Ακολουθήστε μας

Διεθνή

1979, μοιραία χρονιά για την Εγγύς Ανατολή – Η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν

Δημοσιεύτηκε στις

Σαν σήμερα πριν από 40 χρόνια ο Χομεϊνί επέστρεψε από την εξορία στο Ιράν ξεκινώντας την Ιρανική Επανάσταση. Το πολιτικό Ισλάμ έδειξε το σκληρό του πρόσωπο όσο ποτέ άλλοτε. Οι επιπτώσεις είναι εμφανείς μέχρι σήμερα.
Οι εικόνες είχαν κάποια γοητεία. Ήταν εικόνες ενός μυστικιστή κάτω από τη μηλιά με το κεφάλι ελαφρά γυρμένο σε αναζήτηση της πνευματικής αλήθειας. Οι τέσσερις μήνες που πέρασε ο Αγιατολάχ Χομεϊνί στο γαλλικό χωριό Neauphle-le-Chateau πριν επιστρέψει το 1979 στο επαναστατικό Ιράν, άφησαν ανάμεικτες εντυπώσεις στους Γάλλους. Πολλοί ήταν ανήσυχοι. Άλλοι πάλι τον έβλεπαν ως ενσαρκωτή της ελπίδας. Ο Michel Foucault για παράδειγμα, τότε γνωστός διεθνώς Γάλλος φιλόσοφος, τον επαινούσε ως κάποιον προορισμένο για κάτι μεγαλύτερο. “Είναι ίσως η πρώτη αντίσταση εναντίον του παγκόσμιου συστήματος, η πιο σύγχρονη και η πιο τρελή μορφή επανάστασης” έλεγε. Του είχε όμως διαφύγει η δικτατορική προδιάθεση του ιεροκήρυκα, κάτι που κόστισε στον Foucault τη φήμη του πολιτικώς αφελούς.

“5000 χρόνια αδικιών, ανέχειας και καταπίεσης”

Σε κάτι όμως επαληθεύτηκε. Ο Χομεϊνί έθεσε σε κίνηση μιαν επανάσταση με σχεδόν παγκόσμια εμβέλεια. Πουθενά αλλού δεν έγινε καλύτερα αντιληπτή από ότι στο Ιράν και τις γειτονικές του χώρες. Το επαναστατικό Ιράν στην σιιτική του εκδοχή, που ο Χομεϊνί κήρυττε, έγινε άμεσα αντιληπτό από πολλούς Ιρανούς. Ο Σάχης Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί, που ανατράπηκε τον Ιανουάριο του 1979, λίγες εβδομάδες πριν την επιστροφή του Χομεϊνιί από την εξορία, κυβέρνησε τη χώρα επί 40 χρόνια με σιδερένια πυγμή. Εκμεταλλεύτηκε τη δύναμή του για να μετατρέψει το Ιράν σε χώρα δυτικού τύπου, ένα πρότζεκτ που έθεσε αμέσως σε εφαρμογή χωρίς να λάβει υπόψη του τις παραδόσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι ο Χομεϊνί στα μάτια πολλών πρέσβευε το ακριβώς αντίθετο μοντέλο: μια κοινωνία, που καθοδηγείται από θρησκευτικού περιεχομένου αρχές, οι οποίες θα αποκαθιστούσαν τη χαμένη κοινωνική δικαιοσύνη. “Σε αντίθεση με το Σάχη, που διακήρυττε τη μοναρχία 2500 χρόνων, ο Χομεϊνί αντέτεινε την αδικία, την ανέχεια, τη διάκριση των τάξεων και την καταπίεση 5.000 χρόνων”, γράφει ο ιστορικός Michael Axworthy στην ιστορία για την Ιρανική Επανάσταση. Το 1979 επρόκειτο να γίνει η χρονιά επιτυχίας για το πολιτικό Ισλάμ.
Η ιδέα της σύνδεσης της θρησκείας με την πολιτική είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Ένας από τους πρωτεργάτες από σιιτικής πλευράς ήταν ο Σαγίντ Μοχάμεντ αλ Χουσαϊνί, επονομαζόμενος και Τζαμάλ αλ Ντιν Αφγανί, γεννηθείς το 1838 στην ιρανική πόλη Ασανταμπάντ. Ο Αλ Χουσαϊνί εμφανίστηκε ως σουνίτης για να μπορεί να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αλ Αζχάρ του Καίρου. “Αφήστε στην άκρη την αδιαφορία σας” νουθετούσε τους φοιτητές. “Ζήστε ελεύθεροι και ευτυχισμένο, όπως οι άλλοι λαοί, ή πεθάνετε ως μάρτυρες”. Η ιδέα μιας εξέγερσης που να εδράζεται στην θρησκεία ήταν υπαρκτή ήδη στον κόσμο. Αναπτύχθηκε από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους το 1920, ωρίμασε και ολοκληρώθηκε το 1979 στην παγκόσμια σκηνή με την επανάσταση του Χομεϊνί στο Ιράν και την επίθεση 500 ισλαμιστών στο Μεγάλο Τέμενος της Μέκκας, στην οποία ηγήθηκε ο νεαρός τότε Τζουχαϊμάν αλ Ουταίμπι. Ακολούθησε η εισβολή του Κόκκινου Στρατού στο Αφγανιστάν, που οδήγησε στη δημιουργία των Ταλιμπάν. Τρία γεγονότα, ένα μήνυμα: ότι στο εξής θα πρέπει κανείς να υπολογίζει στα σοβαρά με το ακραίο Ισλάμ ως πολιτικό κίνημα διαμαρτυρίας.
Η γέννηση του πολιτικού Ισλάμ
Την ισχύ του Ισλάμ αναγνώρισε και ο πρώην πρόεδρος της Αιγύπτου Ανβάρ αλ Σαντάτ. Αναζητούσε τη συνεννόηση με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και αποφυλάκισε πολλούς από αυτούς. Σύντομα όμως χρησιμοποίησε σκληρή πολιτική εναντίον τους. Σε αυτό το πλαίσιο φυλάκισε και κακοποίησε και τον Μουχάμεντ Ισλαμμπουλί. Στον αδελφό του Χαλίντ χρεώνεται η δολοφονική επίθεση εναντίον του Σαντάτ, από τη μια για να διαμαρτυρηθεί για την πολιτική συμφιλίωσης με το Ισραήλ και από την άλλη για την κακοποίηση του αδελφού του. Το πολιτικό Ισλάμ ήταν μια αντίδραση στη βιαιότητα των αραβικών καθεστώτων, τόσο κοσμικών όσο και θρησκευτικών, με μεγάλη διείσδυση. Προφανώς αυτό συνέβη και στο Ιράν με γεγονότα, όπως η πτώση του Σάχη, η έφοδος στην αμερικανική πρεσβεία και η ομηρία διπλωματών πάνω από ένα χρόνο. Οι σιιίτες Φρουροί της Επανάστασης προκαλούσαν τις ΗΠΑ ανοιχτά. Πολλοί Μουσουλμάνοι αντίκριζαν μαγεμένοι το Ιράν με συμπάθεια. Το καθεστώς των Μουλάδων έμοιαζε να βρίσκεται στο δρόμο για να γίνει μπροστάρης στον ισλαμικό κόσμο.
Για τους Σαουδάραβες ήταν εφιάλτης. Η βασιλική οικογένεια τόνιζε το θρησκευτικό στοιχείο, αλλά απέρριπτε το κοινωνικό-επαναστατικό πρόγραμμα, που κυριαρχούσε στην Τεχεράνη. Το αποτέλεσμα ήταν η στροφή των ισχυρών στο Ριάντ στο συντηρητικό βαχαμπισμό, την κρατική θρησκεία της χώρας. Επί χρόνια οι κληρικοί της Σαουδικής Αραβίας έβγαζαν νέους θρησκευτικούς νόμους. Ο στόχος τους ήταν να εστιάσουν την προσοχή των πιστών στην ακριβή εφαρμογή της πίστης, έτσι ώστε να μην έχουν χρόνο και ενέργεια για την πολιτική και βεβαίως για επαναστατική πολιτική. Το μοντέλο ήταν και παραμένει επιτυχημένο. Η βαχαμπιστική θεωρία απέκτησε οπαδούς σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Οι περισσότεροι σουνίτες φονταμενταλιστές πορεύτηκαν το δρόμο του βαχαμπισμού. Εκείνο βέβαια που τότε οι Σουδάραβες δεν μπορούσαν να προβλέψουν ήταν ότι το υπερσυντηρητικό Ισλάμ βαχαμπιστικής εκδοχής οδήγησε στην ισλαμιστική τρομοκρατία και τους τζιχαντιστές.
Ιράν – Σ Αραβία: από ανταγωνιστές εχθροί
Το ακραίο Ισλάμ, σιιτικής και σουνιτικής κατεύθυνσης, έχει από το 1979 ένα κενό. Οι κοσμικές κυβερνήσεις είτε απέτυχαν, όπως ο Νάσερ στην Αίγυπτο, είτε μετατράπηκαν σε δικτατορικά καθεστώτα, όπως ο Σαντάμ στο Ιράκ ή ο Χαφίζ αλ Ασάντ στη Συρία. Απέναντί τους το πολιτικό Ισλάμ ήταν ο μόνος αξιόπιστος δρόμος για μεταρρύθμιση των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών. Άπειροι μουσουλμάνοι στράφηκαν σε αυτόν. Ο συνδυασμός θρησκευτικών και πολιτικών θεωριών σωτηρίας δεν άφησε καθόλου χώρο σε μετριοπαθείς δυνάμεις. Αυτό δείχνουν οι επιθέσεις της 9ης Σεπτεμβρίου του 2001 στις ΗΠΑ. Ο τζιχαντζισμός έδειξε το ακόμη πιο σκληρό πρόσωπό του, όταν οι Αμερικανοί το 2003 εισέβαλαν στο Ιράκ.
Με τα χρόνια το καθεστώς των μουλάδων στη Τεχεράνη εξελίχθηκε στον ίδιο δρόμο, όπως ο βασιλικός οίκος στη Σ. Αραβία και μετατράπηκε σε θρησκευτική δικτατορία. Παράλληλα νέες τζιχατζιστικές ομάδες, όπως το Ισλαμικό Κράτος, διέπραξαν θηριωδίες χωρίς προηγούμενο. Όμως το Ιράν και η Σαουδική Αραβία, οι δύο ηγετικές δυνάμεις των σουνιτών και των σιιτών, αποξενώθηκαν. Από ανταγωνιστές έγιναν εχθροί μέσω των πολέμων στη Συρία και την Υεμένη. Από την σκλήρυνση των πολιτικών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων πάσχει η περιοχή μέχρι σήμερα.
Κέρστεν Κνιπ,
DW Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου

Πηγή: Deutsche Welle, Capital

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή