Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η κληρονομιά του Τάσσου

Δημοσιεύτηκε στις

Της Νάταλης Μιχαηλίδου
ΣΤΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 2007 ΟΙ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΙΣ-ΒΟΜΒΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΒΑΣΕΩΝ


ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΓΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΞΕΝΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΩΝ ΠΟΥ ΖΗΤΗΣΕ Ο ΤΑΣΣΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΒΑΣΕΙΣ – ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΒΡΕΤΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ «ΑΠΟΡΡΗΤΑ» ΠΡΑΚΤΙΚΑ

Το κεφάλαιο Βρετανικές Βάσεις -μια… ξεχασμένη πτυχή του Κυπριακού- ανέσυρε εκ νέου στην επιφάνεια το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το ξεκάθαρο και καταπελτικό περιεχόμενο της γνωμοδότησης αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο «νομικό όπλο», όπως το χαρακτήρισε ο Γενικός Εισαγγελέας, στα χέρια της Κύπρου.
Δεν είναι, όμως, το μοναδικό. Ήδη, από τον Νοέμβριο του 2007, τρεις εγνωσμένου κύρους και διεθνούς εμβέλειας συνταγματολόγοι παρέδωσαν στην κυπριακή Κυβέρνηση τις δικές τους γνωματεύσεις, οι οποίες παραμένουν μέχρι σήμερα σε συρτάρια… ερμητικά κλειστά στο Προεδρικό Μέγαρο.

Αν και πρόκειται για έγγραφα που εφοδίαζαν την Κυπριακή Δημοκρατία με εκείνα τα ισχυρά επιχειρήματα που θα της επέτρεπαν να εγείρει θέμα Βάσεων, οι προεδρικές εκλογές του 2008 σήμαναν την επιστροφή της Κυβέρνησης στη γνωστή και… αέναη αναζήτηση της «κατάλληλης στιγμής» για να «ανοίξει το μέτωπο με τους Βρετανούς».

Οι εν λόγω γνωματεύσεις, που υπέγραψαν αυθεντίες στον τομέα του Διεθνούς Δικαίου, παρέμειναν έκτοτε ανεκμετάλλευτες και τη δική τους εξήγηση περί τούτου παραθέτουν, με δηλώσεις τους στη «Σημερινή», η Ερατώ Κοζάκου – Μαρκουλλή, που βρισκόταν στο τιμόνι του Υπουργείου Εξωτερικών κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο διάδοχός της, Μάρκος Κυπριανού. Για τις προθέσεις του Τάσσου Παπαδόπουλου έναντι της Βρετανίας, καταθέτει στη «Σ» τη μαρτυρία του ο τότε στενός συνεργάτης του και πρώην Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Λιλλήκας, ενώ περισσότερο φως στα όσα εκτυλίχθηκαν προσδίδεται από τα απόρρητα πρακτικά συνεδρίας που πραγματοποίησε το Υπουργικό Συμβούλιο, λίγες μόνο μέρες πριν κληθούν οι συνταγματολόγοι να γνωμοδοτήσουν.
Δεδομένων αφενός των περιορισμών ως προς την εθνική κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον τρόπο λειτουργίας των Βάσεων και της κοινής παραδοχής ότι πρόκειται για αποικιακό κατάλοιπο και αφετέρου της στάσης αναμονής που αποφάσισε να τηρήσει η Κυβέρνηση -θέτοντας ως προϋπόθεση τη γνωμοδότηση του Κ. Κληρίδη, ώστε να προβεί έστω και σε δηλώσεις για την απόφαση της Χάγης- το ερώτημα «πότε η Κύπρος θα εγείρει θέμα Βάσεων;» τίθεται εκ των πραγμάτων επιτακτικά στο τραπέζι.
«Ο Τάσσος ήταν αποφασισμένος»
Η γνωμάτευση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης «επιβεβαίωσε επί της ουσίας τις τρεις γνωματεύσεις που είχε στα χέρια της η ΚΔ από το δεύτερο εξάμηνο του 2007», δηλώνει στη «Σ» ο Γιώργος Λιλλήκας. «Τότε, η Κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου ζήτησε τις γνωματεύσεις γιατί ήταν αποφασισμένη να ανοίξει το κεφάλαιο των Βάσεων», υπογραμμίζει και συμπληρώνει ότι, «δυστυχώς, η επόμενη Κυβέρνηση, του Δημήτρη Χριστόφια, αποφάσισε ότι δεν είναι η ώρα να ανοίξουμε το ζήτημα και θα το ανοίξουν τα εγγόνια των εγγονιών μας».
Εκφράζοντας τη θέση ότι «πρέπει να ανοίξουμε θέμα Βάσεων», εφόσον «το μέτωπο το έχει ανοίξει ούτως ή άλλως η Βρετανία, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, υποστηρίζοντας τις τουρκικές θέσεις στο Κυπριακό», ο κ. Λιλλήκας θυμίζει παράλληλα ότι πολύ πρόσφατα «η Αγγλία, με παρέμβασή της προσπάθησε να εξαναγκάσει την ΚΔ να προσφέρει υπηκοότητες στα παιδιά των εποίκων». «Τι άλλο περιμένουμε;», διερωτάται και δηλώνει ότι «όσοι δεν βλέπουν τις πραγματικότητες, απλώς στρουθοκαμηλίζουν κι αυτό δεν εξυπηρετεί την εθνική μας υπόθεση».
Ερωτηθείς κατά πόσον η Κυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου προχώρησε μετά τις γνωματεύσεις του 2007 στη διαμόρφωση συγκεκριμένης στρατηγικής, απαντά ως εξής: «Υπήρχε τότε η απόφαση να ζητήσουμε τις γνωματεύσεις για να απαντηθούν τα ερωτήματα αν οι Βάσεις είναι κυρίαρχες ή όχι, αν οι Βάσεις είναι νόμιμες ή όχι, αν μπορούμε να τις καταγγείλουμε και με ποια διαδικασία και κατά πόσον θα επηρεαζόταν η διεθνής οντότητα του κράτους μας δεδομένων των παραμέτρων της Συνθήκη Εγκαθίδρυσης».
Η απάντηση που δόθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, «ήταν ότι δεν επηρεάζεται το διεθνές καθεστώς και η οντότητα της ΚΔ, διότι δεν εδράζεται πλέον η κρατική μας οντότητα και η διεθνής της υπόσταση στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, αλλά εδράζεται στο ψήφισμα 186/1964 και σε μια σειρά από άλλους παράγοντες που έχουν προκύψει έκτοτε».
Τα απόρρητα πρακτικά του Υπουργικού
Των γνωματεύσεων που ζητήθηκαν από την κυπριακή Κυβέρνηση το φθινόπωρο του 2007, προηγήθηκε μια σειρά γεγονότων που πυροδότησε μια συμφωνία στρατηγικού συνεταιρισμού μεταξύ Βρετανίας και Τουρκίας. Στο έγγραφο, που υπέγραψαν στις 23 Οκτωβρίου 2007 οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών, Γκ. Μπράουν και Ταγίπ Ερντογάν, γινόταν αναφορά στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου ως «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Λευκωσίας. Σημειώνεται ότι τον Σεπτέμβρη του ίδιου έτους είχε πραγματοποιηθεί και η τελευταία συνάντηση Τάσσου – Ταλάτ για εφαρμογή της 8ης Ιουλίου.
Χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ως «σοβαρή αρνητική εξέλιξη, αφού αποσκοπεί στη συστηματική προαγωγή χωριστής ανάπτυξης του παράνομου καθεστώτος των κατεχομένων σε κρατική οντότητα και χωριστών σχέσεων με άλλες χώρες».
Στο σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου στις 7 Νοεμβρίου 2007, που φέρουν τη σήμανση «άκρως απόρρητο», αναφέρεται ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη εξέλιξη, η Κυβέρνηση «έκρινε αναγκαία τη συνολική επανεξέταση όλου του φάσματος των δεσμεύσεων προς αναθεώρηση των σχέσεών μας με τον Ηνωμένο Βασίλειο» και προστίθεται ότι σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2007 «αποφασίστηκε η αποχή μέχρι νεότερης απόφασης, τόσο του Προέδρου της Δημοκρατίας όσο και των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και άλλων κρατικών αξιωματούχων από δεξιώσεις και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις που διοργανώνει η Ύπατη Αρμοστεία του Ηνωμένου Βασιλείου, καθιστώντας σαφή τον λόγο της μη συμμετοχής τους».
Στην ίδια συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου αποφασίστηκε η σύσταση δύο Επιτροπών, «οι οποίες θα ενεργήσουν με σκοπό την αναθεώρηση των σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας με το Ηνωμένο Βασίλειο, σε ό,τι αφορά ειδικά τις Βρετανικές Βάσεις και διευκολύνσεις που διεκδικεί το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο, με βάση τις ισχύουσες σχετικές Συνθήκες και Συμφωνίες μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου».
Συγκεκριμένα, συστάθηκαν τότε Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για τη γενική αναθεώρηση της στάσης της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι της παρουσίας των Βρετανικών Βάσεων, αλλά και Μόνιμη Υπηρεσιακή Επιτροπή με σκοπό τη «συστηματική καταγραφή και μελέτη των καθημερινών σχέσεων των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και ειδικότερα με τις Αρχές των Βρετανικών Βάσεων» και να «επανεξετάσει τις σχετικές πολιτικές και πρακτικές της κυπριακής Κυβέρνησης, με βάση τις ισχύουσες σχετικές Συνθήκες και Συμφωνίες μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου». Στις 9 Νοεμβρίου, το Προεδρικό ζήτησε τη συνδρομή των τριών ξένων συνταγματολόγων και την υποβολή νομικών γνωματεύσεων σε σχέση με τις Βρετανικές Βάσεις.
Οι απόρρητες γνωματεύσεις
Κληθέντες να απαντήσουν σε 5 συγκεκριμένα ερωτήματα, αναφορικά με περιορισμούς και δικαιώματα των Βρετανών ως απόρροια της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και των σχετικών παραρτημάτων, οι τρεις συνταγματολόγοι -με γνώμονα τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου- κατέληγαν συμφωνούντες στο παράνομο του καθεστώτος των Βρετανικών Βάσεων. Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Σημερινή», σε μία τουλάχιστον εκ των γνωματεύσεων εξάγεται ρητά το συμπέρασμα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να θεωρείται ότι κατέχει «κυριαρχία» επί των βρετανικών στρατιωτικών Βάσεων.
Το απόλυτο νομικό έρεισμα, ώστε η κυπριακή Κυβέρνηση ν’ ανοίξει θέμα για τις βάσεις και να διαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία με τους Βρετανούς, δόθηκε πριν από δώδεκα περίπου χρόνια. Εντούτοις, οι προεκλογικές διακηρύξεις για το ακανθώδες αυτό ζήτημα, φαίνεται ότι θα συνεχίσουν να περιορίζονται στο χαρτί, υπό την αιτιολόγηση της εξεύρεσης του σωστού timing και των κατάλληλων πολιτικών συνθηκών για άνοιγμα «δεύτερου μετώπου» στο Κυπριακό. Σημειώνεται ότι, κατά τον προεκλογικό του 2013, μεταξύ άλλων θέσεων του Ν. Αναστασιάδη ως προς τα «χαρακτηριστικά της λύσης», περιλαμβανόταν και η φράση «να καταργεί τις εγγυήσεις του 1960 και τις Βρετανικές Βάσεις».

Ε. Κοζάκου-Μαρκουλλή: «Δεν γνώριζα για τις γνωματεύσεις»

«Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο υπόψη μου, ούτε είχε τεθεί ενώπιόν μου ανάλογη γνωμοδότηση όταν ανέλαβα τα καθήκοντα μου ως Υπουργός Εξωτερικών το 2007 και το 2011», απάντησε στη «Σ» η τέως Υπουργός Εξωτερικών, Δρ Ερατώ Κοζάκου – Μαρκουλλή, ερωτηθείσα γιατί δεν αξιοποιήθηκαν από την κυπριακή Κυβέρνηση οι τρεις γνωματεύσεις. «Γνωμοδοτήσεις για επιμέρους νομικά θέματα που αφορούν τις Βρετανικές Βάσεις υπήρξαν στο παρελθόν, όχι όμως ανάλογης φύσεως με τα ερωτήματα που αφορούν την περίπτωση του Αρχιπελάγους Chagos, τουλάχιστον που να είχαν τεθεί υπόψη μου είτε ως Διευθύντριας Κυπριακού είτε ως Υπουργού Εξωτερικών», προσθέτει.
Όσον αφορά τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου για τον Μαυρίκιο, η κ. Μαρκουλλή θεωρεί ότι «είναι εξαιρετικής σημασίας τόσο από πλευράς Διεθνούς Δικαίου και της διαδικασίας αποαποικιοποίησης, που συνδέεται με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών, αλλά και για χώρες όπως η Κύπρος που αποτελούσε Βρετανική αποικία και που η ανεξαρτησία της πραγματοποιήθηκε κάτω από συνθήκες που δεν επέτρεψαν την πλήρη αποαποικιοποίηση της νήσου, εφόσον στο έδαφός της παρέμειναν δύο περιοχές ως κυρίαρχες στρατιωτικές Βάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου». Αυτός είναι, όπως εξηγεί, ο λόγος που η ΚΔ «παρενέβη στη διαδικασία του Διεθνούς Δικαστηρίου επισημαίνοντας το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της για τα συμπεράσματα του Διεθνούς Δικαστηρίου στη σχετική γνωμοδότηση». Παρόλη τη μη δεσμευτικότητά τους, προσθέτει «οι γνωμοδοτήσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου φέρουν τεράστια νομική βαρύτητα και ηθικό κύρος».
Εκφράζει, επίσης, την άποψη ότι «θα πρέπει να τύχει πολύ σοβαρής μελέτης τόσο από τον Γενικό Εισαγγελέα όσο και από την Κυβέρνηση, ούτως ώστε όταν κριθεί ότι η στιγμή είναι κατάλληλη, κυρίως αναφορικά με τη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, να τύχει αξιοποίησης με στόχο την απαλλαγή της Κύπρου από τα αναχρονιστικά κατάλοιπα της αποικιοκρατίας». Καταληκτικά, αναφέρει ότι «το θέμα, όμως, είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και οι χειρισμοί που θα γίνουν θα πρέπει να τύχουν σοβαρής και ενδελεχούς μελέτης, προετοιμασίας και αξιολόγησης, τόσο νομικής όσο και πολιτικής, κυρίως από πλευράς των σχέσεών μας με το Ηνωμένο Βασίλειο και του ρόλου του ως εγγυήτριας δύναμης και ως μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας».

Μ. Κυπριανού: «Ζήτημα Προέδρου, όχι ΥΠΕΞ»

Τη σημαντικότητα της απόφασης της Χάγης εξαίρει και ο Μάρκος Κυπριανού, λέγοντας ότι «επιβεβαιώνει το κατάλοιπο της αποικιοκρατίας στη μορφή Βάσεων και θα είναι ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα της ΚΔ, όταν θελήσει να επιδιώξει την αλλαγή του καθεστώτος των Βάσεων». Ερωτηθείς κατά πόσον πρέπει να τύχει εκμετάλλευσης από την Κυβέρνηση, σημειώνει ότι «είναι θέμα πολιτικής απόφασης, που θα ληφθεί με βάση τις συγκυρίες που υπάρχουν στην Κύπρο, τις επιπλοκές της τουρκικής εισβολής, αλλά και τον απρόβλεπτο τρόπο που αντιδρά το Ηνωμένο Βασίλειο».
«Γνώριζα για τις γνωματεύσεις εκείνες», απαντά σε σχέση με τις εκθέσεις που ζήτησε ο Τ. Παπαδόπουλος το 2007 και προσθέτει ότι «επιπλέον είναι σαφές και το Διεθνές Δίκαιο -το γεγονός ότι πρόκειται περί αποικιοκρατικού καθεστώτος είναι δεδομένο». Το ζήτημα, εξηγεί ο κ. Κυπριανού, είναι «πότε θα είναι η κατάλληλη στιγμή με τις ιδιάζουσες συνθήκες της Κύπρου, να επιδιωχθεί κάτι σχετικό και η επικρατούσα πολιτική μέχρι σήμερα απ’ όλες τις κυβερνήσεις ήταν ότι το θέμα εγείρεται μεν, αλλά επιδιώκεται η διευθέτησή του μετά τη λύση του κυπριακού προβλήματος».
Για την παραμονή των «ξεχασμένων» γνωματεύσεων στα συρτάρια, δηλώνει ότι «δεν είναι απόφαση του Υπουργείου Εξωτερικών, που σε συνδυασμό με τη Νομική Υπηρεσία κάνουν μια τεχνοκρατική διαχείριση -είναι απόφαση του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας, καθότι πρόκειται για πολύ σημαντικό θέμα». Αν θα εγερθεί ή όχι ζήτημα Βάσεων, προσθέτει, «αποφασίζεται στο ανώτατο επίπεδο». Συμπληρώνει ότι «δεν θα έπαιρνε μόνο του ένα υπουργείο μια απόφαση».
Για τους λόγους που επί θητείας του δεν ηγέρθη θέμα Βάσεων, εξηγεί ότι «τότε γινόταν μια νέα προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, το ΗΒ πάντα διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο σ’ αυτήν την προσπάθεια, επομένως σ’ εκείνη τη φάση -αλλά γι’ αυτό θα πρέπει να απευθυνθείτε στον Πρόεδρο της εποχής- κρίθηκε καλύτερο να μην ανοίξουμε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα όταν έχουμε ανοιχτό το μέτωπο της Τουρκίας».
Η προσέγγιση, εξηγεί περαιτέρω, «ήταν με άλλα λόγια ότι ‘αυτήν τη στιγμή γίνεται μια προσπάθεια (συνομιλίες με Ταλάτ) προς μια κατεύθυνση επίλυσης του Κυπριακού, ας μην ανοίξουμε άλλα μέτωπα’». Πάντως, όπως αναφέρει, «πάντα εγειρόταν το θέμα και ουδέποτε έγινε αποδεκτό ότι θα είναι επ’ άπειρον το θέμα των Βάσεων όπως έχει σήμερα».

«Εντολοδόχοι του στέμματος»

Ως «παράδοξο» χαρακτηρίζει ο καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Δρ Ανδρέας Στεργίου, το μέχρι σήμερα καθεστώς ύπαρξης και λειτουργίας των στρατιωτικών Βάσεων του ΗΒ στην Κύπρο και εξηγεί: «Αυτό το φαινόμενο, που τείνει να εκλείψει στις περιοχές που κάποτε χαρακτηρίζονταν τριτοκοσμικές, εκδηλώνεται σήμερα στην Κύπρο όχι από μια μητροπολιτική χώρα της Δύσης απέναντι σε μια τριτοκοσμική χώρα, αλλά από μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εις βάρος μιας άλλης χώρας-μέλους της ίδιας Ένωσης».
Επιχειρώντας απάντηση στο ερώτημα γιατί καμία κυβέρνηση της Κύπρου δεν αποτόλμησε την κατάργηση των παράνομων Βρετανικών Βάσεων, ο πολιτικός αναλυτής, Γιώργος Κέντας, αποδίδει τη συγκεκριμένη στάση σε «φόβο της αλλαγής προς το χειρότερο της βρετανικής πολιτικής έναντι της Κύπρου». Ρητορικά δε, θέτει το ερώτημα «Πότε η βρετανική εξωτερική πολιτική υποστήριξε τα συμφέροντα της Κύπρου;» και διατυπώνει την εκτίμηση ότι «όταν οι Βάσεις τεθούν εν αμφιβόλω και καταργηθούν, τότε πιθανόν η Μ. Βρετανία να αναθεωρήσει την πολιτική της στην Κύπρο».
Ανάλογη, σύμφωνα με τον Γ. Κέντα, ήταν η συμπεριφορά που επέδειξε η κυπριακή Κυβέρνηση και κατά τις διαπραγματεύσεις για το Brexit. «Με διάθεση που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ‘μοιρολατρική’ πήγαμε να διαπραγματευτούμε το καθεστώς εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις Βάσεις, μετά την έξοδο της Βρετανίας, με δεδομένα τα οποία διαμορφώθηκαν το 2002, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο η κυριαρχία των Βρετανικών Βάσεων και η ΚΔ να αποκτά δικαίωμα μερικής εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου μόνο μετά από σαφή εξουσιοδότηση της Βρετανίας». Με αυτόν τον τρόπο, δηλώνει χαρακτηριστικά, «λειτουργεί ως εντολοδόχος του στέμματος».
Αναφορικά με τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου, αναφέρει ότι «πρόκειται για απόφαση μέσα από την οποία προκύπτουν τεράστιες πολιτικές δυνατότητες -άλλωστε, η διαπραγμάτευση είναι πάντα πολιτική, δεν θα γίνει σε δικαστήριο». Προσθέτει, μάλιστα, ότι «η χλιαρή και αναβλητική στάση της Κυβέρνησης να τοποθετηθεί ενόψει μιας τόσο συγκλονιστικής απόφασης – γνωμοδότησης είναι ενδεικτική αμηχανίας». Ενόσω, προσθέτει, «μας καταδιώκουν φοβικά σύνδρομα, θα ερχόμαστε ενώπιον συγκλονιστικών εξελίξεων από κράτη που έχουν πολύ λιγότερες θεωρητικά δυνατότητες από εμάς, που είμαστε κράτος-μέλος της ΕΕ».

η σημερινή της Κυριακής

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός23 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις35 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO35 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή