Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο αιφνιδιασμός Τραμπ αλλάζει τις ισορροπίες στη Μεσόγειο – Ανησυχία σε Λευκωσία και Αθήνα

Δημοσιεύτηκε στις

Η αποχώρηση από τη Συρία, η προσέγγιση με τον Ερντογάν και η πώληση των πυραύλων Patriot «πάγωσαν» την Αθήνα – Ανησυχίες για τα επόμενα βήματα και πιθανές εμπλοκές με τα ενεργειακά

Ο αιφνιδιασμός Τραμπ αλλάζει τις ισορροπίες στη Μεσόγειο | tovima.gr
Ο πρόεδρος Τραμπ φέρεται να διαβεβαίωσε τον τούρκο ομόλογό του Τ. Ερντογάν ότι δεν θα υπάρξει εμπλοκή στο Κογκρέσο για την πώληση του συστήματος Patriot
Η ανακοίνωση της απόφασης του Ντόναλντ Τραμπ για την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία έπειτα από την πρόσφατη τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν«πάγωσε» τα χαμόγελα πολλών στην Αθήνα. Το τελευταίο διάστημα η «άνοιξη» στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, με έμφαση στην ολοένα στενότερη συνεργασία στον αμυντικό τομέα αλλά και στην ολοκλήρωση του 1ου Στρατηγικού Διαλόγου ΗΠΑ – Ελλάδας, είχε δημιουργήσει πολύ υψηλές προσδοκίες ότι η Ουάσιγκτον θα διάκειτο θετικότερα έναντι της Αθήνας σε περίπτωση που η Αγκυρα υπερέβαινε τα εσκαμμένα στα θέατρα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Ωστόσο, τα τελευταία 24ωρα η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει και οι εξελίξεις στο Συριακό δεν είναι οι μόνες που μεταβάλλουν τις ισορροπίες. Με το ενεργειακό παιχνίδι στην Ανατολική Μεσόγειο να βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, την Τουρκία να διέρχεται νέα προεκλογική περίοδο εν όψει τοπικών εκλογών τον προσεχή Μάρτιο και τις τουρκικές θέσεις στο Αιγαίο να παραμένουν αναλλοίωτες, η στάση που θα τηρήσει από εδώ και στο εξής η Ουάσιγκτον συνιστά κρίσιμη παράμετρο.

Γεωτρήσεις και NAVTEX 
για ασκήσεις με πυρά
Η αλλαγή δεδομένων στο μέτωπο της Συρίας δεν φαίνεται ότι θα επηρεάσει τις τουρκικές κινήσεις στα δύο θέατρα που απασχολούν άμεσα την Αθήνα, δηλαδή την Ανατολική Μεσόγειο – κατά πρώτο λόγο – και το Αιγαίο. Η Αγκυρα σχεδιάζει να στείλει και δεύτερο γεωτρύπανο στην Ανατολική Μεσόγειο το προσεχές διάστημα, ενώ εξετάζει το ενδεχόμενο έναρξης γεωτρήσεων εντός του Ιανουαρίου, χωρίς να είναι σαφές ποια περιοχή θα επιλέξει. Η τελική της επιλογή όμως θα είναι κομβικής σημασίας, διότι θα φανεί μέχρι ποιο σημείο θέλει να πιέσει τα πράγματα. Είναι σαφές ότι η τουρκική πλευρά έλαβε την απόφαση να μην πιέσει τους Αμερικανούς αναφορικά με τη γεώτρηση της ExxonMobil στο Οικόπεδο 10 της κυπριακής ΑΟΖ, αλλά οι αμφισβητήσεις της δεν θα υποχωρήσουν. Τις τελευταίες ημέρες, με σειρά NAVTEX (1414/18, 1420/18, 1427/18 και 1428/18), η Τουρκία δέσμευσε ευρείες περιοχές είτε για επιστημονικές έρευνες με το σκάφος «Τσεσμέ», είτε για ασκήσεις με πυρά σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας που βρίσκονται νοτιοανατολικά των Δωδεκανήσων αλλά και στο Βόρειο Αιγαίο. Οι τουρκικές κινήσεις παρακολουθούνται και δεν θεωρείται ότι ξεφεύγουν από πάγιες θέσεις. Ωστόσο, δημιουργούν προβληματισμό. Ολα τα θέματα πάντως θα απασχολήσουν λογικά μια πιθανή συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον πρόεδρο Ερντογάν, εφόσον, σύμφωνα με τις ενδείξεις, αυτή πραγματοποιηθεί εντός του Ιανουαρίου (αν και μάλλον αυτό δεν θα συμβεί εντός του πρώτου δεκαημέρου).
Οι Patriot και η ηπιότερη 
ρητορική ΗΠΑ προς Αγκυρα
Κορυφαίοι επιτελείς στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας θεωρούν ότι η συνεννόηση Τραμπ – Ερντογάν αποτελεί ένα μόνο κομμάτι του ευρύτερου παζλ. Μείζον πλήγμα για την Αθήνα κρίνεται η αποχώρηση από το Πεντάγωνο του Τζέιμς Μάτις. Ο βετεράνος πρώην στρατηγός και (πρώην πλέον) υπουργός Αμυνας ήταν σταθερός υποστηρικτής των στενών σχέσεων με τους συμμάχους των ΗΠΑ και έβλεπε πολύ θετικά την ελληνική συμβολή στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο. Τόσο ο κ. Μάτις όσο και ο αρχηγός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στρατηγός Τζον Ντάνφορντ είχαν αναπτύξει άριστη σχέση με τον έλληνα Α/ΓΕΕΘΑ ναύαρχο Ευάγγελο Αποστολάκη – κάτι που είχε διαφανεί ευκρινώς κατά την πρόσφατη επίσκεψη του αμερικανού ομολόγου στην Αθήνα. Ο κ. Μάτις αποτελεί πλέον παρελθόν και δεν είναι λίγοι όσοι αναμένουν ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα προχωρήσει σε άμεση αλλαγή και του στρατηγού Ντάνφορντ, η θητεία του οποίου ολοκληρώνεται, υπό κανονικές συνθήκες, τον Οκτώβριο του 2019. Επιπλέον, αμερικανικά δημοσιεύματα έχουν τις τελευταίες ημέρες αναδείξει τον ρόλο του διαδόχου του κ. Μάτις, του Πάτρικ Σχάναχαν, ο οποίος ως στέλεχος της εταιρείας Boeing είχε διαδραματίσει καίριο ρόλο σε πωλήσεις οπλικών συστημάτων προς την Τουρκία.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι και η γλώσσα που εσχάτως χρησιμοποιούν αμερικανοί αξιωματούχοι σε σχέση με την Τουρκία έχει μετριαστεί, συγκρινόμενη με όσα έλεγαν πριν από μερικούς μήνες και ιδιαίτερα πριν από το καλοκαίρι. Σύμφωνα με αξιωματούχους που έζησαν από πολύ κοντά την επίσκεψη του Γουές Μίτσελ στην Αθήνα τον περασμένο Μάρτιο, ο αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών με αρμοδιότητα την Ευρώπη και την Ευρασία είχε τότε εμφανιστεί λάβρος – τουλάχιστον σε ιδιωτικές του συνομιλίες – έναντι της Αγκυρας. Κατά τους ίδιους αξιωματούχους, η άποψη του κ. Μίτσελ ήταν ότι η σημερινή Τουρκία είναι τόσο αναξιόπιστη κι απρόβλεπτη, που η Ελλάδα θα έπρεπε να αποτελέσει το σύνορο του δυτικού κόσμου – μια άποψη με σοβαρότατες επιπτώσεις για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική, η οποία είχε κοινοποιηθεί τόσο σε στελέχη της κυβέρνησης όσο και σε πρόσωπα από την αξιωματική αντιπολίτευση. Εσχάτως όμως ο κ. Μίτσελ έχει κατεβάσει τους τόνους της ρητορικής του και αυτό κατέστη εμφανές και στο πλαίσιο των πρόσφατων συνομιλιών του ελληνοαμερικανού Στρατηγικού Διαλόγου.
Παράλληλα, στο ελληνικό υπουργείο Αμυνας εκφράζονται ανησυχίες και για άλλες κινήσεις εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών που δείχνουν ότι επιδιώκεται επαναπροσέγγιση με την Αγκυρα στο στρατιωτικό επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, η εισήγηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να προχωρήσει η πώληση στην Τουρκία της τελευταίας έκδοσης του αντιπυραυλικού συστήματος Patriot θα μπορούσε να μεταβάλει άρδην τις ισορροπίες, εφόσον φυσικά περάσει τον σκόπελο της απαιτούμενης έγκρισης από το Κογκρέσο. Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η αμερικανική Υπηρεσία Αμυντικής Βιομηχανικής Συνεργασίας, προτείνεται η πώληση στην Τουρκία μέσω του προγράμματος FMS ενός πακέτου συνολικού κόστους 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο περιλαμβάνει 80 πυραύλους Patriot MIM –  104E Guidance Enhanced Missiles, 60 πυραύλους PAC-3 Missile Segment Enhancement (MSE) καθώς και συνοδευτικό εξοπλισμό.
Οι S-400, οι επαφές και
η επίσκεψη Μπόλτον
Το ερώτημα είναι βέβαια πως θα συμβιβαστεί μια τέτοια αγορά με τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων ότι δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι στη δρομολογημένη αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400, που με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά θα αρχίσει να αναπτύσσεται εντός του 2019. Η τουρκική πλευρά φέρεται να έχει παράσχει κάποιες διαβεβαιώσεις ότι θα αναπτύξει δικό της λογισμικό που θα διασφαλίζει τη διαλειτουργικότητα του ρωσικού συστήματος με το ΝΑΤΟ και θα αποτρέπει παραβιάσεις σε θέματα ασφαλείας. Το αμερικανικό Κογκρέσο έχει όμως προειδοποιήσει ότι η προμήθεια αυτού του συστήματος θα πυροδοτούσε την επιβολή κυρώσεων στο πλαίσιο του Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act. Σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα «Hurriyet», ο πρόεδρος Τραμπ φέρεται να διαβεβαίωσε τον τούρκο ομόλογό του ότι δεν θα υπάρξει εμπλοκή στο Κογκρέσο για την πώληση του συστήματος Patriot. Ωστόσο, όλα όσα λέει ο αμερικανός πρόεδρος πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον δέοντα σκεπτικισμό…
Η δυσκολότερη εξίσωση αυτή τη στιγμή για την Αθήνα είναι να αποκωδικοποιηθεί πόσο αλλάζουν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Επιστρέφει η Αγκυρα στη «δυτική αγκαλιά» ή απλώς πρόκειται για μια «συναλλαγή» μεταξύ Τραμπ – Ερντογάν με βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις; Δεν υπάρχει αμφιβολία, σημείωναν στρατιωτικές πηγές, ότι ο Ντόναλντ Τραμπ διείδε μια ευκαιρία για την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Βόρεια Συρία και δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να την αδράξει, αδιαφορώντας για τις εισηγήσεις όλων των κορυφαίων συμβούλων του. Το προσεχές διάστημα, όμως, οι αμερικανοτουρκικές επαφές αναγκαστικά θα ενταθούν με επίκεντρο τη Συρία και την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων που ανέρχονται σε περίπου 2.000 άνδρες. Μετά την Πρωτοχρονιά προγραμματίζεται να μεταβεί στην Αγκυρα ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου Τζον Μπόλτον, ενώ στις 8 Ιανουαρίου αναμένεται στην Ουάσιγκτον υψηλόβαθμη τουρκική αποστολή για συνομιλίες στο πλαίσιο των ομάδων εργασίας που έχουν συγκροτήσει οι δύο χώρες.
Ο ρόλος της Μόσχας και το «έγγραφο Πατρούσεφ»
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αμερικανική αποχώρηση έγινε μεν ευμενώς δεκτή από την Αγκυρα, συνοδεύεται δε από σειρά ερωτημάτων που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις. Ο πρόεδρος Ερντογάν πίεζε, ήδη από την περίοδο Ομπάμα, τις Ηνωμένες Πολιτείες στο θέμα των Κούρδων της Συρίας και συγκεκριμένα για τη στήριξη που τους παρείχαν σε οπλισμό, αλλά πλέον καλείται ο ίδιος να καλύψει το κενό και ενδεχομένως «να χωθεί πιο βαθιά» στον «συριακό βούρκο». Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις είναι μάλλον υπερεκτεθειμένες και η ανάληψη νέων καθηκόντων ίσως να μη συνιστά ευνοϊκή εξέλιξη. Επιπλέον, μια επέκταση των τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη αλλαγή των ισορροπιών στον άξονα Μόσχας – Αγκυρας – Τεχεράνης που είχε εξελιχθεί σε κομβικής σημασίας για το μέλλον της Συρίας. Ας μη λησμονείται ότι σε ανύποπτο χρόνο, σε ομιλία του στο Heritage Foundation, ο κ. Μίτσελ είχε αναφερθεί στην Τουρκία ως ανάχωμα στο Ιράν. Αν κάτι τέτοιο ισχύει, ουδείς θα μπορούσε να αποκλείσει μια επαναπροσέγγιση Αγκυρας – Τελ Αβίβ.
Το ραντεβού στο Κρεμλίνο
Ωστόσο, ελάχιστες κινήσεις στο πολεμικό θέατρο της Συρίας μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς ένα, έστω έμμεσο, νεύμα εκ μέρους της Ρωσίας, η οποία έχει εξοπλίσει άρτια το καθεστώς Ασαντ, διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με όλους τους παίκτες και ελέγχει την εναέρια κυκλοφορία. Από την άποψη αυτή, είναι πολύ πιθανό η Μόσχα να επιμείνει, όπως ήδη δήλωσε, ότι το κενό που αφήνουν οι Αμερικανοί πρέπει να το καλύψει η επίσημη συριακή κυβέρνηση και να διευκολύνει κάποια συνεννόηση Δαμασκού – Κούρδων υπό τη δική της ομπρέλα. Οι Τούρκοι κατανοούν τις περιπλοκές και είναι ενδεικτικό ότι οι αρχικές ανακοινώσεις περί εισβολής έχουν πλέον «μπει στο ράφι». Χθες, Σάββατο 29 Δεκεμβρίου, υψηλόβαθμη τουρκική αποστολή, αποτελούμενη από τον κορυφαίο σύμβουλο του προέδρου Ερντογάν, τον Ιμπραήμ Καλίν, τον διοικητή της ΜΙΤ Χακάν Φιντάν, τον υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου και τον υπουργό Αμυνας Χουλουσί Ακάρ, επρόκειτο να επισκεφθεί τη Μόσχα για συνομιλίες. Ο σκοπός της επίσκεψης είναι να αναθερμανθεί πάλι ο δίαυλος επικοινωνίας του κ. Ερντογάν με τον Βλαντίμιρ Πούτιν που μετά τη συνεννόηση Τραμπ – Ερντογάν εμφανίζεται παγωμένος.
Το απόρρητο σχέδιο
Το παρασκήνιο των εξελίξεων στη Συρία είναι όμως πολύ βαθύ. Σύμφωνα με τον συνήθως άριστα ενημερωμένο ισραηλινό δημοσιογράφο Μπαράκ Ραβίντ, η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία περιλαμβανόταν σε ένα απόρρητο ρωσικό σχέδιο, κοινωνός του οποίου είχε γίνει το Ισραήλ. Το σχέδιο αυτό είχε δώσει στους Ισραηλινούς ο Νικολάι Πατρούσεφ, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Πούτιν, πριν από περίπου τέσσερις μήνες και συγκεκριμένα στις 13 Σεπτεμβρίου στη Μόσχα. Στο τρισέλιδο non paper, το οποίο επρόκειτο ουσιαστικά για μια απόπειρα συμφωνίας ΗΠΑ – Ρωσίας στα ζητήματα της Συρίας και του Ιράν, η Μόσχα συνέδεε μια αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία με έξοδο των Ιρανών από τη χώρα, κάτι που θα επέτρεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ισραήλ να διευρύνουν την επιρροή τους στη διαμόρφωση της επόμενης μέρας στη χώρα. Ωστόσο, το «έγγραφο Πατρούσεφ» περιείχε έναν όρο που δεν μπορούσε να γίνει δεκτός από τον κ. Νετανιάχου: το «πάγωμα» της επανεπιβολής κυρώσεων εναντίον του Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Οι Ρώσοι, σύμφωνα με τον κ. Ραβίντ, ήθελαν από τους Ισραηλινούς να διαδραματίσουν διαμεσολαβητικό ρόλο για τη βελτίωση των ρωσοαμερικανικών σχέσεων. Ωστόσο, η μονομερής απόφαση Τραμπ άλλαξε όλα τα δεδομένα και έφερε την Τουρκία δυναμικά στο τραπέζι…
BHMA

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή