Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η προφητεία

Δημοσιεύτηκε στις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

ΕΙΚΟΝΑ---Ευρώ,-βόμβα

Το ευρώ είναι ένα θνησιγενές νόμισμα,
εάν παραμείνει ως έχει, ενώ οι αντοχές του δοκιμάζονται από την
ελληνική κρίση, όπως επίσης η βιωσιμότητα της Ευρωζώνης – τυχόν
«διάρρηξη» της οποίας θα έχει σοβαρότατες συνέπειες για το δολάριο και
τον πλανήτη

“Η θεωρία της συνωμοσίας στην κοινωνία είναι η άποψη ότι, η
εξήγηση ενός κοινωνικού φαινομένου συνίσταται στην ανακάλυψη των
ανθρώπων ή των ομάδων, οι οποίοι ενδιαφέρονται να συμβεί αυτό το
φαινόμενο
– ενώ το έχουν σχεδιάσει και συνωμοτήσει για να το προκαλέσουν.

Η άποψη αυτή πηγάζει από τη αντίληψη
πως, οτιδήποτε συμβαίνει στην κοινωνία (ιδιαίτερα, φαινόμενα όπως ο
πόλεμος, η ανεργία, η φτώχεια και οι διάφορες ελλείψεις – καταστάσεις
που κατά κανόνα όλοι οι άνθρωποι απεχθάνονται), αποτελεί αποτέλεσμα άμεσου σχεδίου ορισμένων ισχυρών ανθρώπων ή ομάδων” (K.Popper).

Άρθρο

Για να προβλέψει κανείς τα σημερινά ή/και τα μελλοντικά προβλήματα
της Ευρωζώνης, καθώς επίσης του κοινού νομίσματος, αρκούσε ανέκαθεν η
κοινή λογική. Δεν ήταν δηλαδή απαραίτητο να είναι προφήτης ή οικονομολόγος, γεγονός που αποδεικνύεται από ένα άρθρο του 1992, πολύ πριν υιοθετηθεί το ευρώ (πηγή) – από το έτος ουσιαστικά που  αποφασίσθηκε η θεσμική οικοδόμηση της νομισματικής ένωσης.

Ειδικότερα το κεντρικό πρόβλημα του ευρώ, το «προπατορικό αμάρτημα» όπως αποκαλείται, είναι το ότι αφαιρεί από τις χώρες που το υιοθετούν τη δυνατότητα να ασκούν τη δική τους νομισματική πολιτική, χωρίς
να τους παρέχει κάποιο «υποκατάστατο» σε ευρωπαϊκό επίπεδο – έναν
μηχανισμό δηλαδή, ο οποίος να μεταφέρει χρήματα μεταξύ των περιοχών που
δεν αποτελούν ανεξάρτητα κράτη, αφού δεν μπορούν πλέον να υποτιμήσουν τα
νομίσματα τους.

Εάν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε η οποιαδήποτε οικονομική κρίση ξεσπάει, η οποία εμφανίζεται νομοτελειακά, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί – με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένο το ή τα μέλη που «προσβάλλονται» να αποχωρούν, οπότε να διαλύεται η ένωση.

Με δεδομένο τώρα το ότι, κανένας δεν πιστεύει σήμερα πως μόνο η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με οικονομικά και λοιπά προβλήματα, αφού πολλές άλλες χώρες έχουν υπερβεί τα ανώτατα όρια υπερχρέωσης τους (πίνακας),
δημόσιας, ιδιωτικής ή και τα δύο, οι κίνδυνοι διάλυσης της Ευρωζώνης
είναι δυσθεώρητοι – χωρίς να οφείλονται στα τελευταία γεγονότα.

Στον πίνακα που ακολουθεί φαίνονται τα συνολικά «καθαρά χρέη» ορισμένων χωρών, ως ποσοστά επί του ΑΕΠ τους, με πρώτες τις πλέον υπερχρεωμένες χώρες της Ευρώπης – οι οποίες θα αντιμετωπίσουν κάποια στιγμή προβλήματα, ανάλογα με την Ελλάδα.

.

Κράτος Δημόσιο Επιχειρήσεις Νοικοκυριά Τράπεζες Σύνολο
Ολλανδία 83 127 115 362 687
Ιρλανδία 115 189 85 291 680
Δανία 60 114 129 235 538
Μ. Βρετανία 92 74 86 183 435
Ισπανία 132 108 73 89 402
Γαλλία 104 121 56 93 374
Ιταλία 139 77 43 76 335

.

Περαιτέρω, έχοντας αναφερθεί κατά καιρούς σε κάθε μία από τις παραπάνω χώρες και στα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν,
είναι μάλλον περιττή η επανάληψη – ενώ το γράφημα που ακολουθεί
επιβεβαιώνει τη δυσμενή κατάσταση πολλών άλλων κρατών του πλανήτη, όσον
αφορά τα συνολικά χρέη τους το 2ο τρίμηνο του 2011.

.

Κόσμος, χρέος – η «σύνθεση» του χρέους σε διάφορες χώρες.2

.

Επομένως, θα επικεντρωθούμε στο βασικό ελάττωμα του ευρώ, το οποίο
δεν έχει έλθει στην επιφάνεια από την Ελλάδα, αλλά από τη Γερμανία – ως λογικό αποτέλεσμα των τεραστίων πλεονασμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της, εις βάρος όλων των υπολοίπων εταίρων της (ανάλυση). Ειδικότερα τα εξής:

.

Τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης

Η σύγκρουση της Ελλάδας με τους πιστωτές της έχει κυριαρχήσει στις
συζητήσεις, όπου εκτοξεύονται βαριές κατηγορίες ένθεν κακείθεν – ενώ
ενοχοποιείται η πατρίδα μας από όλους σχεδόν τους εταίρους της, κυρίως δε από τη Γερμανία, η οποία θέλει να αποκρύψει τις τεράστιες δικές της ευθύνες, καθώς επίσης το βρώμικο μυστικό της (ανάλυση).

Χωρίς να ισχυριζόμαστε πως δεν έχουν κάνει τεράστια λάθη όλες
ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις μας, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας, καθώς
επίσης οι περισσότεροι από εμάς τους Πολίτες, ειδικά η οικονομική
εξουσία της χώρας μας (άρθρο), η εντύπωση πως τα χρέη της Ελλάδας είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρωζώνης είναι εντελώς λανθασμένη – ενώ
η μικρή ανάκαμψη των κρατών της περιφέρειας, όπως επίσης η έξοδος των
υπολοίπων θυμάτων της Τρόικας από τα εγκληματικά προγράμματα της (Ιρλανδία, Πορτογαλία), δεν είναι τόσο βιώσιμη, όσο φαίνεται.

Συνεχίζοντας, ήδη από το 1992 δεν λειτουργούσε η συνεργασία μεταξύ
των ευρωπαϊκών κρατών – αφού, σύμφωνα με το Βρετανό οικονομολόγο Godley
τότε, «Η σημερινή οικονομική κατάσταση
απαιτεί μία συνδυασμένη αναθέρμανση του ρυθμού ανάπτυξης – κάτι που όμως
δεν μπορεί να επιτευχθεί, αφού δεν υπάρχουν ούτε οι Θεσμοί, ούτε ένα συμφωνημένο πλαίσιο, το οποίο θα επέτρεπε τα παραπάνω επιθυμητά αποτελέσματα
«.

Ένα μήνα μετά τη διαπίστωση του οικονομολόγου, το Σεπτέμβριο του
1992, η Ευρώπη βίωσε μία μεγάλη συναλλαγματική κρίση – με αιτία την
ελλιπή οικονομική συνεργασία των κρατών της. Τη «Μαύρη Τετάρτη» της 16ης Σεπτεμβρίου, το ευρωπαϊκό σύστημα νομισματικών ισοτιμιών σείσθηκε από μία τρομακτική σεισμική δόνηση,
όταν η Βρετανία αναγκάσθηκε να υποτιμήσει τη στερλίνα – επειδή οι
κερδοσκόποι, με επικεφαλής τον G. Soros, θεώρησαν πως είναι
υπερτιμημένη, στοιχηματίζοντας με επιτυχία τεράστια ποσά στην πτώση της.

Η υποτίμηση της στερλίνας προϋπέθετε την έξοδο της από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών,
ο οποίος καθόριζε τις σταθερές διακυμάνσεις μεταξύ των νομισμάτων όλων
των χωρών που συμμετείχαν – ενώ η Μ. Βρετανία δεν ήταν η μοναδική που
υποτίμησε το νόμισμα της, αφού προηγήθηκε η Ιταλία, η οποία είχε χάσει
το 7% της αξίας της λιρέτας, εξερχόμενη αργότερα από το σύστημα.

Τα γεγονότα αυτά ήταν ασφαλώς κακές προφητείες, αφού ο μηχανισμός, το σύστημα καλύτερα, είχε υιοθετηθεί ως ένα «δωμάτιο αναμονής», για την είσοδο στην Ευρωζώνη
μετά την ίδρυση της – ως ένας χώρος προετοιμασίας τους, για να μην
δημιουργηθούν προβλήματα ούτε στις ίδιες, ούτε στη νομισματική ένωση.

Η κεντρική τράπεζα  

Περαιτέρω, ο βρετανός οικονομολόγος είχε γράψει τότε τα εξής: «Η
βασική ιδέα της συμφωνίας του Μάαστριχτ είναι η ώθηση των κρατών της
ΕΟΚ στην κατεύθυνση της νομισματικής και οικονομικής ένωσης τους – με ένα κοινό νόμισμα, το οποίο θα ελέγχεται από μία ανεξάρτητη, κοινή κεντρική τράπεζα.
Πώς όμως θα κατευθύνεται η υπόλοιπη οικονομική πολιτική; Επειδή το
σύμφωνο δεν προβλέπει τη δημιουργία άλλων Θεσμών, οι υποστηρικτές του θα
πρέπει να θεωρούν (ανόητα) πως δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο
«.

Στα πλαίσια αυτά, η νομισματική
πολιτική μεταφέρθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ το κυριότερο βάρος της
οικονομικής πολιτικής παρέμεινε στα εθνικά κράτη
– κάτι
που φαινόταν ήδη από το 1992, από τη συναλλαγματική τότε κρίση, πως δεν
θα μπορούσε να λειτουργήσει. Εν τούτοις αποφασίσθηκε από την Ευρώπη,
ενάντια σε κάθε οικονομική λογική – αιτιολογώντας απόλυτα τα σενάρια
συνομωσίας που ακολούθησαν (άρθρο). Ο Βρετανός πάντως έγραψε σαρκαστικά τα εξής ως απάντηση:

«Χρειαζόταν μία ομάδα αχόρταγων τραπεζιτών, η «επιτροπή Ντελόρ», για να συμπεράνει ότι, μία ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, η ΕΚΤ, ήταν ο μοναδικός υπερεθνικός Θεσμός, τον οποίο έχει ανάγκη μία ολοκληρωμένη υπερεθνική Ευρώπη».

Η ανόητη ιδέα δε πίσω από την απαράδεκτη αυτή απόφαση ήταν το ότι, η οικονομική πολιτική με στόχο την ανάπτυξη, καθώς επίσης την καταπολέμηση της ανεργίας, δεν λειτουργεί κεντρικά
– οπότε τα επί μέρους κράτη της νομισματικής ένωσης θα έπρεπε μόνα τους
να προσαρμόζουν τους προϋπολογισμούς τους, για να επιτυγχάνουν ανάπτυξη
και να δημιουργούν θέσεις εργασίας, ενώ η μοναδική υπευθυνότητα της
κεντρικής τους τράπεζας, της ΕΚΤ, θα ήταν ο έλεγχος της ποσότητας
χρήματος!

Σε αντίθεση λοιπόν με όλες τις άλλες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη, η
ΕΚΤ δεν έχει την ευθύνη της οικονομικής πολιτικής, με στόχο την
ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας – μία
απίστευτη ανοησία που ήλθε στο φως μετά την ελληνική κρίση, όπως επίσης
η ανάγκη δημιουργίας περισσότερων Θεσμών που δεν υπήρχαν καθόλου
(EFSF, ESM και ότι άλλο ακολουθήσει).

.

Η δημοσιονομική ένωση

Η παραπάνω πεποίθηση είναι καταγεγραμμένη στο Σύνταγμα της Ευρώπης, στη συμφωνία του Μάαστριχτ, ενώ η
αποτελεσματική οικονομική πολιτική, ως υπευθυνότητα της Κομισιόν,
αντιμετωπίζει τεράστιες αντιστάσεις, αγεφύρωτες ίσως, κυρίως εκ μέρους
της Γερμανίας –
όπως συμπεραίνεται από τις συζητήσεις που αφορούν τη δημοσιονομική ένωση (η πολιτική ένωση είναι μάλλον όνειρο θερινής νύχτας).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της δημοσιονομικής ένωσης, η Ευρωζώνη θα είχε τα δικά της φορολογικά έσοδα, οπότε θα μπορούσε να δανείζεται η ίδια
(Ευρωομόλογα) – με στόχο να εφαρμόζει τη δική της οικονομική πολιτική,
έτσι ώστε να επιλύει τα προβλήματα των μελών της, τα σοκ και τις κρίσεις
τους.

Διαφορετικά, όπως τεκμηριώθηκε μεταξύ άλλων από το ελληνικό πειραματόζωο, δεν
είναι δυνατόν να επιβιώσει μία χώρα, όταν προσβάλλεται από την ύφεση,
την αύξηση της ανεργίας, την πτώση της βιομηχανικής της παραγωγής
(γράφημα), τη μείωση του πληθυσμού της κοκ.

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ελλάδα, ανάπτυξη, βιομηχανική παραγωγή, τιμές καταναλωτή.

.

Ολοκληρώνοντας, εάν η Ευρώπη ήταν μία ομοσπονδιακή χώρα, όπως η Γερμανία, τότε
οι συντάξεις, όπως επίσης οι δαπάνες για την Υγεία και την Παιδεία, οι
καταθέσεις κοκ. θα ήταν εξασφαλισμένες από την κεντρική της διοίκηση
– ενώ τα ελλείμματα κάποιων περιοχών της (χωρών), θα εξισορροπούνταν από τα πλεονάσματα των άλλων.

Εν τούτοις δεν είναι ενώ, εκτός αυτού, μόνο μία
χώρα εκτός της Ευρωζώνης μπορεί να υποτιμήσει το νόμισμα της για να
αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της, δημιουργώντας θέσεις εργασίας

– κάτι που είναι αδύνατον για τις χώρες εντός της νομισματικής ένωσης.
Επομένως, η Ευρωζώνη είτε θα μετατραπεί σε μία ομοσπονδία, είτε θα
διαλυθεί, με καταστροφικές συνέπειες τόσο για τα κράτη της, όσο και για
τον υπόλοιπο πλανήτη – με εναλλακτική ίσως λύση την επιστροφή στην
αφετηρία (ανάλυση).

.

Επίλογος   

Με βάση τα παραπάνω, δεν υπάρχει
τίποτα που να μπορεί να εμποδίσει την κατάρρευση μίας χώρας της
Ευρωζώνης, καθώς επίσης την τελική έξοδο της από τη νομισματική ένωση,
όταν προσβληθεί από μία οικονομική κρίση
– γεγονός που
τεκμηριώθηκε ήδη από το 1992, όπου η Βρετανία και η Ιταλία εγκατέλειψαν
τον πολύ πιο ήπιο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, ενώ θα αποδειχθεί
ξανά σήμερα από την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία κοκ.

Εάν δε η «πόρτα εξόδου» ανοίξει από την Ελλάδα, πριν ακόμη προλάβουν ή
θελήσουν να ενωθούν δημοσιονομικά όλες οι υπόλοιπες χώρες, τότε η Ευρωζώνη θα καταρρεύσει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα
– αφού η συμμετοχή δεν θα είναι πλέον μία αμετάκλητη διαδικασία, ενώ οι
κρίσεις είναι πάντοτε θέμα χρόνου, εμφανιζόμενες νομοτελειακά σε όλα τα
κράτη.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να είναι οικονομολόγος κάποιος για να συνειδητοποιήσει το αυτονόητο, το οποίο βέβαια γνωρίζουν πολύ καλύτερα οι αγορές – οι οποίες πιθανότατα θα στοιχηματίζουν από αύριο στην κατάρρευση του ευρώ, όπως οι κερδοσκόποι το 1992 στη βρετανική στερλίνα.

Πολύ περισσότερο μετά την απαράδεκτη «πολεμική» στάση που υιοθέτησε η ΕΚΤ κατ’ εντολή της Γερμανίας, αρνούμενη να προστατεύσει τις ελληνικές τράπεζες αυξάνοντας τον ELA
– ενδεχομένως με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, μέσω των
προβλεπομένων κοινωνικών αναταραχών που θα προκαλέσει το κλείσιμο των
τραπεζών.

Black-Strip

Vassilis Viliardos

Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος,
πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο
του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά
χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας.
Έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική
κρίση, ενώ έχει δημοσιεύσει πάνω από 2.500 αναλύσεις σε ηλεκτρονικά και
έντυπα μέσα, με κέντρο βάρους την εθνική και διεθνή μακροοικονομία,
καθώς επίσης το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website

με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή