Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το ισραηλινό θαύμα

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Βιλιάρδος

Η χώρα, με έκταση ίση με την Πελοπόννησο, σε μία εξαιρετικά προβληματική περιοχή και με εχθρικό φυσικό περιβάλλον, έχει σχεδόν διπλάσιο ΑΕΠ από την Ελλάδα, ενώ θεωρείται η τρίτη πιο σταθερή οικονομία στον πλανήτη – έχοντας ιδρυθεί μόλις πριν από 70 περίπου χρόνια, με αρχικό πληθυσμό λιγότερο από την Κύπρο.
«Η συμμετοχή του κράτους στο σχεδιασμό της οικονομίας, καθώς επίσης στον έλεγχο της, είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Ισραήλ – θυμίζοντας σε κάποιο βαθμό το εθνικοσοσιαλιστικό μοντέλο, το οποίο είναι από πολλούς παρεξηγημένο επειδή το συνδέουν λανθασμένα με το ναζισμό και με το Χίτλερ, παρά το ότι ήταν το δημιούργημα πολύ ικανών οικονομολόγων».
Ανάλυση
Ένα από τα βασικότερα θέματα που οφείλουν να μας απασχολούν όλους εμάς τους Έλληνες που δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε τη χώρα μας, παρά τις σημερινές τεράστιες αντιξοότητες, είναι η παραγωγή πλούτου – όπου δυστυχώς ποτέ δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε μία πραγματική, μη πλασματική οικονομία, μακροπρόθεσμα σταθερή και βιώσιμη, η οποία να μην στηρίζεται στην επί πιστώσει κατανάλωση, αλλά σε αληθινές αξίες. Εν προκειμένω, για να τεκμηριώσουμε πως δεν μας ήταν εμπόδιο η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ, αναφέραμε ήδη τα εξής:

«Η Ολλανδία, η οποία είναι μέλος της Ευρωζώνης και της ΕΕ, έχοντας έκταση (ξηρά) μόλις 33.893 τετραγωνικά χιλιόμετρα και 17.188.322 κατοίκους, έναντι 130.647 της Ελλάδας με 10.757.300 κατοίκους (21.439 τετραγωνικά χιλιόμετρα η Πελοπόννησος), αποδεικνύει πως δεν φταίνε ούτε το ευρώ, ούτε η ΕΕ για την κατάρρευση μας – αφού μία τόσο προβληματική χώρα, από πλευράς κλίματος και στάθμης της θάλασσας, έχει καταφέρει να είναι η δεύτερη μεγαλύτερη παγκοσμίως στις εξαγωγές τροφίμων (94 δις € το 2016, έναντι περίπου 5 δις € της Ελλάδας), με συνολικές εξαγωγές 526,4 δις $ σε ένα ΑΕΠ ύψους 824,5 δις € (σχεδόν 64% του ΑΕΠ, όταν της Ελλάδας είναι κάτω από το 15%)» (πηγή).
Επειδή τώρα ενοχοποιήθηκε για τις αποτυχίες μας η γεωπολιτική μας θέση, η οποία πολύ σωστά δεν έχει καμία σχέση με την Ολλανδία, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε μία άλλη χώρα που ευρίσκεται σε μία πολύ πιο δύσκολη περιοχή από τη δική μας – στο Ισραήλ, ελπίζοντας να μην αναζητήσουμε μία ακόμη δικαιολογία, ισχυριζόμενοι πως η επιτυχία του στηρίζεται στο ισραηλινό λόμπι των Η.Π.Α., αφού θα μπορούσε να λειτουργήσει ανάλογα και το ελληνικό εκεί, εάν του έδιναν την ευκαιρία οι κυβερνήσεις μας (σταματώντας να διαφθείρονται και να διαφθείρουν, καθώς επίσης ενδιαφερόμενες για τον απόδημο ελληνισμό που είναι μεγαλύτερος από τον εγχώριο, αγαπάει περισσότερο την πατρίδα του και είναι πολύ πιο επιτυχημένος).
Ειδικότερα, το Ισραήλ έχει έκταση μικρότερη από την Πελοπόννησο, αφού είναι 20.700 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με πληθυσμό 8.547.000 – έχοντας ιδρυθεί μόλις το 1948, με πληθυσμό τότε 870.000 ατόμων. Έκτοτε η εξέλιξη του πληθυσμού του ήταν η εξής:
Έτη 1948 1960 1970 1980 1990 2000 2007 2016
Πληθυσμός 0,87 2,1 3,0 3,9 4,8 6,4 7,2 8,5
Περαιτέρω, ενώ ο πληθυσμός του αυξήθηκε κατά σχεδόν δέκα φορές, το ΑΕΠ του υπερέβη τις εξήντα φορές – γεγονός που σημαίνει ότι, η παραγωγικότητα των Πολιτών του αναπτύχθηκε με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό, ξεπερνώντας τα 300 δις $ (γράφημα) όταν της Ελλάδας είναι περί τα 200 δις $ (από 354 δις $ το 2008). Την ίδια στιγμή, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Ισραήλ πλησιάζει τα 35.000 $ – όταν το ελληνικό, από 29.874 $ το 2008 έχει μειωθεί στα 22.736 $.
 
Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του ΑΕΠ του Ισραήλ (μπλε καμπύλη, αριστερή κάθετος), σε σύγκριση με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).
Όσον αφορά το νόμισμα του, την ισραηλινή λίρα στην αρχή και αργότερα το Shekel (το νέο ισραηλινό Shekel από το 1985), είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμο και πλήρως μετατρέψιμο στις παγκόσμιες συναλλαγματικές αγορές – ενώ, με δεδομένα τα σταθερά πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών του, στο +3,6% το 2016, καθώς επίσης τα σχετικά μικρά ελλείμματα του προϋπολογισμού του (-2,15% του ΑΕΠ το 2016), δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υποτίμησης.
Η οικονομική εξέλιξη του Ισραήλ
Συνεχίζοντας, η ατμομηχανή των εξαγωγών του Ισραήλ είναι οι επιστημονικοί κλάδοι και ειδικά η υψηλή τεχνολογία – όπου οι μεγάλοι διεθνείς όμιλοι επιλέγουν τα εργαστήρια της χώρας για τις έρευνες τους. Όσον αφορά γενικότερα την εξέλιξη της δομής της οικονομίας του, ο κατωτέρω πίνακας δίνει μία εικόνα:
Έτη 1950 1970 1990 2000 2006 2016
Εργαζόμενοι 585,7 963,2 1.491,9 2.361,6 2.573,6 4.021,0
Ποσοστό στο ΑΕΠ
Γεωργία 17,6 8,8 4,2 2,8 1,8 2,3
Βιομηχανία 21,5 24,3 21,7 14,9 15,7 26,6
Ηλεκ/Υδρ. 2,0 1,2 1,1 0,8 0,7
Κατασκευές 9,3 8,3 5,2 5,6 5,3
Εστίαση/Ξεν. 13,5 13,0 14,6 4,5 4,8
Εμπόριο 12,3 13,2
Μεταφορές 6,6 7,5 6,2 5,4 6,7
Χρηματοοικ. 5,2 10,0 3,0 3,4
Υπηρεσίες 29,5 31,7 37,0 50,7 48,4 69,5
Σημείωση: Το εμπόριο καταγράφεται μετά το 2000 χωριστά – για το 2016 συνολικά οι υπηρεσίες (μαζί με κατασκευές, εστίαση κλπ.).
Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στο Ισραήλ μετράται από το ΑΕΠ (348 δις $), σε σχέση τον αριθμό των απασχολουμένων μείον την ανεργία (4,3% το 2017) – οπότε υπολογίζεται στα 90.436 $ ετησίως. Για σύγκριση, της Ελλάδας (με ΑΕΠ 204,3 δις $, 4.769.000 εργαζομένους και 22,3% ανεργία) είναι μόλις 55.134 $ – ενώ το 12,6% του ελληνικού ΑΕΠ αφορά ευρύτερα τον πρωτογενή τομέα, το 15% τη βιομηχανία και το 72,4% τις υπηρεσίες (πηγή). Από αυτήν και μόνο την τεράστια διαφορά είναι εύλογα τα προβλήματα της Ελλάδας – επίσης από την πολύ χαμηλή συμμετοχή της βιομηχανίας μας στο ΑΕΠ.
Ας μην ξεχνάμε εδώ πως οι φυσικές προϋποθέσεις για την οικονομία του Ισραήλ είναι εξαιρετικά προβληματικές, αφού υποφέρει από μεγάλη έλλειψη νερού, ενώ διαθέτει πολύ άσχημα εδάφη – έχοντας τα τελευταία χρόνια μόνο επιλύσει σε κάποιο μικρό βαθμό τα τεράστια ενεργειακά του προβλήματα, με την ανακάλυψη των κοιτασμάτων φυσικού αερίου (άρθρο).
Η χώρα όμως διαθέτει μία διεθνώς ανταγωνίσιμη βιομηχανία, έναν σύγχρονο πρωτογενή τομέα με μία υψηλά εξελιγμένη γεωργία, καθώς επίσης ένα πολύ διακλαδωμένο και λειτουργικό δίκτυο υποδομών – ενώ η οικονομική της ισχύ της επιτρέπει την προστασία των συνόρων της από μία υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη.
Όσον αφορά τώρα το δημόσιο χρέος του Ισραήλ σε σχέση με το ΑΕΠ του έχει μειωθεί στο 62% περίπου (γράφημα), με το ιδιωτικό να ευρίσκεται στο 125% και το εξωτερικό στο 25% – ενώ ο πληθωρισμός του έχει περιορισθεί κάτω από το 1%. Υπενθυμίζοντας πως η ΕΕ σύναψε την πρώτη συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με μία μη ευρωπαϊκή χώρα το 1975 με το Ισραήλ, την οποία ακολούθησαν οι Η.Π.Α. το 1985, καθώς επίσης το ότι η βιομηχανία πολεμικού εξοπλισμού του αποτέλεσε μετά το 1970 το σημαντικότερο εξαγωγικό κλάδο του, οφείλουμε να γνωρίζουμε πως στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η οικονομία του παρέμεινε στάσιμη, ενώ ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε στα ύψη – οπότε βίωσε το επικίνδυνο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού με την άνοδο των ελλειμμάτων, ο οποίος θεωρείται ως η απόλυτη συνταγή της χρεοκοπίας.
Η μέθοδος που εφάρμοσε τότε η χώρα για να καταπολεμήσει την κρίση ήταν αντίστοιχη με αυτήν των Η.Π.Α.: το άνοιγμα των αγορών, η ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων και η απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπου όμως το δημόσιο έλεγχε απόλυτα την τήρηση των κανόνων. Μετά τη μαζική μετανάστευση του 1989 τώρα όπου εισήλθαν στο Ισραήλ περίπου 1.000.000 μετανάστες, αυξήθηκε σημαντικά η εγχώρια ζήτηση και άρχισε να αναπτύσσεται η στάσιμη οικονομία του – μεταξύ άλλων από τον κλάδο των κατασκευών και τα συναφή επαγγέλματα.
Πολύ σημαντικό γεγονός για την εξέλιξη του Ισραήλ ήταν ο μεγάλος αριθμός των ακαδημαϊκών μεταξύ των μεταναστών, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση – καθώς επίσης η βελτίωση της πιστοληπτικής του ικανότητας, με αποτέλεσμα να εισρέουν μαζικά κεφάλαια από το εξωτερικό στις επιχειρήσεις του, ανεξάρτητα από το εάν ανήκαν στο δημόσιο, στο μεγάλο συνδικάτο του (HISTADRUT, ένα εργατικό συνδικάτο που έχει στην ιδιοκτησία του επιχειρήσεις, τράπεζες κοκ. – πηγή) ή στον ιδιωτικό τομέα.
Στα πλαίσια αυτά, οι ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν από μόλις 129 εκ. $ το 1990, στα 2,3 δις $ το 1999, στα 5,7 δις $ το 2005, στα 13,4 δις $ το 2006 και στα 106,9 δις $ σωρευτικά το 2017 (μόλις 34,18 δις $ στην Ελλάδα) – ενώ στα τέλη του 2005 περί τις 129 ισραηλινές εταιρείες διαπραγματεύονταν στο αμερικανικό χρηματιστήριο NYSE και 75 στο NASDAQ (από τις συνολικά 332 ξένες).
Έτσι η υψηλή τεχνολογία αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη της εξαρτώμενης από τις εξαγωγές οικονομίας του Ισραήλ – σημειώνοντας πως ενώ η παραγωγικότητα στους παραδοσιακούς κλάδους της χώρας τη δεκαετία του 1990 μειωνόταν κατά 2% ετήσια, στην υψηλή τεχνολογία αυξανόταν με ρυθμό 5%, με το 75% των εξαγωγών της να αφορά αυτά τα προϊόντα.
Μετά το σπάσιμο της φούσκας του διαδικτύου όμως το 2000, το Ισραήλ βυθίστηκε για πέντε χρόνια στην κρίση – έχοντας συνέλθει αμέσως μετά, με ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 5%. Το 2016 πάντως καταγράφηκε ως η τρίτη πιο σταθερή οικονομία στον πλανήτη, μετά το Χονγκ Κονγκ και τη Ν. Κορέα (πηγή) –  με την Ελλάδα, την Αργεντινή και τη Ν. Αφρική στις τελευταίες θέσεις.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, η συμμετοχή του κράτους στο σχεδιασμό της οικονομίας, καθώς επίσης στον έλεγχο της, είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Ισραήλ – θυμίζοντας σε κάποιο βαθμό το εθνικοσοσιαλιστικό μοντέλο, το οποίο είναι από πολλούς παρεξηγημένο επειδή το συνδέουν λανθασμένα με το ναζισμό και με το Χίτλερ, παρά το ότι ήταν το δημιούργημα πολύ ικανών οικονομολόγων (ανάλυση).
Το γεγονός πάντως ότι μία τόσο μικρή χώρα, σε μία εξαιρετικά προβληματική περιοχή, με τεράστιες μεταναστευτικές εισροές, καθώς επίσης με μηδενικό σχεδόν φυσικό πλούτο κατάφερε να φτάσει σε τέτοια επίπεδα, τα οποία ζηλεύουν αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, σημαίνει πως το μοντέλο που χρησιμοποίησε δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αποτυχημένο – εκτός εάν αρνείται κανείς να κρίνει με βάση τα πραγματικά στοιχεία.
Οικονομολόγος

var _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή22 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή