Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Νέα δεδομένα στο συριακό εμφύλιο

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Γιαννακόπουλος   Άρθρο του GeoStrategy στο ΠΟΝΤΙΚΙ

Καθώς ο συριακός εμφύλιος οδεύει από το κακό στο χειρότερο, έχοντας προκαλέσει περισσότερους από 250.000 νεκρούς, επιδείνωση της συγκρουσιακής κατάστασης σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, αλλά και εκατομμύρια προσφύγων που κατευθύνονται στις γειτονικές χώρες και τη γηραιά ήπειρο, η Μόσχα έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα της στρατιωτικής και πολιτικής κατάστασης…

Ανάπτυξη ρωσικών δυνάμεων
Το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, τα διεθνή ΜΜΕ δημοσίευσαν πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες η Ρωσία μετέφερε στρατιωτικό υλικό και στρατιωτικούς συμβούλους στη Συρία, για περαιτέρω ενίσχυση του Assad. Από την πλευρά της, η Μόσχα έκανε λόγο για αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Ωστόσο, η ανάλυση δορυφορικών εικόνων έδειξε ότι η συγκέντρωση των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Συρία ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2015 και επιταχύνθηκε σημαντικά στα τέλη Αυγούστου και τις αρχές του Σεπτεμβρίου. 

Στα τέλη Αυγούστου, το ρωσικό αποβατικό Nikolay Fichenkov μετέφερε Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού (ΤΟΜΠ) BTR-82A στην επαρχία της Λαττάκειας. Λίγες ημέρες αργότερα, η συριακή φιλοκυβερνητική εφημερίδα Al-Watan αποκάλυψε ότι η Ρωσία ξεκίνησε αφενός την παροχή δορυφορικών εικόνων προς τις δυνάμεις του Assad, αφετέρου τη δημιουργία μιας νέας στρατιωτικής βάσης στην Jableh, νότια της Λαττάκειας. 
Στη συνέχεια, σύμφωνα με πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, ακολούθησε έντονη δραστηριότητα στο διεθνές αεροδρόμιο Bassel al-Assad νοτιοανατολικά της Λαττάκειας, όπου ρωσικά μεταφορικά αεροσκάφη μετέφεραν προκατασκευασμένα οικήματα για στρατιωτικό προσωπικό περίπου 1.000 ανδρών, καθώς και έναν κινητό πύργο εναέριας κυκλοφορίας. 
Μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου, είχαν αφιχθεί περίπου 200 Ρώσοι στρατιώτες της 810ης και της 336ης ρωσικής ταξιαρχίας πεζοναυτών, τουλάχιστον έξι προηγμένα άρματα μάχης Τ-90, 15 πυροβόλα howitzers, 35 ΤΟΜΠ, δύο ελικόπτερα Mi-24 (Hind) και δύο Mi-17 (Hip), αρκετά φορτηγά, καθώς και προκατασκευασμένες κατοικίες για τουλάχιστον επιπλέον 500 στρατιώτες. Εντωμεταξύ, συνεχίσθηκε η μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού προς το αεροδρόμιο Bassel al-Assad με ρωσικά μεταφορικά αεροσκάφη IL-76 και AN-124 (κατά μέσο όρο δύο αφίξεις ημερησίως), ενώ ρωσικά πολεμικά πλοία του στόλου της Μαύρης Θάλασσας διεξήγαγαν προγραμματισμένες ασκήσεις ανοικτά των συριακών ακτών, οι οποίες αναμένεται να διαρκέσουν μέχρι τις 7 Οκτωβρίου. Η ρωσική δραστηριότητα δεν περιορίσθηκε μόνο στην επαρχία της Λαττάκειας. 

Ρωσικές δυνάμεις ξεκίνησαν επίσης την επέκταση του αγροτικού αεροδρομίου Hamidiyah, στο νότιο τμήμα της επαρχίας Ταρτούς, ενώ Ρώσοι στρατιωτικοί σύμβουλοι αναπτύχθηκαν στις πόλεις Homs και Slinfah.

Σχεδόν ταυτόχρονα με τη στρατιωτική υποστήριξη της Μόσχας, η Τεχεράνη έστειλε στη Συρία περίπου 1.000 πεζοναύτες και στρατιώτες των Φρουρών της Ιρανικής Επανάστασης (Iranian Revolutionary Guards Corps – IRGC), οι οποίοι ενώθηκαν με τους Ρώσους πεζοναύτες στην Jablah. Ήδη, στα συρο-λιβανικά σύνορα και σε βάθος αρκετών χιλιομέτρων εντός του συριακού εδάφους, είχε αναπτυχθεί και σημαντική δύναμη της στρατιωτικής πτέρυγας της Hezbollah. Συνεπώς, η περιοχή της Λαττάκειας είχε μετατραπεί σε έναν ισχυρό στρατιωτικό θύλακα, ικανό να φιλοξενήσει τον Assad και άλλους Σύριους αξιωματούχους, αν αναγκαζόταν να εγκαταλείψουν τη Δαμασκό.
Η ανάπτυξη του ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού και προσωπικού στη Συρία καταδεικνύει ότι η Μόσχα προτίθεται όχι μόνο να υπερασπιστεί τις στρατιωτικές βάσεις της στη Λαττάκεια και στην Ταρτούς, αλλά και να διεξάγει επιθετικές-εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ανατολικότερα. Μάλιστα, η ταυτόχρονη διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων ανάπτυξης αερομεταφερόμενων δυνάμεων στο εσωτερικό της Ρωσίας καταδεικνύει την πρόθεση της Μόσχας για αποστολή επιπρόσθετων δυνάμεων στο εσωτερικό της Συρίας. 
Πέραν αυτών, ο Putin εξετάζει την αποστολή και ανάπτυξη ρωσικών στρατευμάτων κατά μήκος των νότιων συνόρων του Τατζικιστάν, καθώς η συνδεδεμένη με το Ισλαμικό Κράτος τζιχαντιστική οργάνωση «Ισλαμικό Κίνημα του Ουζμπεκιστάν» (Islamic Movement of Uzbekistan – IMU) δραστηριοποιείται στη γειτονική επαρχία Kunduz του Αφγανιστάν. Επιπρόσθετα, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε πρόσφατα την ανάπτυξη δύναμης Ρώσων αλεξιπτωτιστών στην Αίγυπτο, προκειμένου να συμμετάσχουν σε κοινή ρωσο-αιγυπτιακή αντιτρομοκρατική άσκηση. 
Επιδιώξεις της Μόσχας

Είναι προφανές ότι ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin αναζητεί τρόπους προκειμένου να στηρίξει το καθεστώς Assad, να αποτρέψει τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία στα συρο-τουρκικά σύνορα, αλλά και να δημιουργήσει ένα νέο στρατιωτικό αντι-τζιχαντιστικό συνασπισμό υπό ρωσική διοίκηση. 
Ένα συνασπισμό δυνάμεων, ο οποίος σε πρώτη φάση θα περιλαμβάνει τη Ρωσία, το Ιράν, τη Hezbollah και το συριακό καθεστώς. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η Μόσχα είχε αρνηθεί να ενταχθεί στον υπό αμερικανική διοίκηση διεθνή στρατιωτικό αντι-τζιχαντιστικό συνασπισμό, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να είχε ζητηθεί η έγκριση της συριακής κυβέρνησης και του ΟΗΕ, πριν την έναρξη της διεξαγωγής της επιχείρησης που έλαβε την ονομασία «Εγγενής Αποφασιστικότητα» (Operation Inherent Resolve – OIR).

Οι στόχοι της ρωσικής εμπλοκής στη Συρία είναι πολλαπλοί:

Πρώτον, παρέχει σημαντική υποστήριξη στο εξασθενημένο συριακό καθεστώς, που συνιστά το μοναδικό σύμμαχο της Ρωσίας στον αραβικό κόσμο. 
Δεύτερον, εξασφαλίζει τη διατήρηση της μοναδικής ρωσικής ναυτικής βάσης στην Ανατολική Μεσόγειο, τον λιμένα της Ταρτούς. 
Τρίτον, με τη συμμετοχή των ρωσικών δυνάμεων στις αντι-τζιχαντιστικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, επιχειρεί να αποτρέψει την  επιστροφή στη Ρωσία των περίπου 2.000 ρωσόφωνων τζιχαντιστών, οι οποίοι αγωνίζονται κατά του Assad. Στο σημείο αυτό, να επισημάνουμε ότι, στις 23 Ιουνίου 2015, το λεγόμενο «Βιλαέτι του Ισλαμικού Κράτους στον Καύκασο» ανέλαβε την ευθύνη για την πρώτη επίθεσή του κατά ρωσικής στρατιωτικής βάσης, στο Magharamakint του νότιου Νταγκεστάν, προκαλώντας το θάνατο και τον τραυματισμό ενός αριθμού Ρώσων στρατιωτών. 
Τέταρτον, να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση των πιθανών σημαντικών κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, κατά μήκος  των ακτών της Συρίας.  

Ως γνωστόν, οι συριακές δυνάμεις απώλεσαν τον έλεγχο σημαντικών εδαφών στην επαρχία Hama και ανατολικά της Λαττάκειας, όπου ζει η πλειοψηφία των αλεβιτών. Το Μάρτιο του 2015, η τζιχαντιστική οργάνωση Jabhat al-Nusra (JN), θυγατρική της Αλ-Κάιντα, κατέλαβε τη βορειοδυτική επαρχία Idlib και εκδίωξε σχεδόν το σύνολο του συριακού στρατού. Αυτές οι προωθήσεις των αντικαθεστωτικών δυνάμεων στη βορειοδυτική Συρία τους δίνουν το πλεονέκτημα να σχεδιάσουν και να διεξάγουν καίριες επιθετικές ενέργειες στην καρδιά του αλαουιτικού πληθυσμού. Ήδη, έχουν αναγκάσει το καθεστώς Assad να περιορισθεί περίπου στο 30% των κατοικήσιμων εδαφών της Συρίας. 
Η εμπλοκή της Ρωσίας είναι πιθανόν να υποστηρίξει και να προστατεύσει το καθεστώς Assad από μια ταχεία κατάρρευση, αλλά είναι επίσης πιθανόν να προκαλέσει περαιτέρω επιδείνωση της συγκρουσιακής κατάστασης στο εσωτερικό της Συρίας, αλλά και περιφερειακά. Ίσως ακόμη, σε δεύτερο χρόνο, να προκαλέσει την ενοποίηση των σουνιτικών δυνάμεων (al-Nusrah, Ισλαμικό Κράτος και μετριοπαθείς δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης). 
Σε κάθε περίπτωση, είναι σίγουρο ότι δημιουργούνται νέα δεδομένα, τα οποία αναμένεται να αλλάξουν την πορεία του συριακού εμφύλιου, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, καθώς η ανάπτυξη ρωσικών δυνάμεων στη Συρία λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την έναρξη νέων διαπραγματεύσεων και την εξεύρεση πολιτικής λύσης. 
Η αντίδραση της Δύσης

Σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης της μαζικής προσφυγικής ροής προς την Ευρώπη, ο Ρώσος πρόεδρος επιδίωξε να αλλάξει τα δεδομένα του συριακού εμφύλιου και πρότεινε τη συγκρότηση διεθνούς συνασπισμού, για την αντιμετώπιση του σουνιτικού εξτρεμισμού. 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευελπιστούσε πως τη δεδομένη χρονική στιγμή, κατά την οποία η Ευρώπη αδυνατούσε να διαχειρισθεί τα πολυάριθμα προσφυγικά ρεύματα που από τη Συρία, μέσω της Τουρκίας και της Ελλάδας κατευθύνονταν στην Ευρώπη, θα κατάφερνε να πείσει τη διεθνή κοινότητα, και κυρίως τους Ευρωπαίους, ότι η συνεργασία τους με τη Ρωσία και το συριακό καθεστώς ήταν επιβεβλημένη, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο σουνιτικός εξτρεμισμός του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ-Κάιντα. 
Πέραν αυτών, ο Ρώσος πρόεδρος υποστήριξε ότι «ο Bashar al-Assad είναι έτοιμος να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές και να μοιραστεί την εξουσία με την υγιή αντιπολίτευση».
Όπως αναμενόταν, τουλάχιστον αρχικά, η αντίδραση του Λευκού Οίκου ήταν αρνητική στα ρωσικά σχέδια, καθότι η αμερικανική υψηλή στρατηγική για τη Συρία, μεταξύ άλλων, προβλέπει την απομάκρυνση Assad από την εξουσία και τη συνεργασία με τις συριακές μετριοπαθείς σουνιτικές δυνάμεις. 
Όμως, η συνεχιζόμενη προσφυγική κρίση στην Ευρώπη λειτούργησε θετικά για τα σχέδια της Μόσχας, καθώς μερικοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έκριναν ότι η ρωσική πρόταση για τη Συρία θα μπορούσε τουλάχιστον να συζητηθεί. Όπως για παράδειγμα ο Αυστριακός υπουργός Εξωτερικών Sebastian Kurz, ο οποίος δήλωσε ότι «η Δύση πρέπει να συμπεριλάβει το Σύρο πρόεδρο Bashar al-Assad στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους». 
Ουσιαστικά, ο Sebastian Kurz, όπως αργότερα και η Angela Merkel, δεν δήλωσε τίποτε περισσότερο από αυτά που ανεπίσημα συζητούσαν μεταξύ τους οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, εδώ και μήνες. 
Οι ανησυχίες των Αμερικανών κορυφώθηκαν, καθώς στις 18 Σεπτεμβρίου, για πρώτη φορά η Ρωσία ανέπτυξε στη Συρία τέσσερα μαχητικά αεροσκάφη Su-30SM Flankers, τα οποία μάλιστα έχουν τη δυνατότητα να φέρουν βλήματα αέρος-αέρος. Δηλαδή, διαθέτουν δυνατότητες κατά αεροπορικών απειλών, όπως για παράδειγμα τα μαχητικά αεροσκάφη των χωρών που ανήκουν στον υπό αμερικανική διοίκηση αντι-τζιχαντιστικό στρατιωτικό συνασπισμό.
Η ρωσική παρουσία στη Μέση Ανατολή δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως άμεση απειλή για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Μέχρι στιγμής, η στάση της Μόσχας χαρακτηρίζεται περισσότερο ως αμυντική, παρά ως επιθετική. Οι ρωσικές αρχές σπάνια προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τη Μέση Ανατολή κατά της Δύσης. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, το Κρεμλίνο αφενός διαθέτει περιορισμένη ικανότητα να ενεργεί στον αραβικό κόσμο, αφετέρου επικεντρώνεται στη διατήρηση των δεσμών του με τις χώρες της Μέσης Ανατολής και στη διασφάλιση των οικονομικών του συμφερόντων. 
Ωστόσο, στην παρούσα φάση, η Ευρώπη βρίσκεται προ ενός διλήμματος. Αν συνεργασθεί με τη Ρωσία και το συριακό καθεστώς κατά του Ισλαμικού Κράτους και των υπόλοιπων τζιχαντιστών, τότε η προσφυγική κρίση ίσως αντιμετωπισθεί ως ένα βαθμό. Προηγουμένως όμως, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να συναινέσει και η Ουάσιγκτον. Πολύ πιθανόν, οι κύριοι δρώντες στη συριακή κρίση να αποκαλύψουν μέρος των προθέσεών τους κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή