Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κώστας Σημίτης: «Είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα θα προσφύγει ξανά σε δανεισμό από την ΕΕ»

Δημοσιεύτηκε στις

Ο πρώην πρωθυπουργός κρατά σαφείς αποστάσεις από τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι η μεταμνημονιακή εποχή ξεκίνησε με τη χώρα απαλλαγμένη από τις δεσμεύσεις της προηγούμενης περιόδου και λέει ότι είναι αναπόφευκτη η επιβολή νέων όρων στην οικονομική πολιτική της

Ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος συνέδεσε ολόκληρη την πολιτική του πορεία με τη διασφάλιση της θέσης της Ελλάδας στον πυρήνα της ΕΕ, αναλύει, μιλώντας στο «Βήμα της Κυριακής», το ταραχώδες κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη. Υποστηρίζει την ανάγκη διαμόρφωσης μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής που να ταιριάζει στις σύγχρονες συνθήκες υπέρβασης των συνόρων και να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες και στις ιδιαιτερότητες των πληθυσμών της Ενωσης – όχι την επανάκτηση από κάθε χώρα της χαμένης αυτονομίας της. «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι αποδεκτή και στηρίζεται από την πλειοψηφία. Η δραστηριοποίηση των μειοψηφιών δεν σημαίνει ότι θα μετατραπούν σε πλειοψηφία» υποστηρίζει.

Ο πρώην πρωθυπουργός κρατά σαφείς αποστάσεις από τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι η μεταμνημονιακή εποχή ξεκίνησε με τη χώρα απαλλαγμένη από τις δεσμεύσεις της προηγούμενης περιόδου. «Στην Ευρωπαϊκή Ενωση θεωρείται βέβαιο ότι η Ελλάδα μετά το 2018 θα προσφύγει γρήγορα στον δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Αναπόφευκτη συνέπεια θα είναι η επιβολή νέων όρων στην οικονομική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης» προβλέπει.

Σχετικά με το κλίμα σκανδαλολογίας που δηλητηριάζει την πολιτική ζωή, επιμένει στην άποψή του ότι «η διαφθορά είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο» και υπενθυμίζει στην κυβέρνηση το ρητό του Σόλωνα «μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Αναφέρεται επίσης στις υποθέσεις σκανδάλων που αφορούν την περίοδο της δικής του πρωθυπουργίας. «Πολιτική ευθύνη», τονίζει, θα υπήρχε αν είχαν γίνει γνωστές παρανομίες και δεν τους έδωσα καμία συνέχεια. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας μου δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληροφόρηση ή στοιχείο για την ύπαρξη παράνομων δραστηριοτήτων.(…) Ημουν και είμαι αντίθετος με την άποψη ότι οι υπουργοί θα πρέπει να παρακολουθούνται από μυστικές υπηρεσίες, ώστε ο πρωθυπουργός να γνωρίζει τι συμβαίνει. Τέτοιες πρακτικές δεν συμβιβάζονται με το ήθος, το οποίο είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατική διακυβέρνηση. Επί της πρωθυπουργίας μου επίσης, όταν είχα οποιαδήποτε ορθή πληροφόρηση για πρόσωπα του περιβάλλοντός μου ή υπουργούς (ότι δεν έχουν την επιβεβλημένη συμπεριφορά), τους απομάκρυνα αμέσως από τη θέση τους» επισημαίνει. 
Σε όλη την πολιτική διαδρομή σας συνδέσατε το όνομά σας με το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης και της συμμετοχής της Ελλάδας στον πυρήνα της. Ποιο πιστεύετε ότι είναι σήμερα το μέλλον της Ευρώπης, χωρίς στιβαρή ηγεσία, με όλες αυτές τις αντίρροπες δυνάμεις που δεν της επιτρέπουν να προχωρήσει στα αναγκαία βήματα;
«Η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι συναρτημένη με την παγκοσμιοποίηση. Οσο προχωρεί η παγκοσμιοποίηση υπό την πίεση των οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων τόσο πιο πιεστική θα είναι η ανάγκη ευρωπαϊκής συνεργασίας. Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που εξασφάλισε κατά την οικονομική κρίση τη χρηματοδότηση των κρατών-μελών είναι ένα παράδειγμα. Η κοινή πορεία που έχει αποφασισθεί, θα συνεχισθεί παρά τις διάφορες αντιρρήσεις – και μάλιστα θα επεκταθεί. Η σημερινή εικόνα αντικρουόμενων απόψεων που προκαλεί το ερώτημά σας δεν δικαιολογεί την αμφισβήτηση της εξελικτικής πορείας της ευρωπαϊκής συνεννόησης. Και στο παρελθόν υπήρξαν σημαντικές διαφορές που ξεπεράστηκαν. Η ίδρυση της ΟΝΕ, π.χ., ήταν αντικείμενο έντονης διαμάχης. Το ότι η άγνωστη σε εμάς κυρία Κραμπ-Καρενμπάουερ θα διαδεχθεί την κυρία Μέρκελ (που έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην Ενωση) παραβλέπει ότι και η κυρία Μέρκελ ήταν επίσης, κάποτε, τελείως άγνωστη. Δεν είναι τα πρόσωπα που καθορίζουν τις εξελίξεις αλλά οι κοινωνικο-οικονομικές δυνάμεις κάθε χώρας, οι επιδιώξεις, τα συμφέροντα, τα οράματά τους. Αυτά και στη Γερμανία και στις άλλες χώρες επιδιώκουν οφέλη, δραστηριότητες, κέρδη.
Στο ερώτημά σας, το σημερινό πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει ακόμη διαμορφώσει μια συνολική πολιτική οικονομικής διακυβέρνησης, έναν νέο τρόπο αντιμετώπισης των ανισοτήτων μεταξύ του ανεπτυγμένου κεντρικού πυρήνα και της λιγότερο ανεπτυγμένης περιφέρειάς της. Δεν υπάρχουν διαδικασίες για τη συστηματική προώθηση οικονομικής ανάπτυξης, που θα κατανέμουν (κατά το δυνατόν) ισόρροπα τις ωφέλειές της σε όλα τα μέλη. Στο σύμπλεγμα που συνιστά σήμερα η Ενωση, το πρόβλημα δεν είναι η επανάκτηση από κάθε χώρα της χαμένης αυτονομίας της αλλά η διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής – που να ταιριάζει στις σύγχρονες συνθήκες υπέρβασης των συνόρων και να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες και στις ιδιαιτερότητες των πληθυσμών της Ενωσης. Εχουν γίνει πολλές προτάσεις. Θα αναφέρω μία: την ύπαρξη ενός προϋπολογισμού της ζώνης του ευρώ για την παροχή δημόσιων αγαθών – όπως δημόσια έργα ή χρηματοδοτήσεις ερευνών – ή τη στήριξη των κρατών-μελών όταν προβαίνουν σε μεταρρυθμίσεις. Υπήρχαν πολλές αντιρρήσεις για την αναγκαιότητά του. Στις 14 Δεκεμβρίου 2018 αποφασίστηκε όμως, κατά τη Σύνοδο των πρωθυπουργών των κρατών-μελών, η αποδοχή της αρχής αυτής. Τα χρήματα του προϋπολογισμού θα χρησιμοποιηθούν για να προχωρήσει η σύγκλιση των μελών και να προωθηθεί η ανταγωνιστικότητα».
Από το Brexit μέχρι την άνοδο της Ακροδεξιάς στη Γερμανία και την εξέγερση των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία υπάρχει ένα κοινό υπόβαθρο. Ο φόβος ότι απειλείται η εθνική ταυτότητα από τα κύματα των μεταναστών και το επίπεδο ζωής των Ευρωπαίων από τη λιτότητα και τη φτωχοποίηση. Μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε πρόοδος με ανοιχτό αυτό το χάσμα ανάμεσα σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας και στις πολιτικές ελίτ;
«Θα πρέπει να διαχωρίζουμε τις διαμαρτυρίες κατά της ευρωπαϊκής ενοποιητικής προσπάθειας από εκείνες που στρέφονται κατά της πολιτικής των κυβερνώντων τους. Βέβαια, η πολιτική κάθε ευρωπαϊκής κυβέρνησης, ιδίως η οικονομική πολιτική, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ευρωπαϊκή πολιτική. Οταν η Ενωση απαιτεί ένα έλλειμμα κατώτερο του 3% του ΑΕΠ, μια κυβέρνηση πρέπει να περιορίσει παροχές. Η γαλλική κυβέρνηση περιόρισε σε σημαντικό βαθμό τη φορολογία των ανώτερων εισοδημάτων και όχι των μικρομεσαίων, με το επιχείρημα ότι έτσι θα βοηθηθούν οι επενδύσεις.
Τα «κίτρινα γιλέκα» (όπως προκύπτει από δημοσιεύματα του γαλλικού Τύπου) προέρχονται από τις «μικρές μεσαίες τάξεις, εκείνες των χαμηλών εισοδημάτων». Συμμετέχουν κυρίως υπάλληλοι, πρόσωπα που δεν διαθέτουν διπλώματα ανώτερων και ανώτατων σχολών, πρόσωπα που για πρώτη φορά διαμαρτύρονται. Εκφράζουν την έντονη διαμαρτυρία τους, γιατί δεν ανήκουν στη «ζώνη της ευημερίας». Ανήκουν πολιτικά σε διάφορα κόμματα. Δεν αποτελούν ένα οργανωμένο κοινωνικο-πολιτικό κίνημα. Αντιτίθενται στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και όχι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Στην περίπτωση του Brexit, οι οπαδοί του ανήκουν σε διάφορα κοινωνικά στρώματα. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η προσήλωση στην παράσταση της κυρίαρχης Μεγάλης Βρετανίας, ο εθνικολαϊκισμός, η αντίληψη ότι η Ευρώπη περιορίζει τις δυνατότητες της χώρας τους. Εθνικιστές λαϊκιστές που εναντιώνονται στην ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι οι ψηφοφόροι της Λέγκας του Βορρά στην Ιταλία και οι οπαδοί του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία. Ανήκουν συνήθως στη χαμηλή μεσαία τάξη, η οποία συρρικνώνεται λόγω των οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών που συνεπάγεται η οικονομική πρόοδος. Αποτελούν μια μειοψηφία. Η Λέγκα του Βορρά έχει καθοριστική παρουσία στην ιταλική κυβέρνηση. Το Κίνημα 5 Αστέρων όμως, που επίσης συμμετέχει στην κυβέρνηση, συμφωνεί περιστασιακά μόνο με αντιευρωπαϊκές θέσεις.
Τέλος, έχετε δίκιο που επισημαίνετε την κοινωνική αντιπαράθεση των μεσαίων αλλά και κατώτερων στρωμάτων στην Ευρώπη – είναι υπαρκτή. Είναι αποτέλεσμα της αλλαγής των οικονομικών και κοινωνικών δομών, η οποία προκύπτει και από την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ομως, η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι αποδεκτή και στηρίζεται από την πλειοψηφία. Η πλειοψηφία αυτή πιστεύει ότι η ενοποίηση ισχυροποιεί τη θέση της χώρας τους και της ευρωζώνης στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Εξασφαλίζει την ταχύτερη βελτίωση των οικονομικών τους συνθηκών εργασίας και ζωής. Η δραστηριοποίηση των μειοψηφιών δεν σημαίνει ότι θα μετατραπούν σε πλειοψηφία». 
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι βαθμιαία επανέρχονται η ομαλότητα, η εμπιστοσύνη, η ευρύτερη πεποίθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία ανασυγκρότησης. Διαφωνείτε;
«Σε μια πρόσφατη διάλεξή του ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Βασίλειος Ράπανος παρουσίασε στοιχεία ερευνών για τις απόψεις που επικρατούν ως προς την ικανότητα διακυβέρνησης και τη λειτουργία του δημόσιου τομέα. Η εμπιστοσύνη είναι βασικό στοιχείο κοινωνικής συνοχής και κοινής προσπάθειας. Οταν υπάρχει, η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να δρα χωρίς να υποχρεώνεται σε εξαναγκασμούς και καταπίεση. Στην Ελλάδα, το επίπεδο εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και την επίδοση του Πρωθυπουργού είναι το χαμηλότερο σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οσον αφορά το «κοινωνικό κεφάλαιο» – δηλαδή τους ισχύοντες κοινωνικούς κανόνες συμπεριφοράς, την κοινωνική δικτύωση, την ικανότητα και αντικειμενικότητα των κοινωνικών φορέων και τη δυνατότητα συνεργασίας μαζί τους – η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά κάτω από το μέσο ευρωπαϊκό όριο. Το συμπέρασμα είναι δυσάρεστο. Η συνεργασία της κοινωνίας με την κυβέρνηση και η απαραίτητη εμπιστοσύνη (προϋποθέσεις για την ανάπτυξη) βρίσκονται στη χώρα μας και αυτές σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο. Αυτό εξηγεί την ανέχεια σε πρωτοβουλίες, κοινές δράσεις, συνεργασίες και τον πληθωρισμό της αντιπαλότητας.
Θα προσθέσω ένα σημείο ακόμα. Οι συμφωνίες με την Ενωση προβλέπουν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να πετύχει 3,5% του ΑΕΠ ετήσια έως το 2022, 22,5% μέχρι το 2029 και 2,9% μέχρι το 2059. Οι στόχοι που έχουν τεθεί δεν είναι ρεαλιστικοί. Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μια τόσο μακρά περίοδο θα έχουν ως αποτέλεσμα χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ανεπαρκείς για να αντιμετωπισθεί η εκρηκτική ανεργία. Σκόπιμο είναι ο στόχος για το πλεόνασμα να περιορισθεί στο 1,5% μέχρι το 2029 και στο 1% μέχρι το 2059. Το υπόλοιπο πλεόνασμα μέχρι τους στόχους που έχουν καθορισθεί, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για επενδύσεις. Μοχλός θα είναι οι δημόσιες επενδύσεις. Δημιουργούν τις γενικότερες προϋποθέσεις για την αύξηση ιδιωτικών επενδύσεων, που δεν πραγματοποιούνται λόγω έλλειψης ρευστότητας και αμφιβολιών για τις εξελίξεις. Η ανάπτυξη έχει πρώτη προτεραιότητα και μέσω αυτής κυρίως θα πρέπει να επιτευχθεί η μείωση του χρέους».
Μετά τη λήξη των μνημονίων κατά την κυβερνητική άποψη ισχύει ένα «νέο καθεστώς χωρίς δεσμεύσεις». Ομως κατά την άποψη της αντιπολίτευσης υπάρχουν πάντα δεσμεύσεις. Τι πράγματι ισχύει;
«Θα απαντήσω πολύ σύντομα: Υπάρχουν σημαντικές δεσμεύσεις.Ο κανονισμός της ΕΕ 472/2013 ορίζει: «Τα κράτη-μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα, εφόσον δεν έχει εξοφληθεί το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί». Με απλά λόγια, συνεχίζονται οι έλεγχοι και οι παρεμβάσεις.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η χώρα θα εξακολουθήσει να δανείζεται – γιατί τα πλεονάσματα τα οποία θα παράγει δεν θα αρκούν για να χρηματοδοτήσει την οικονομία και να εξοφλεί τις δόσεις αποπληρωμής προηγούμενων χρεών. Κατά τον δανεισμό από τις αγορές, δεν θα ισχύει η αρχή (όπως υπονοείται από την κυβέρνηση) «θα μπορούμε να δανεισθούμε ό,τι ποσό θέλουμε με όποιο επιτόκιο θέλουμε». Το επιτόκιο δεν θα κυμαίνεται από 1% ως 2%, όπως συμβαίνει στα δάνεια που παραχωρήθηκαν στο πλαίσιο των μνημονίων. Το επιτόκιο του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έφθασε το 4,35%, έναντι 0,57% του γερμανικού στις 18 Δεκεμβρίου. Θα είναι ανώτερο του 4% και σύμφωνα με τις εξελίξεις μπορεί να καταστεί απαγορευτικό για δανεισμό – 6% και περισσότερο. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση θεωρείται βέβαιο ότι η Ελλάδα μετά το 2018 θα προσφύγει γρήγορα στον δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Αναπόφευκτη συνέπεια θα είναι η επιβολή νέων όρων στην οικονομική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης.
Ας παρατηρήσω εδώ ότι το πλεόνασμα το οποίο επετεύχθη το 2018 κατά την κυβέρνηση είναι αμφιβόλου ύπαρξης. Γιατί η κυβέρνηση δεν κατέβαλε στο εσωτερικό οφειλές και υποχρεώσεις που είχε, αναγκαίες δαπάνες για δημόσιες δραστηριότητες (π.χ. στην Υγεία) και κεφάλαια για επενδύσεις που εκκρεμούν εδώ και χρόνια – π.χ. για την κατασκευή δρόμων».
 Πιστεύετε ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάτι να προσφέρει στους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες; Θεωρείτε πιθανό να μεταλλαχθεί και να μετακινηθεί στον χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας;
«Εχει να προσφέρει τον αριθμό των ευρωβουλευτών του. Επί της ουσίας δεν έχει παρουσιάσει δείγματα μιας τέτοιας σοσιαλδημοκρατικής μεταστροφής. Η Σοσιαλδημοκρατία απαιτεί έναν συνεκτικό σχεδιασμό της πολιτικής της, που να εντάσσει τη χώρα στο διεθνές πλαίσιο και να διατηρεί στην αιχμή της την κοινωνική σύγκλιση. Από τον Αλέξη Τσίπρα δεν έχουμε δει δείγματα μιας τέτοιας αντίληψης. Το γεγονός ότι η ηγεσία των ευρωσοσιαλιστών (στη βάση της αριθμητικής λογικής, που ανέφερα πιο πριν) στέλνει φιλικά μηνύματα στον ΣΥΡΙΖΑ και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να ενταχθεί σε μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικογένεια δεν είναι ενδείξεις μιας ανατροπής. Τα διαπιστευτήρια εξάλλου δεν είναι πειστικά. Η πολιτική ταύτιση με τους ΑΝΕΛ, η ανοχή απέναντι στους διάφορους «Ρουβίκωνες», η έντονη αντιπαλότητα που καλλιεργεί, δίνουν μια καθαρή εικόνα της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ – που βρίσκεται στον αντίποδα ακριβώς της αναγκαίας δημοκρατικής και κοινωνικής πολιτικής ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος».
Το ΚΙΝΑΛ μπορεί να διεκδικήσει ρυθμιστικό ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις; Θεωρείτε ότι αν χρειαστεί θα πρέπει να στηρίξει τον σχηματισμό κυβέρνησης;
«Το ΚΙΝΑΛ είναι πολιτικό κίνημα αναγκαίο για την πολιτική ζωή στη σημερινή πολιτική συγκυρία. Οταν στην πολιτική ζωή κυριαρχούν δύο αντίπαλοι, οι οποίοι μάχονται με έντονη αντιπαλότητα, είναι όλο και δυσκολότερος ο αναγκαίος διάλογος, η κριτική αντιμετώπιση των θεμάτων, η σύγκλιση των λύσεων. Ενας πολιτικός φορέας που μπορεί να διαιτητεύσει, να συμβάλει στη δημιουργία ευρύτερα παραδεκτών απόψεων και στη συνεργασία των κοινωνικών ομάδων, είναι αναγκαίος. Πρέπει να ανταποκρίνεται στην ανάγκη δημοκρατικών δημόσιων συζητήσεων αντιμετώπισης των προβλημάτων και διαμόρφωσης συνθηκών με νέες δομές, σύμφωνες με τις σταθερές αξίες που υπερασπίζεται.
Στο ΚΙΝΑΛ θα πρέπει να συμμετάσχουν όσοι συμμερίζονται την ανάγκη λύσεων, που θα προωθήσουν τον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Είναι γι’ αυτό επιβεβλημένο, αμέσως μετά τις εκλογές, να λειτουργήσει σε όλα τα επίπεδα (το τοπικό, το νομαρχιακό, το κεντρικό) με εκλογή των οργάνων του. Να επιδιώξει μια ευρύτερη συζήτηση με την κοινωνία για τα προβλήματα της χώρας, να επισημάνει τις δυνατές λύσεις, να οργανώσει ομάδες παρακολούθησης των θεμάτων και μελέτης της αντιμετώπισής τους. Οι συνεργασίες του πρέπει να καθορισθούν με κριτήριο την ενίσχυση της δημοκρατίας και της κοινωνικής πολιτικής.
Δεν πρέπει να υποτιμούμε ότι η επιστροφή της Ελλάδας στην ανάπτυξη είναι ένα τιτάνιο έργο. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αποφευχθούν οι συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, οι εναλλαγές κυβερνήσεων και η συνέχεια της αβεβαιότητας που κυριαρχεί σήμερα. Το ΚΙΝΑΛ οφείλει να συμβάλει στην πολιτική σταθερότητα προωθώντας ταυτόχρονα το δικό του πρόγραμμα».
Η κυβέρνηση επιλέγει να πάει προς τις εκλογές σε ένα κλίμα πόλωσης, λάσπης και σκανδαλολογίας. Μεταξύ αυτών που έχουν στοχοποιηθεί βρίσκεστε και εσείς. Η διακυβέρνησή σας συνδέθηκε με μεγάλα έργα και εθνικές επιτυχίες, είχε όμως και κάποιες σκοτεινές πλευρές. Τι απαντάτε στον απλό πολίτη που ρωτάει «είναι δυνατόν να μη γνώριζε ο Σημίτης για τον Τσοχατζόπουλο, η ακόμα και για όσα αποδίδονται στον Παπαντωνίου;». Δεν υπάρχει πολιτική ευθύνη για τα φαινόμενα διαφθοράς την περίοδο της πρωθυπουργίας σας;
«Θα προτάξω στην απάντησή μου πρώτα μια γενική παρατήρηση. Τις μέρες αυτές η κυβέρνηση έχει επικεντρώσει την προσοχή της και πάλι στο θέμα της διαφθοράς. Η κυβέρνηση τώρα προσπαθεί να ξεπεράσει το πρόβλημα της χαμένης αξιοπιστίας της καταγγέλλοντας ιδίως το ΠαΣοΚ για διαπλοκή και διαφθορά, που αποτελούν κατ’ αυτήν τη βασική αιτία που η Ελλάδα έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Αποσιωπά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Καραμανλή με την πολιτική των αυξανόμενων ελλειμμάτων ήταν εκείνη που ανέβασε το έλλειμμα και προκάλεσε την επέμβαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οσον αφορά το ΠαΣοΚ, πράγματι στελέχη μας, αδιαφορώντας για τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, εκμεταλλεύθηκαν κατά ανεπίτρεπτο τρόπο τις θέσεις τους για προσωπικό όφελος. Πρόκειται για μια επονείδιστη συμπεριφορά. Τιμωρήθηκαν, ή θα τιμωρηθούν, σύμφωνα με τον νόμο. Ομως η διαφθορά δεν είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των προηγούμενων κυβερνήσεων – ένα φαινόμενο που η σημερινή κυβέρνηση, όπως ισχυρίζεται, για πρώτη φορά καταπολεμά αποφασιστικά. Η διαφθορά είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο. Είναι συναρτημένο με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών και την εμπέδωση κοινωνικής συνείδησης. Οι ατέλειες στη λειτουργία των θεσμών και το χαμηλό επίπεδο κοινωνικής συνείδησης στη χώρα μας το συντηρούν ή και το αυξάνουν. Το πρόβλημα δεν αφορά λοιπόν μόνο εμάς και τους άλλους αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τον ίδιο, όπως και το σύνολο της κοινωνίας. Αφορά όλες τις κυβερνήσεις. Ας θυμίσω (όσον αφορά τις δηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα στελέχη του, ότι ανήκουν σε άλλη ηθική κατηγορία από τους υπόλοιπους πολιτικούς) το ρητό του Σόλωνα “μηδένα προ του τέλους μακάριζε”. Ηδη έχουν προκύψει διάφορα θέματα. Γι’ αυτό όλοι – και τονίζω, όλοι – πρέπει να τηρούμε αμείλικτη στάση απέναντι σε κάθε περίπτωση, οποιονδήποτε αφορά. Οταν η καταγγελία και η δίωξη πραγματοποιούνται με κριτήριο σε ποια πολιτική παράταξη ανήκει ο καθένας, ενισχύουμε το φαινόμενο και την ασυδοσία.
Οσον αφορά το θέμα της προσωπικής μου ευθύνης, θα επαναλάβω ότι οι καταγγελίες σκόπιμα αποσιωπούν ή παραβλέπουν τα γεγονότα. Ευθύνη θα υπήρχε αν είχα επιλέξει πρόσωπα τα οποία δεν ήταν γνωστά και αναγνωρισμένα ηγετικά στελέχη του κόμματος, δραστήρια επί πολλά χρόνια στους αγώνες της παράταξης. Ευθύνη θα υπήρχε επίσης αν οι παρανομίες είχαν γίνει γνωστές και δεν τους έδωσα καμία συνέχεια. Ευθύνη θα είχα αν οι υπηρεσίες που υπάρχουν σε κάθε υπουργείο και επεξεργάζονται/ελέγχουν τη δραστηριότητά του είχαν επισημάνει παραβατικές συμπεριφορές. Ο Τσοχατζόπουλος ήταν το δεξί χέρι του Ανδρέα Παπανδρέου στο κόμμα, υπουργός από το 1985 σε όλες τις κυβερνήσεις του ΠαΣοΚ και αναπληρωτής του πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια της ασθένειας του πρωθυπουργού. Ο κ. Παπαντωνίου είχε διατελέσει υπουργός Εθνικής Οικονομίας από το 1994 και υφυπουργός για αρκετά χρόνια. Οταν επελέγησαν στην κυβέρνησή μου ως υπουργοί, δεν ήταν γνωστή οποιαδήποτε παράνομη πράξη τους. Η συμμετοχή τους ήταν αυτονόητη. Ο κ. Τσοχατζόπουλος εκπροσωπούσε ένα ισχυρό ρεύμα στο ΠαΣοΚ, στελέχη του οποίου σήμερα κατέχουν θέσεις ευθύνης στον ΣΥΡΙΖΑ. Τόσο στην εκλογή του πρωθυπουργού όσο και στην εκλογή του προέδρου του κόμματος ήρθε δεύτερος με μικρή διαφορά από μένα. Ο κ. Παπαντωνίου ήταν ένας πετυχημένος υπουργός με πολύ καλή γνώση της Ενωσης και με πολλά θετικά σχόλια από υπουργούς της Ενωσης.
Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας μου δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληροφόρηση ή στοιχείο για την ύπαρξη παρανόμων δραστηριοτήτων. Ούτε οι υπηρεσίες επεξεργασίας των αποφάσεων ούτε οι ελεγκτικές υπηρεσίες των υπουργείων ανέφεραν παρανομίες ή υπερβάσεις των αρμοδιοτήτων των υπουργών. Τα πρώτα ερωτήματα για τον κ. Τσοχατζόπουλο προέκυψαν το 2006, δύο χρόνια μετά τη λήξη της κυβερνητικής θητείας του ΠαΣοΚ. Για τον κ. Παπαντωνίου προέκυψαν ακόμα αργότερα.
Ημουν και είμαι αντίθετος με την άποψη ότι οι υπουργοί θα πρέπει να παρακολουθούνται από μυστικές υπηρεσίες, ώστε ο πρωθυπουργός να γνωρίζει τι συμβαίνει. Τέτοιες πρακτικές δεν συμβιβάζονται με το ήθος, το οποίο είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατική διακυβέρνηση. Επί της πρωθυπουργίας μου επίσης, όταν είχα οποιαδήποτε ορθή πληροφόρηση για πρόσωπα του περιβάλλοντός μου ή υπουργούς (ότι δεν έχουν την επιβεβλημένη συμπεριφορά), τους απομάκρυνα αμέσως από τη θέση τους».
– Στο βιβλίο σας «Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα» γράφετε: «Ζητούσα από τους υπουργούς να παίρνουν πρωτοβουλίες και να με συμβουλεύονται μόνο σε σημαντικά ζητήματα. Ηθελα να έχουν ελευθερία κινήσεων και να μην καλύπτονται με το επιχείρημα ότι δεν είχαν οδηγίες». Εχοντας τη σημερινή επίγνωση, θα λειτουργούσατε με τον ίδιο τρόπο ως πρωθυπουργός;
«Εξασφάλισα την καθοδήγηση και τον συνεχή έλεγχο των υπουργών, με συνεδριάσεις κάθε εβδομάδα είτε του Υπουργικού Συμβουλίου είτε της Κυβερνητικής Επιτροπής και με συναντήσεις με όλους ανεξαίρετα τους υπουργούς. Δεν υπήρχε υπουργός που να μην έχει συζητήσει με εμένα το έργο του. Η πρακτική μου ήταν να απαιτώ συνεχώς ενημέρωση και προτάσεις για τα θέματα αρμοδιότητά τους. Αξιολογούσα τις προτάσεις και την πρόοδο του έργου τους, είτε σε συζητήσεις με τους ίδιους και τους συνεργάτες μου είτε με συνεδριάσεις των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων. Ηταν η διαδικασία που εφαρμόστηκε, π.χ., τόσο για την αποδοχή του σχεδίου “Καποδίστριας” του Αλέκου Παπαδόπουλου για την ένταξη στους δήμους των κοινοτήτων όσο και για την απόρριψη της πρότασης του Ακη Τσοχατζόπουλου για την αγορά αεροπλάνων Eurofighter. Παρακολουθούσα επίσης την πορεία εκτέλεσης των αποφάσεων. Υπήρχε “μπλοκάκι”. Και σήμερα θα λειτουργούσα με τον ίδιο τρόπο. Πιστεύω ότι ανταποκρίνεται – όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά – στην επιταγή του Συντάγματος: “Ο πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της”».
ΒΗΜΑ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή