Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τι θα κάνει η Τουρκία στην κυπριακή ΑΟΖ;

Δημοσιεύτηκε στις

Της Νάταλης Μιχαηλίδου

ΜΗΝΑΓΙΑΣ, ΚΛΟΚΚΑΡΗΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΣΤΗ «Σ»
ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ Ή ΟΧΙ ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ ΘΕΡΜΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ; ΕΤΟΙΜΗ ΓΙΑ ΑΝΑΧΑΙΤΙΣΗ Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

Σε υψηλά ντεσιμπέλ ηχούν το τελευταίο διάστημα οι πολεμικές ιαχές της Άγκυρας, που εκφράζονται -κατά τρόπο προκλητικό- διά στόματος Τούρκων αξιωματούχων. «Κανένα σχέδιο στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο δεν μπορεί να πετύχει χωρίς την Τουρκία», διαμηνύουν. Προειδοποιούν ότι «δεν μπορεί να έχει επιτυχία κανένα σχέδιο στο οποίο δεν συμμετέχει η Τουρκία και το ψευδοκράτος» και… συμβουλεύουν την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα «να μην επιχειρήσουν οτιδήποτε», προτάσσοντας την «ισχυρή προστασία», της οποίας χαίρει ο «Πορθητής».

Πόσο πιθανό είναι, όμως, να μετατρέψουν οι Τούρκοι τις περί casus belli δηλώσεις τους σε ένα θερμό επεισόδιο στην κυπριακή ΑΟΖ; Έχει ή όχι την δυνατότητα η ΚΔ να αναχαιτίσει τους Τούρκους και να αντιδράσει αποτελεσματικά σε περίπτωση που η Άγκυρα υλοποιήσει τις απειλές της;

Προσεγγίζοντας από στρατιωτική σκοπιά το ζήτημα, απαντούν στα συγκεκριμένα ερωτήματα ο Ταξίαρχος ε.α. και ειδικός σε θέματα Τουρκίας, Χρήστος Μηνάγιας και ο Αντιστράτηγος ε.α., Φοίβος Κλόκκαρης. Αμφότεροι αναλύουν στη «Σημερινή» της Κυριακής τις «κόκκινες γραμμές» του Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και την σειρά λανθασμένων επιλογών της ΚΔ, που μειώνουν «την αποτρεπτική ικανότητά της έναντι της Τουρκίας».

Υπό το πρίσμα του δικού του γνωστικού αντικειμένου, ο δόκτωρ Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου της Θαλάσσης, Νικόλας Ιωαννίδης, εξηγεί στη «Σ» το νομικό πλαίσιο της επόμενης ημέρας μιας ενδεχόμενης σύρραξης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «η απρόκλητη και έκνομη χρήση βίας εναντίον ενός κράτους μέλους της ΕΕ μοιάζει με απονενοημένο διάβημα».

«Δεν θα υπερβεί τις κόκκινες γραμμές»

Στη φράση «και στο πεδίο των επιχειρήσεων και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» συνοψίζεται το νέο στρατηγικό δόγμα της Τουρκίας από το 2016 και εντεύθεν, κατά τον Ταξίαρχο ε.α. και ειδικό σε θέματα Τουρκίας, Χρήστο Μηνάγια. Το εν λόγω δόγμα «η Τουρκία το εφάρμοσε και συνεχίζει να το εφαρμόζει πρωτίστως στη Συρία και δευτερευόντως στο βόρειο Ιράκ», δηλώνει στη «Σημερινή». Σε ό,τι αφορά την απειλή για ένα ενδεχόμενο θερμό επεισόδιο στην ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου, ο Ταξίαρχος ε.α. κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει εκ προοιμίου τα εξής:
«Πρώτον, εάν η Τουρκία δεν είναι σίγουρη 100% ότι θα επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό της, δεν θα προβεί σε καμία ενέργεια. Και για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει, τουλάχιστον, την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων.
»Δεύτερον, η απειλή για χρήση βίας έχει να κάνει με τον κύριο αντικειμενικό σκοπό της Άγκυρας, ο οποίος παραπέμπει στην συνεκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της Αν. Μεσογείου και στον διαχωρισμό του Αιγαίου σύμφωνα με την τουρκική αντίληψη (χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος κ.λπ.).
»Τρίτον, όσο η Άγκυρα διαπιστώνει ότι απομακρύνεται από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τόσο περισσότερο αυξάνει την επιθετικότητά της.
»Τέταρτον, πέραν των στρατιωτικών μέτρων, η Τουρκία έχει προετοιμάσει αντίστοιχες πολιτικές, οικονομικές και νομικές δράσεις. Μάλιστα, όσο παράδοξο και εάν φαίνεται, ας ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της περίπτωσης η Τουρκία να ανακηρύξει ΑΟΖ στην Αν. Μεσόγειο. Δηλαδή, θα επιδιώξει να καθίσει στο ‘τραπέζι των διαπραγματεύσεων’ από την ‘πίσω πόρτα’ και όχι μέσω του ‘πεδίου των επιχειρήσεων’.
»Πέμπτον, οι επιχειρησιακές περιοχές στις ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες: στα οικόπεδα όπου γίνονται και θα γίνουν γεωτρήσεις και στις περιοχές πέραν των εν λόγω οικοπέδων. Για την πρώτη κατηγορία των περιοχών εκτιμάται ότι η Τουρκία θα αρκεσθεί σε δηλώσεις, ανακοινώσεις και προβολή της αντίδρασής της με πλοία επιστημονικών ερευνών – εν προκειμένω με το ‘Μπαρμπαρός’, συνοδευόμενο από πολεμικά πλοία. Ωστόσο, σε ό,τι έχει να κάνει με τις περιοχές της δεύτερης κατηγορίας, διατηρώ αμφιβολίες κατά πόσον μια Μεγάλη Δύναμη θα εμπλακεί σε μια θερμή συγκρουσιακή κατάσταση υπέρ τής μιας ή της άλλης πλευράς.
»Και έκτον, έχει αποδειχθεί ότι ο Ταγίπ Ερντογάν συνηθίζει να κινείται πάνω στις κόκκινες γραμμές και είναι πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις που τις έχει υπερβεί. Για τον λόγο αυτό είναι πολύ σημαντικό να έχουμε πλήρη επίγνωση της κατάστασης, να μιλάμε λίγο και να πράττουμε πολλά, ο λαϊκισμός να εκλείψει πλήρως από τα εθνικά θέματα και να μη δημιουργούμε φοβικά σύνδρομα στους εαυτούς μας. Και να ξέρετε κάτι: ‘Ο Τούρκος σέβεται περισσότερο έναν έξυπνο εχθρό παρά έναν ανόητο φίλο, σύμμαχο ή συνομιλητή’».

Ανοιχτό ενδεχόμενο για επεισόδιο επί του εδάφους

Δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο πρόκλησης θερμού επεισοδίου στην κυπριακή ΑΟΖ ή στο έδαφος της ΚΔ, δηλώνει στη «Σ» ο Φ. Κλόκκαρης, ο οποίος, αξιολογώντας την κλιμάκωση της επιθετικότητας της Τουρκίας, εξηγεί ότι στόχος μιας τέτοιας κρίσης θα ήταν «να ανακόψει το ενεργειακό πρόγραμμα της ΚΔ, να σφετεριστεί το φυσικό αέριο της ΑΟΖ της και να προκαλέσει προβλήματα στις στρατηγικές συνεργασίες που έχει αναπτύξει με τις γειτονικές της χώρες, όπως την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Αίγυπτο». Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Αν. Μεσογείου, σημειώνει ο εν αποστρατεία Αντιστράτηγος, «η ΚΔ παρουσιάζει μεγαλύτερη τρωτότητα λόγω του μικρού μεγέθους της, της ημικατοχής της από την Τουρκία, αλλά και λόγω αδυναμιών που οφείλονται σε λανθασμένες επιλογές της, οι οποίες μειώνουν την αποτρεπτική ικανότητά της έναντι της Τουρκίας».
Παρά τα θετικά βήματα στον τομέα της ενέργειας και τις στρατηγικές συνεργασίες με γειτονικές χώρες, ο κ. Κλόκκαρης εντοπίζει «σοβαρές αδυναμίες της ΚΔ στους τομείς της αμυντικής θωράκισης και της διεκδικητικής πολιτικής». Επί τούτου, εξηγεί ότι «δεν έχει συνάψει στρατηγικές συμμαχίες, δεν έχει εντείνει την προσπάθειά της για αναζωογόνηση του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Κύπρου – Ελλάδας, παραμέλησε την ενίσχυση της μαχητικής ισχύος της Εθνικής Φρουράς στην ξηρά και προ πάντων στη θάλασσα και στον αέρα.
Δεν ανακήρυξε ακόμα τα ακριβή όρια της ΑΟΖ της με την Τουρκία στην βάση της αρχής της μέσης γραμμής – κενό που εκμεταλλεύεται η Τουρκία και αντιδρά υποτονικά στις συστηματικές παραβιάσεις της ΑΟΖ της από την Τουρκία», λέει και συμπληρώνει ότι «θα έπρεπε να προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ, να διακόψει τις διαβουλεύσεις για το Κυπριακό και να προβάλει βέτο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας». Όσον αφορά τα περιθώρια αποτελεσματικής αντίδρασης σε περίπτωση θερμού επεισοδίου στην κυπριακή ΑΟΖ, παρουσιάζεται απαισιόδοξος:
«Δεν έχει την δυνατότητα να αντιδράσει δυναμικά και να αναχαιτίσει την Τουρκία. Θα περιοριστεί σε ενέργειες στον πολιτικό, διπλωματικό και νομικό τομέα. Οι στρατηγικοί της εταίροι εκτιμάται ότι δεν θα επέμβουν στρατιωτικά, λόγω αδυναμίας της ΚΔ να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα της αυτοάμυνας και επειδή δεν θα επηρεασθούν τόσο σοβαρά τα ζωτικά τους συμφέροντα, ώστε να διακινδυνεύσουν στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία».

Δεν αρκεί η νομική «φαρέτρα»

Μόνο διπλωματικά και πολιτικά μέτρα θα έχει στην διάθεσή της η ΚΔ αν η Τουρκία παρεμποδίσει της γεωτρήσεις, δηλώνει στην «Σ» ο δρ Ν. Ιωαννίδης. «Τυχόν παρεμπόδιση θα σημαίνει παραβίαση του αποκλειστικού κυριαρχικού δικαιώματος της ΚΔ αναφορικά με την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας, σύμφωνα με την Σύμβαση 1982 και το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο. Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση η Κύπρος μπορεί να λάβει μόνο διπλωματικά/πολιτικά μέτρα», εξηγεί.
Σε περίπτωση θερμού επεισοδίου, αναφέρει, «θα έχουμε καταστρατήγηση του ακρογωνιαίου λίθου του διεθνούς συστήματος ασφαλείας, που απαγορεύει την χρήση ένοπλης βίας. Μια τέτοια ενέργεια θεωρείται επιδρομή (aggression) και δίνει την δυνατότητα στο Συμβούλιο Ασφαλείας να λάβει μέτρα σε βάρος του επιτιθέμενου κράτους. Ακόμη, μια τέτοια ενέργεια ενεργοποιεί το Άρθρο 42.7 της Συνθήκης για την ΕΕ, το οποίο προνοεί ότι εφόσον ένα κράτος μέλος υφίσταται επίθεση, τα υπόλοιπα κράτη μέλη οφείλουν να παράσχουν βοήθεια με κάθε μέσο που διαθέτουν».
Περαιτέρω, εξηγεί ότι «στο Διεθνές Δίκαιο δεν υπάρχει κάποιος οικουμενικός μηχανισμός επιβολής που να τιμωρεί τα αδικοπραγούντα κράτη. Κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν από το Συμβούλιο Ασφαλείας ΟΗΕ, την ΕΕ και μεμονωμένα κράτη». Διευκρινίζει, όμως, ότι «η Τουρκία διαχρονικά τάσσεται εναντίον της επίλυσης διαφορών ενώπιον διεθνών δικαιοδοτικών μηχανισμών. Δεν αναγνωρίζει την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης στη Χάγη, ούτε είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας 1982, άρα, δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας. Συνεπώς, δεν υπάρχει, κατ’ αρχήν, δυνατότητα για προσφυγή εναντίον της Τουρκίας σε κάποιο από αυτά τα δικαστήρια».
Τέλος, σημειώνει ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στην κυπριακή ΑΟΖ, αλλά υπογραμμίζει ότι «η απρόκλητη και έκνομη χρήση βίας εναντίον ενός κράτους μέλους της ΕΕ μοιάζει με απονενοημένο διάβημα. Οι λεκτικές απειλές και οι μεγαλαυχίες της Τουρκίας θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με ψυχραιμία. Η ΚΔ οφείλει να συνεχίσει απαρέκκλιτα το ενεργειακό της πρόγραμμα, χρησιμοποιώντας με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η ενδυνάμωση της Εθνικής Φρουράς, η οποία θα αυξήσει την αποτρεπτική ισχύ του Κράτους και θα ενισχύσει την ήδη πλούσια νομική ‘φαρέτρα’».
Σημερινή

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή