύ ενθουσιασμένη από όσα άκουσε και λογικά αυτό θα αντικατοπτριστεί στην έκθεση που αναμένεται να υποβάλει προς τον κ. Γκουτέρες πριν από τη Γενική Συνέλευση στη Νέα Υόρκη. Από την τουρκική πλευρά και συγκεκριμένα από τον υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, η κυρία Λουτ φέρεται να άκουσε την άποψη ότι η Αγκυρα κινείται σε καθαρά συνομοσπονδιακή λογική, την οποία έχει παρουσιάσει και στον ίδιο τον κ. Γκουτέρες. Στην Αθήνα ο Νίκος Κοτζιάς, ο οποίος φέρεται να είχε τηλεφωνικές επαφές με τον τούρκο ομόλογό του κατά τη διάρκεια του θέρους, επανέλαβε στην κυρία Λουτ ότι πρέπει να υπάρξει σοβαρή προετοιμασία προτού πραγματοποιηθεί μια νέα Διεθνής Διάσκεψη και ότι πρέπει να καταργηθούν οι Συνθήκες Συμμαχίας και Εγγυήσεων.
Ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών μάλλον δεν έχει άδικο σε αυτή τη θέση που διατυπώνει, καθώς η αποτυχία ενός νέου γύρου διαπραγματεύσεων λογικά θα σημάνει την εκκίνηση άλλων διαδικασιών. Αλλωστε η Αγκυρα δεν κρύβει τις προθέσεις της για μία λύση είτε υπό τη μορφή συνομοσπονδίας δύο κρατών είτε ακόμη και υπό τη μορφή δύο απόλυτα διαφορετικών κρατών. Ωστόσο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ίσως να είναι διατεθειμένος να δώσει άλλη μία ευκαιρία στα Ηνωμένα Εθνη να επιτύχουν μια ομοσπονδιακή λύση, εφόσον όμως τεθεί ένα χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου θα μπορούσε αυτή να επιτευχθεί. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πηγές κοντά στα Ηνωμένα Εθνη παραδέχονται ότι αυτή η άποψη είναι βάσιμη, διότι σε διαφορετική περίπτωση οι συνομιλίες θα συνεχίζονται χωρίς εμφανές τέλος. Ισως ο κ. Ερντογάν να επιθυμεί να συνδέσει την «καλή του θέληση» με την πρόσφατη «επίθεση φιλίας» προς την ΕΕ.

Η θητεία της UNFICYP

Η πρόσφατη συζήτηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την ανανέωση της θητείας της UNFICYP υπήρξε διδακτική για τα επόμενα βήματα. Κατέστη σαφές ότι το Κυπριακό έχει μάλλον «κουράσει» και όλοι οι εμπλεκόμενοι θα ήθελαν να ξεκαθαρίσουν την επόμενη ημέρα. Το μέλλον της εντολής της ειρηνευτικής δύναμης θα είναι ένας από τους μοχλούς προς αυτή την κατεύθυνση. Η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται και η οποία έχει αποτυπωθεί εκτενώς στον κυπριακό Τύπο είναι ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές πρέπει να προσανατολιστούν προς μια στρατηγική ενδιάμεση συμφωνία (κατά το πρότυπο των Ιδεών Γκάλι του 1992) επί ορισμένων βασικών πτυχών του Κυπριακού. Οι δύο βασικότερες εξ αυτών είναι οι εγγυήσεις/ασφάλεια και η διακυβέρνηση. Οι πληροφορίες από τις συζητήσεις στο Κραν Μοντανά είναι ότι η Τουρκία είχε πραγματοποιήσει μια στροφή προς την εγκατάλειψη του συστήματος των εγγυήσεων των Συνθηκών του 1960, αλλά παρέμενε αμετακίνητη στην παρουσία στρατευμάτων στο νησί. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα δεν ήταν απόλυτα αρνητική, αλλά οι διαφορές εντοπίστηκαν στο αν τα στρατεύματα θα αποχωρήσουν και πότε. Είναι σε αυτό το σημείο που εγείρεται το θέμα της εσωτερικής διακυβέρνησης και ορισμένων παραχωρήσεων προς τους Τουρκοκυπρίους.

Η αμερικανική γεώτρηση

Τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο, αγνοώντας τις αναμενόμενες εξελίξεις στο μέτωπο των υδρογονανθράκων. Το δίμηνο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου, η αμερικανική ExxonMobil αναμένεται να πραγματοποιήσει την πρώτη ερευνητική της γεώτρηση στο Οικόπεδο 10 της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Τι ακριβώς θα πράξει η Αγκυρα ως απάντηση σε αυτό; Το κακό σενάριο της παρεμπόδισης της αμερικανικής γεώτρησης δεν μοιάζει πιθανό, καθώς θα έβαζε ταφόπλακα σε οποιαδήποτε δυνατότητα επαναπροσέγγισης με την Ουάσιγκτον ενώ θα ενοχλούσε σφόδρα και το Κατάρ (η Qatar Petroleum συμμετέχει στην κοινοπραξία του Οικοπέδου 10 μαζί με την ExxonMobil), που πρόσφατα υποσχέθηκε βοήθεια 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη στήριξη της τουρκικής οικονομίας. Πιθανότερο θεωρείται το σενάριο ο τουρκικός «Πορθητής» να κινηθεί προς ένα Οικόπεδο όπως το 6 ή σε κάποια μη αδειοδοτημένη περιοχή. Δεν λείπουν πάντως όσοι εκτιμούν ότι η Αγκυρα θα προσπαθήσει να διασυνδέσει τους υδρογονάνθρακες με τις συνομιλίες για το Κυπριακό, την ώρα που το στοίχημα της Λευκωσίας για να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού είναι η ExxonMobil να ανακαλύψει στο Οικόπεδο 10 ένα κοίτασμα όπως αυτό του «Zohr» στην Αίγυπτο.
ΒΗΜΑ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή