Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το νέο «γερμανικό ζήτημα»

Δημοσιεύτηκε στις

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
(Konstantakopoulos.blogspot.com)

Τις προάλλες δεν πίστευα στα μάτια μου, διαβάζοντας το άρθρο της μεγάλης γερμανικής εφημερίδας FAZ. ‘Ηταν μια συγκαλυμμένη, πλην σαφής απειλή εναντίον του Καγκελλάριου της Αυστρίας! Περίπου του έλεγε να προσέχει μην γίνει Ελλάδα η χώρα του και του συνιστούσε, τι άλλο, να κόψει τις κοινωνικές δαπάνες. Το έγκλημά του ήταν ότι έδειξε λίγη συμπάθεια σε μια Ελλάδα που υπέστη, κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της «διάσωσής» της, μια πρωτοφανή οικονομική, κοινωνική και εθνική ακόμα καταστροφή, χάνοντας το 27% του ΑΕΠ της, περισσότερο από τις υλικές απώλειες της Γαλλίας ή της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αναπόφευκτα, το μυαλό μου έκανε τον συνειρμό με το ‘Ανσλους, την προσάρτηση της Αυστρίας στο γερμανικό Ράιχ πριν τον πόλεμο. Βλέπετε, τα γεγονότα τρέχουν τώρα πιο γρήγορα από την ικανότητα του μυαλού και της ψυχής να τα αναλύσει και «μεταβολίσει»!

Η ευρωπαϊκή πολιτική του Βερολίνου δεν είναι όμως το μόνο παράδειγμα της ριζικής στροφής της Γερμανίας, της ριζικής διαφοροποίησης δηλαδή των βασικών παραμέτρων που καθόρισαν την πολιτική της σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Πριν ένα χρόνο ο ίδιος ο εκδότης της μεγαλύτερης οικονομικής εφημερίδας της Γερμανίας Χάντελσμπλατ, ο Γκάμπορ Στάινγκαρτ, έγραψε ένα άρθρο. Επισήμανε ότι ο αντιρωσικός τόνος των δημοσιευμάτων των γερμανικών ΜΜΕ για την Ουκρανία είναι πανομοιότυπος με αυτόν που χρησιμοποιούσαν τον Αύγουστο του 1914, όταν δηλαδή ο Κάιζερ ξεκινούσε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ιστορική πείρα δείχνει ότι μαζικές επιθέσεις με τα ΜΜΕ εναντίον χωρών δεν είναι παρά η απαραίτητη προετοιμασία της κοινής γνώμης για πόλεμο. Η χυδαία και σχεδόν σαδιστική επίθεση του γερμανικού τύπου εναντίον της Ελλάδας το 2009-10 προηγήθηκε της επίθεσης των «αγορών» κατά της Αθήνας, του μεγάλου δηλαδή παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου, σε συμμαχία με Βερολίνο και ΕΕ, που οδήγησε και δικαιολόγησε την υπαγωγή της χώρας στην Τρόικα των Πιστωτών τον Μάιο του 2010. Οι επιθέσεις των media κατά της Σερβίας, του Ιράκ, της Λιβύης δεν ήταν παρά η «επικοινωνιακή» προετοιμασία του βομβαρδισμού και της καταστροφής των χωρών αυτών. Η αντιρωσική καμπάνια των δυτικοευρωπαϊκών ΜΜΕ είναι προετοιμασία μεγάλου πολέμου κατά της Ρωσίας. Οι όποιες παραμένουσες εκδηλώσεις «φιλίας» προς τη Μόσχα μερίδας του γερμανικού κατεστημένου, κινδυνεύουν να μην έχουν καλύτερο μέλλον από το «σύμφωνο φιλίας» Ρίμπεντροπ-Μόλοτωφ, που διευκόλυνε την επίθεση κατά της ΕΣΣΔ το 1941.

Φυσικά,  οι καμπάνιες του τύπου και των τηλεοράσεων χρησιμοποιούν και υπαρκτά στοιχεία ή επιχειρήματα, ψήγματα αλήθειας, μόνο και μόνο για να δώσουν αξιοπιστία στο ψέμμα.

Γερμανία, Δύση και Ρωσία

Η  ύπαρξη του ρωσικού ατομικού οπλοστασίου καθιστά πολύ δύσκολη (όχι όμως εντελώς αδύνατη) μια «μετωπική» στρατιωτική σύγκρουση Δύσης και Μόσχας. ‘Ηδη όμως βλέπουμε εξωτερική ενθάρρυνση της εμφύλιας σύρραξης στη Ουκρανία, έναν οικονομικό πόλεμο με τις κυρώσεις και την προσπάθεια αποκλεισμού της Ευρώπης από τη ρωσική ενέργεια. Πρόκειται για διπλή «στρατηγική», που αποσκοπεί
αφενός στην «αναχαίτιση» της Ρωσίας και την ανατροπή του Πούτιν, αφετέρου στην καταστροφή κάθε ευρω-ρωσικής συνεργασίας, που είναι η conditio sine qua non της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας.

Θα περίμενε κανείς το Βερολίνο να αντιταχθεί σε μια τέτοια πορεία. Ακόμα όμως κι αν υποθέσουμε ότι το θέλει, δεν μοιάζει να το μπορεί. Δεν διαθέτει μια ολοκληρωμένη άποψη για την διεθνή κατάσταση, ικανή να αντιταχθεί στο «όραμα» και την αποφασιστικότητα του εξτρεμιστικού «νεοσυντηρητικού πυρήνα» στο διεθνές κατεστημένο, που τον εξέφρασε τόσο παραστατικά στο ουκρανικό η Κυρία Νούλαντ (“fuck the EU”). Και μοιάζει πολύ εξαρτημένο από αυτές τις δυνάμεις.

Η αφύπνιση της Γερμανίας

Προσωπικά, πάντα εκτιμούσα ως απολύτως αβάσιμη την προσδοκία των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών, ρωσικών και αμερικανικών ηγεσιών, ότι η Γερμανία θα αποδεχόταν για πάντα να παραμείνει μια διαιρεμένη, υπό ουσιαστική κατοχή χώρα δεύτερης κατηγορίας, με μόνη αποστολή να απολογείται για το παρελθόν της. ‘Όχι μόνο μια τέτοια προσδοκία ήταν αβάσιμη, αλλά δεν ήταν και προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της Ευρώπης στο σύνολό της (της Ρωσίας περιλαμβανομένης).

Η Γερμανία, με το εκπαιδευμένο και πειθαρχημένο ανθρώπινο δυναμικό της, τα τεχνολογικά της επιτεύγματα, την ευαισθησία της στα θέματα προστασίας της φύσης και ειρήνης, θα ήταν  απαραίτητη για να σωθεί η μεγαλύτερη κοινωνική κατάκτηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το κοινωνικό κράτος που επέτρεψε μέχρι τώρα στους Ευρωπαίους να ζουν σε συνθήκες σχετικής ασφάλειας και αξιοπρέπειας. Η Γερμανία μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην υπεράσπιση αυτού του κολοσσιαίας σημασίας επιτεύγματος από τη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της απόπειρας πλανητικής δικτατορίας του Χρήματος. Μπορεί επίσης να ηγηθεί μιας Ευρώπης που, σε συνεργασία με τη Ρωσία, θα εμποδίσει την τάση να σπρωχτεί η ανθρωπότητα στο Χάος, τον πόλεμο και την οικολογική καταστροφή.

Η πρωτοφανής ισοπέδωση σειράς σημαντικών αραβικών κρατών, η ευκολία που ξαναγύρισε το φάντασμα του Πολέμου πάνω από την Ευρώπη, η έκταση της ελληνικής κοινωνικο-οικονομικής καταστροφής, η άρνηση λήψης οποιουδήποτε μέτρου αντιμετώπισης της οικολογικής απειλής, υποδεικνύουν και στον πιο δύσπιστο αναγνώστη, τη σοβαρότητα και αμεσότητα των κινδύνων για την ανθρωπότητα.

Η Γερμανία θα μπορούσε θεωρητικά να παίξει αποφασιστικό θετικό ρόλο σε όλα αυτά. Ποιος Ευρωπαίος δεν θα τόθελε; Αν όμως είναι τελείως απαραίτητο να ελπίζει κανείς και να ονειρεύεται το καλό, δρώντας πρακτικά για την επικράτησή του, οφείλει ταυτόχρονα να μην έχει αυταπάτες, να τολμά να συγκρίνει Ουτοπία και Πραγματικότητα, βγάζοντας τα αναγκαία συμπεράσματα. Δυστυχώς, οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ του Βερολίνου έχουν κάνει  αντίθετες επιλογές, χωρίς μάλιστα μέχρι τώρα να συναντούν, παρά περιορισμένη αντίσταση από το γερμανικό κατεστημένο και τον γερμανικό λαό.

Πολλοί στην Ευρώπη ήλπισαν π.χ. σε αναγέννηση της ηπείρου όταν ο Σρέντερ, σε στενή συνεργασία με Σιράκ, Βιλπέν και Πούτιν αντιτάχθηκαν στην αμερικανο-βρετανική εισβολή στο Ιράκ. Δυστυχώς, αυτή η πράξη αντίστασης έμεινε χωρίς συνέχεια, τουλάχιστον από Βερολίνο και Παρίσι. Οι ίδιοι οι ηγέτες που την αποτόλμησαν φοβήθηκαν το θάρρος και απολογούνταν για πολύ καιρό μετά στην Ουάσιγκτων. Οι δυνάμεις της υπερατλαντικής εξάρτησης επανήλθαν δριμύτερες και ήλεγξαν, κατά τρόπο πρωτοφανή, από κοινού με το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, τις πολιτικές ελίτ της ηπείρου την τελευταία δεκαετία.

Οικονομία και γεωπολιτική

Απεδείχθη όμως κάτι βαθύτερο. Η οργανική ενότητα του σχεδίου των νεοφιλελεύθερων και των νεοσυντηρητικών, οικονομίας και γεωπολιτικής. Για τον λόγο αυτό πολιτικοί που δεν αντιτάσσονται στα νεοφιλελεύθερα σχέδια βαθειάς αποδόμησης κοινωνικού κράτους και δημοκρατίας, δεν μπορούν να αντιταχθούν αποτελεσματικά στον Πόλεμο που έρχεται και το αντίστροφο.

Θεωρητικά τουλάχιστο, υπάρχουν δύο δρόμοι μπροστά στη Γερμανία. Η αφύπνιση του εθνισμού της μπορεί να γίνει σημείο εκκίνησης μιας ηγετικής προσπάθειας αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση και τον πόλεμο. Αντί να προσπαθεί να υποτάξει τους ευρωπαϊκούς λαούς, συμμαχώντας με τις αγορές, θα ηγείτο της αντίστασής τους σε αυτές. Αντί να συμμαχεί ή έστω να μην αντιτάσσεται στον πόλεμο των νεοσυντηρητικών κατά Ρωσίας και Αράβων, θα μπορούσε να τους κόψει τα πόδια, αναδεικνύοντας τον αυτόνομο ρόλο της Ευρώπης. Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό για μια νέα Γερμανία.  Μια τέτοια επιλογή θα συνιστούσε μια ιστορική νίκη των καλύτερων παραδόσεων του γερμανικού Πνεύματος επί των «αντενεργών δυνάμεων», για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Νίτσε, που κατατρέχουν αυτό το ευρωπαϊκό έθνος, μοναδικό μεταξύ των μεγάλων, ιστορικών Εθνών της Ευρώπης, που δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει μια νικηφόρα επανάσταση στην ιστορία του.

Το φάντασμα του Φάουστ

‘Αλλο δρόμο επέλεξαν όμως Μέρκελ και Σόιμπλε, με την πολύτιμη συμπαράσταση του Γκάμπριελ. Για να «πειθαρχήσει» την ευρωζώνη, το Βερολίνο συνήψε μια συμμαχία «τύπου Φάουστ» με τις πιο ακραίες δυνάμεις του παγκόσμιου Χρήματος οργανωμένους γύρω από τους πιο εξτρεμιστές νεοφιλελεύθερους (ανεχόμενο ταυτόχρονα παθητικά τις πιο εξτρεμιστικές δυνάμεις του διεθνούς κατεστημένου, οργανωμένες γύρω από τους «νεοσυντηρητικούς»).

Αφήνοντας τις «αγορές» ελεύθερες να επιτεθούν το 2009-10 στην Ελλάδα, χώρα της Ευρωζώνης, με όπλο το χρέος και την απειλή της «χρεωκοπίας» και φέρνοντας το ΔΝΤ στην ευρωζώνη, το Βερολίνο απέκτησε το πολιτικο-οικονομικό όπλο που του έλειπε (χρέος και απειλή χρεωκοπίας) αλλά και το πειστικό «ιδεολογικό» πρόσχημα (το χρέος που πρέπει να πληρωθεί!) για να «πειθαρχήσει» και να κυριαρχήσει σε όλη την Ευρώπη – ή έτσι νόμισε!

Σύμβολα αυτής της «ανήθικης», για ορισμένους συμμαχίας, είναι ο διορισμός του πρώην τραπεζίτη της Goldman Sachs στη θέση Προέδρου της ΕΚΤ, οικονομικού υπερ-Πρωθυπουργού της Ευρώπης δηλαδή, και η πανηγυρική είσοδος του ΔΝΤ στη διακυβέρνηση της ευρωζώνης.

Από την πλευρά τους οι «αγορές», οι μεγάλες δηλαδή παγκόσμιες τράπεζες και άλλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, οργανωμένοι γύρω από τον πολιτικο-ιδεολογικό πυρήνα των νεοφιλελεύθερων, απέκτησαν, δια της συμμαχίας με το Βερολίνο, την πολιτική, οικονομική και «θεσμική» (μέσω ΕΕ) δυνατότητα να επέμβουν απευθείας στο εσωτερικό της Ευρώπης. ‘Όχι μόνο δεν κατέγραψαν απώλειες, λόγω της μεγάλης κρίσης του 2008 που προκάλεσαν, αλλά τις μετέτρεψαν σε κέρδη που καλούνται να πληρώσουν οι ευρωπαϊκοί λαοί με αύξηση δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Μετέτρεψαν την κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε κρίση της ΕΕ και σε πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς λαούς.

Last but not least. Xρησιμοποίησαν, με την άδεια και τη συνδρομή των γερμανικών και ευρωπαϊκών ελίτ, την ίδια την κρίση που προκάλεσαν για να οργανώσουν τη μεγαλύτερη επίθεση που σημειώθηκε μετά το 1945 (της Θάτσερ περιλαμβανομένης) εναντίον του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Για να ξεκινήσουν από την Ελλάδα μια αληθινή «αλλαγή καθεστώτος» στην Ευρώπη, του καθεστώτος δηλαδή της αστικής δημοκρατίας, μια αλλαγή που περιγράφει ήδη, αλλά μόνο μέσω ενός λαβυρίνθου διατάξεων, η συνθήκη του Μάαστριχτ.

Ο Φάουστ είναι τραγικό πρόσωπο. Επιμένοντας στον δρόμο που πήρε, δέσμια αναπόφευκτα των συμμάχων της, που καθόλου δεν θέλουν να τη δουν ηγετική δύναμη, συμμάχων που διαθέτουν παγκόσμια στρατηγική και «όραμα», σε αντίθεση με την κυριαρχούσα, πολύ «επαρχιακή», πολύ καθυστερημένη εκδοχή γερμανικού εθνικισμού, η Γερμανία κινδυνεύει να πληρώσει και η ίδια στο τέλος φοβερό τίμημα, ανάλογο με αυτό που κατέβαλε δύο φορές στην ιστορία της. Την πιθανή κατάληξη όλων αυτών προέβλεψε ο Γκύντερ Γκρας, στα δύο τελευταία του ποιήματα, με την ίδια τρομερή διεισδυτικότητα της ομηρικής Κασσάνδρας.

Ελπίζοντας πάντα σε μια έγκαιρη αλλαγή στο Βερολίνο, οι λαοί της Νότιας Ευρώπης (περιλαμβανομένης της Γαλλίας), οι Ρώσοι, όλοι οι καλών προθέσεων πολίτες του κόσμου δεν έχουν πολλές επιλογές αν θέλουν να επιβιώσουν και να αποφύγουν τα χειρότερα. Επ’ αυτού διδακτικό είναι το παράδειγμα των Τσάμπερλεν, Νταλαντιέ και Μόλοτωφ, αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας. Μια αποφασιστική αντίσταση σε αυτά τα σχέδια είναι ίσως και η μόνη, πιθανώς ικανή, να τα τροποποιήσει. Αυτό το παιχνίδι, τόσο αποφασιστικό για το μέλλον της ανθρωπότητας, και τα διάφορα «υποπαιχνίδια» του (Ευρώπη, Ουκρανία, Μέση Ανατολή) θα το κερδίσει σο τέλος μόνο όποιος έχει ολοκληρωμένη και παγκόσμια στρατηγική.

(Αφιερώνω αυτό το άρθρο στον Hayo, σπουδαίο Γερμανό φίλο μου, δημοκράτη, φίλο της Ελλάδας και αγωνιστή για μια ανθρώπινη αρχιτεκτονική).

23.7.2015

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom1 λεπτό πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις40 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή