Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μια Ευρωπαϊκή Άνοιξη των Εθνών;

Δημοσιεύτηκε στις

Brendan O Neil, Zero Hedge, 28-12-18
Οι
Ευρωπαίοι είναι σε επανάσταση εναντίον του πολιτικού και του πολιτισμικού
καθεστώτος και αυτό είναι έξοχο

[Στην
παρόρμηση που προαιώνια κινεί, τέτοια μέρα, κάθε θνητό, σε ανασκόπηση
πεπραγμένων και εμπειριών και στην απόπειρα να διαβάσει τους προσιτούς οιωνούς
για όσα υπόσχεται ή απειλεί ο αρχόμενος χρόνος, πολύ χρήσιμο, ελπιδοφόρο και
κυρίως πνευματικά εμπλουτιστικό βοήθημα είναι ο πιο κάτω οδηγός ανάγνωσης,
προσέγγισης και επεξεργασίας του φαινομένου της επεκτεινόμενης, στην Ευρώπη και
στην Δύση ευρύτερα,  έκρηξης του
ανατρεπτικού  «λαϊκισμού», των βαθύτερων
χαρακτηριστικών του, των ιστορικών σταθμών στους οποίους παραπέμπει και των
πιθανών  συνεπειών του για την διαμόρφωση
του κοινωνικού και πολιτισμικού μέλλοντος .Το άρθρο ανταποκρίνεται στις
απαιτήσεις ποιότητας, μιας μέρας παρενθέσεων αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού
και προσκαλεί σε προσεγμένη ανάγνωση.
Ο Brendan O’Neil είναι καθιερωμένος δημοσιογράφος-σχολιαστής, μεγάλης πνευματικής
καλλιέργειας, παλαιός συνεργάτης βρετανικών, αυστραλιανών και αμερικανικών
εντύπων, που υπήρξαν στο παρελθόν πηγές 
ασφαλούς ενημέρωσης και διαφωτισμού, όπως τα
New Statesman, Guardian, Spectator, και Christian Science Monitor. Σύγχυση  σε αρνητικές αντιδράσεις,
που πιθανώς προκαλέσουν σημεία του άρθρου σε κάποιους αναγνώστες της Αριστεράς,
θα επιφέρει η πληροφορία ότι ο συντάκτης του αναφέρεται σε βιογραφικά λεξικά ως
ακροαριστερός και  πρώην εκδότης
περιοδικού  υπό το όνομα «Ζωντανός
Μαρξισμός».]
Παρουσίαση:
Μιχαήλ Στυλιανού

Ο
χειρότερος, βλακωδέστερος πλατειασμός της εποχής μας, που ειπώθηκε τόσο από τον
αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι όσο και από αυτοαποκαλούμενους αριστερούς
ριζοσπάστες είναι πως γυρίσαμε πίσω στην δεκαετία του 1930.

Αντιμετωπίζοντας αυτήν την μαύρη δεκαετία σαν να ήταν μια ακόμη ζωντανή δύναμη,
παρατηρητές τόσο από την ανήσυχη αστική τάξη όσο και από την νευρωτική αριστερά
επιμένουν ότι τα σκοτεινά πνεύματα του Τριάντα σηκώθηκαν από τον τάφο τους και
έχουν την Δύση από τον λαιμό στην δολοφονική περίσφιγξη των χεριών τους.
Βλέποντας την βρετανική έξοδο από την ΕΕ, την ευρωπαϊκή στροφή εναντίον του
πολιτικού συστήματος, την άνοδο των «λαϊκίστικων» κομμάτων και το άπλωμα των
επαναστάσεων με «κίτρινα γιλέκα», το σύστημα που διαμορφώνει «κοινή γνώμη»
βλέπει παντού την ανάσταση του φασισμού, που ως αποφώλιο ζόμπι έρχεται να
αφανίσει τους καρπούς της προόδου των τελευταίων δεκαετιών.
Αυτή η ανάλυση είναι τόσο κακή που δεν θα μπορούσε να
υπάρξει χειρότερη. Το να συγκρίνεις γεγονότα του σύγχρονου πολιτικού βίου με
γεγονότα του παρελθόντος είναι πάντοτε ένας ατελής τρόπος για να αντιληφθείς που
πάει η πολιτική εξέλιξη, Αλλά αν πρόκειται να ψάξουμε για αναλογίες των
σημερινών με γεγονότα του παρελθόντος, τότε δεν είναι με την δεκαετία του 1930
που μοιάζει και αισθάνεται παρόμοια η εποχή μας, αλλά με την δεκαετία του 1840.
Ειδικότερα με το 1848. Αυτός είναι ο
χρόνος όπου λαοί σε όλη την Ευρώπη εξεγέρθηκαν για ριζική πολιτική αλλαγή,
αρχίζοντας από την Γαλλία και συνεχίζοντας στην Σουηδία, στην Δανία, στα
γερμανικά και στα ιταλικά κράτη, στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων και αλλού.
Ήσαν
επαναστάσεις δημοκρατικές, που διεκδικούσαν την καθιέρωση ή την βελτίωση της
κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, την ελευθερία του Τύπου, την κατάργηση των
παλαιών μοναρχικών κρατικών δομών και την αντικατάστασή τους από ανεξάρτητα
έθνη-κράτη και δημοκρατίες. Το 1848 συχνά αναφέρεται ως η ΄Ανοιξη των Εθνών.
Ακούγεται γνωστό; Φυσικά το 2018 δεν ήταν τόσο ταραχώδες
όσο το 1848. Υπήρξαν ανατροπές μέσω κάλπης και εξεγέρσεις στους δρόμους αλλά
όχι απόπειρες πραγματικής επανάστασης.
Και ωστόσο η εποχή μας μοιάζει επίσης σαν ΄Ανοιξη των Εθνών.
Ειδικά στην
Ευρώπη. Είναι τώρα εκατομμύρια ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη που θέλουν να
αποκαταστήσουν τα ιδεώδη της εθνότητας, της εθνικής κυριαρχίας και της λαϊκή
δημοκρατίας, εναντίον  καθεστώτων που
μοιάζουν με νέο-μοναρχικές μορφές τεχνοκρατίας του 21ου Αιώνα. Η
επίμονη εξέγερση των «κίτρινων γιλέκων» στην Γαλλία απεικονίζει καλά αυτή την
πραγματικότητα. Εδώ έχουμε έναν κυβερνήτη με αυξανόμενα μοναρχικά
χαρακτηριστικά – την επηρμένη, σε στυλ νεφεληγερέτη Δία, προεδρία Μακρόν-
αμφισβητούμενη επί σειρά εβδομάδων από ένα λαό, που διεκδικεί μεγαλύτερη
συμμετοχή στην διαμόρφωση της εθνικής 
πολιτικής και μεγαλύτερη εθνική ανεξαρτησία. «Μακρόν=Λουδοβίκος16ος,
έγραφαν μερικά συνθήματα στους κυριαρχούμενους από κίτρινα γιλέκα δρόμους του
Παρισιού. Και ξέρουμε τι συνέβη στον Λουδοβίκο τον16ο,*(αν και το 1793 δεν ήταν
φυσικά το1848).
H
γαλλική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1848 –η οποία ανέτρεψε την συνταγματική
μοναρχία πού είχε ιδρυθεί το 1830 και οδήγησε στην ίδρυση της 2ης
Δημοκρατίας- ήταν από τα κύρια εναύσματα της λαϊκής άνοιξης που απλώθηκε σε όλη
την Ευρώπη το 1848.
Το ίδιο απλώνεται σήμερα το κίνημα των
κίτρινων γιλέκων. Προ εβδομάδων διαδηλωτές στο Βέλγιο με κίτρινα γιλέκα
προσπάθησαν να εισβάλουν στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής –γεγονός χωρίς
προηγούμενο, στο οποίο χαρακτηριστικά δόθηκε ελάχιστη δημοσιότητα. Στην Ολλανδία
διαδηλωτές με κίτρινα γιλέκα πρόβαλαν το αίτημα δημοψηφίσματος για την συνέχιση
συμμετοχής στην ΕΕ, ενώ στην Ιταλία συγκεντρώθηκαν για να διαδηλώσουν την
υποστήριξή τους στην κυβερνητική αντίσταση στις επιταγές της ΕΕ.
Αυτές οι εκλογές στην Ιταλία ήταν το κρίσιμο γεγονός του
2018. ΄Εφεραν στην εξουσία την Λέγκα και το Κίνημα 5 Αστέρων, κόμματα που μισεί
το κατεστημένο της ΕΕ και που συνέτριψαν τις ψευδαισθήσεις που είχε γεννήσει σε
διάφορους παρατηρητές η περσινή εκλογή του Μανουέλ Μακρόν στην Γαλλία, ότι
σήμαινε το ξεθύμασμα του λαϊκιστικού κύματος στην Ευρώπη. Η Ιταλία διέψευσε
αυτούς τους ευσεβείς πόθους, οι εξεγερμένοι Γάλλοι επιβεβαιώνουν την διάψευση
και τοπικές και εθνικές εκλογές παντού, από την Γερμανία ως την Σουηδία
προσθέτουν βάρος στο γεγονός ότι το τέλος της λαϊκιστικής εξέγερσης δεν μοιάζει
να έρχεται.
 Όταν είσαι στο κορύφωμα ενός συμβάντος,
όταν διαβάζεις καθημερινά για τον πόλεμο των κρατούντων εναντίον της βρετανικής
αποχώρησης από την ΕΕ, βλέπεις στο Ιντερνέτ εικόνες με τις φωτιές στο Παρίσι
και παρακολουθείς τον πόλεμο που έχει κηρύξει η ΕΕ κατά τη εκλεγμένης
κυβέρνησης της Ιταλίας, μπορεί να είναι
δύσκολο να εκτιμήσεις την ιστορική σημασία αυτών των γεγονότων.
Ή απλά το
μέγεθός τους. ΄Ολοι μας έχουμε τόσο σκοτιστεί με αυτό το μέσα-έξω των
ευρω-βρετανικών διαπραγματεύσεων (που στη πραγματικότητα δεν είναι
διαπραγματεύσεις αλλά μάλλον μικρο-διαφωνίες μεταξύ του Λονδίνου και του
κατεστημένου της ΕΕ για το πώς το Ναι του δημοψηφίσματος για την έξοδο μπορεί
να πνιγεί στα μουλωχτά.) Βλέπουμε γραφικούς δείκτες με την κατάρρευση της
δημοτικότητας των καθιερωμένων κομμάτων, ειδικότερα των σοσιαλδημοκρατικών. Μας
εκπλήσσει η διάβρωση της πολιτικής της συναίνεσης, ακόμη και στην Σουηδία, την
παραδοσιακά πιο συναινετική χώρα. Αλλά είναι δύσκολο να συνθέσεις όλα αυτά σε
μιαν ολοκληρωμένη εικόνα ιστορικού ρεύματος. Οφείλουμε ωστόσο να το προσπαθήσουμε, επειδή μπορούμε τότε να δούμε ότι
αυτή που ζούμε είναι πράγματι μια εποχή εξέγερσης, ακόμη και χάους –αλλά
ευπρόσδεκτου, καλού, καρποφόρου χάους.
Αυτό
που έχουμε, σε όλη την Ευρώπη, είναι λαός που θέτει σε αμφισβήτηση το
υφιστάμενο πολιτικό, ηθικό και πολιτισμικό καθεστώς
.
Αυτές δεν είναι απλά οικονομικές εξεγέρσεις, ακόμη και στην Γαλλία, όπου τα
οικονομικά θέματα υπάρχουν ασφαλώς στο μίγμα. Αριστεροί παρατηρητές, όταν
αναγκάζονται να προβληματιστούν με το φαινόμενο της εξέγερσης, προσπάθησαν να
περιορίσουν το λαϊκιστικό κίνημα στην κραυγή βοήθειας από τους «πιο αδύνατους»
και τους «παρατημένους στον δρόμο». Ισχυρίζονται πως αιτία του Βrexit ήταν
το αίσθημα της οικονομικής ανασφάλειας. Μια τέτοια ανάλυση ευτελίζει την λαϊκή
εξέγερση. Της αφαιρεί τον γνήσια ριζοσπαστικό χαρακτήρα της συνειδητής
μαχητικής αμφισβήτησης, όχι μόνο του νεοφιλελευθερισμού, που είναι το βασικό
στοιχείο του σχεδίου της ΕΕ, αλλά  -πολύ
σημαντικότερο- των πολιτισμικών αρχών και των πολιτικών πρακτικών των νέων
ηγετικών δυνάμεων (ελίτ) του 21ου Αιώνα στην Ευρώπη. Με το να λες
«αυτοί οι άνθρωποι είναι φτωχοί και γι’ αυτό είναι θυμωμένοι» υποκλέπτεις από
αυτούς τους πολίτες το ριζοσπαστικό τους κίνητρο.
Υπο κάποιαν έννοια το 2018 μοιάζει λιγότερο με το ίδιο το
1848 και πιο πολύ με τις δεκαετίες που προηγήθηκαν αυτού του εκρηκτικού χρόνου.
Αυτές οι δεκαετίες ήταν, κατά τον ορισμό το Τρύκβε Θόλφσεν, στην μελέτη του για
τον ριζοσπαστισμό της εργατικής τάξης στις παραμονές του 1848, «οι πεινασμένες
δεκαετίες» – οι δεκαετίες όπου δυσφορία και ριζοσπαστισμός έβραζαν και
φούσκωναν, προτού να εκραγούν σε σταθερές απαιτήσεις για Αλλαγή. Και μολονότι
πολλοί άνθρωποι ήταν πολύ φτωχοί σε εκείνες τις «πεινασμένες δεκαετίες», δεν
ήταν η «άμεση στέρησή τους» που τους ώθησε να οργανωθούν και να περάσουν στην
δράση, γράφει ο Θόλφσεν. Το ένστικτο τους προς την εξέγερση περισσότερο
χτίστηκε σε «στέρεες πνευματικές βάσεις» και εκφράζει την «άρνηση της νομιμότητας
της κοινωνικής και πολιτικής τάξης».                                                                                           Κάτι
ανάλογο έχουμε σήμερα. Ναι ο φόρος
στα καύσιμα του Μακρόν χτύπησε τους Γάλλους στην τσέπη. Ναι πολλοί Βρετανοί που
ψήφισαν
Brexit
ήταν φτωχότεροι από τους προύχοντες υπέρ 
της ΕΕ. Ναι η ευρω-σκεπτικιστική ιταλική νεολαία αγωνίζεται να βρει
δουλειά. Αλλά οι εξεγέρσεις τους, είτε στην κάλπη, είτε στους δρόμους,
ενεργοποιούνται από κίνητρα υπέρτερα της « άμεσης στέρησης» -έχουν χτιστεί
επάνω στην άρνηση της νομιμότητας της υπάρχουσας πολιτικής και πολιτισμικής
τάξης.
Το Brexit
αυτό αφομοίωσε: Μια μαζική ψήφος πρόκλησης κατά των τάξεων των εμπειρογνωμόνων,
που επέμεναν ότι η                    ευρω-τεχνοκρατία
είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος οργάνωσης μιας ηπείρου τόσο μεγάλης και
περίπλοκης όπως η Ευρώπη. Είπαμε όχι σε αυτό. Αμφισβητήσαμε την νομιμότητα
αυτής της πολιτικής ορθοδοξίας. Η Γαλλία το συνέλαβε επίσης. ΄Εχουμε λοιπόν
τώρα εδώ ένα κίνημα ενάντιο στο πολιτισμικό αυτό πρότυπο, ενώ το πολιτισμικό
πρότυπο εναντίον του οποίου στρέφονται τα κίτρινα γιλέκα είναι αυτό της
κουλτούρας των νέων ελίτ, της γενιάς μετά το 1968. Η νέα κουλτούρα της ιδεολογικής πολύ-πολιτισμικότητας, της
τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, του αντι-εθνο-κρατικού ελιτισμού, των
περιβαλλοντικών επιταγών –αυτό είναι εναντίον του οποίου ορθώνονται τώρα -και
συνειδητά μάλιστα- οι εξεγερμένοι Γάλλοι. Ορισμένοι μάλιστα κρατούσαν πλακάτ
που ζητούσαν την ίδρυση 6ης Δημοκρατίας, σε σαφή αμφισβήτηση της εξαιρετικά
πρόεδρο-κεντρικής και με σκιώδη βουλή (υπό Μακρόν) 5ης Δημοκρατίας,
υποκείμενης
επιπλέον στα δεσμά της
ΕΕ.
΄Ετσι
ζούμε ξανά σε «πεινασμένες δεκαετίες». Λαοί πεινασμένοι για αλλαγή, για έναν
άλλο τρόπο ζωής, που επί 40 χρόνια μας λένε πως δεν υπάρχει. («Δεν υπάρχει
εναλλακτική», κατά την επαίσχυντη φράση της Θάτσερ.)                     
Αυτά τα πεινασμένα χρόνια, από τα οποία το 2018 ήταν το
πιο πεινασμένο ως τώρα, θα πρέπει να τα αποθησαυρίσουμε, να τα γιορτάσουμε και
να χτίσουμε επάνω σε αυτά. Είναι ανοιχτό το ερώτημα ποιος, εάν κάποιος, θα
μορφοποιήσει και θα ηγηθεί αυτής της πείνας. Η αριστερά δεν μπορεί, επειδή
συντάχτηκε με τον ελιτισμό της σηπόμενης τεχνοκρατίας και βλέπει την λαϊκιστική
πείνα μας σαν μια νέα μορφή φασισμού, η προσπαθεί να υποτιμήσει τον λαϊκισμό σε
μια οικονομική οιμωγή, θέση που έχει την τρομερή συνέπεια να ευτελίζει και
ακόμη να σκοτώνει τον πολύ περισσότερο ιστορικό και ανατρεπτικό πολιτισμικό
χαρακτήρα της.  
Υπάρχει ανάγκη από νέες φωνές. Αυτή η «πεινασμένη εξέγερση» είναι πράγματι λαός σε αναζήτηση φωνής:
Μιας πολιτικής, ηθικής φωνής. Το 2019, πρέπει να το ελπίζουμε, φωνές θα υψωθούν
από αυτήν την νέα άνοιξη των Εθνών.
—————–
*Σημείωση: Σε δύο
συγκεντρώσεις κίτρινων γιλέκων σε σταυροδρόμια εθνικών δρόμων υπήρξαν
αναπαραστάσεις με τον Μακρόν στην κατάληξη του Λουδοβίκου 16ου. Στην
μία είχε στηθεί Γκιλοτίνα, η μηχανή αποκεφαλισμών στην γαλλική επανάσταση. Στην
άλλη έγινε μακάβριος αποκεφαλισμός ομοιώματος του σημερινού Προέδρου.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή