Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί οι Ευρωπαίοι δεν αντέχουν τον Γιάννη Βαρουφάκη;

Δημοσιεύτηκε στις

Panayiotis Ifestos

Εφημερίδα La Tribune (γαλλική εφημερίδα), 12/05/2015

Η θέληση του Γιούρογκρουπ να ξεφορτωθεί τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών
οφείλεται σε θέματα «στυλ» αλλά με πολύ βαθύτερες διαφωνίες.

Φαίνεται πως όποιος δημοσιογράφος εργάζεται πάνω στα ευρωπαϊκά
ζητήματα, είναι υποχρεωμένος να περάσει από αυτή την άσκηση. Εδώ και
μερικές εβδομάδες, οι στήλες των εφημερίδων βρίθουν από άρθρα που
κατηγορούν τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών, Γιάννη Βαρουφάκη. Το πιο
πρόσφατο ήταν αυτό που δημοσιεύτηκε στην έγκριτη γαλλική εφημερίδα Le
Monde και τον αποκαλεί «εξοργιστικό». 

Τι εκνευρίζει τους Ευρωπαίους 
 
Το σχήμα αυτών των άρθρων είναι συνήθως ολόϊδιο: τον θεωρούν ασφαλώς
επιστημονικά επαρκή (είναι άλλωστε δύσκολο να του το αμφισβητήσουν
χωρίς την ίδια στιγμή να προσβάλλουν και τους συνήθεις «πελάτες» των
οικονομικών εφημερίδων), αλλά ανυπόφορο και απολύτως ανεπαρκή για
διαπραγματεύσεις. Αυτά συνοδεύονται βέβαια και από πολυάριθμους
ψίθυρους, προερχόμενους από τις Βρυξέλλες, που δείχνουν υποτίθεται ότι
πραγματικά αυτός ο Έλληνας οικονομολόγος είναι «εκνευριστικός» για τους
ευρωπαίους υπαλλήλους και αξιωματούχους, με όλα αυτά τα φανταχτερά
πουκάμισά τους, το δασκαλίστικο ύφος του και το «ισχυρό εγώ» του.
Το μέγιστο εγκλημά του, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, είναι ότι δεν άλλαξε
για «να γίνει δεκτός από το σύστημα». Όπως λέει αποδοκιμαστικά μια
«ευρωπαϊκή πηγή» −σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο της Monde με ημερομηνία
12 Μαΐου−, αρνήθηκε ν’ ακολουθήσει την οδό του προκατόχου του, του
Ευάγγελου Βενιζέλου, προέδρου του ΠΑΣΟΚ, που, αυτός λέει, «άλλαξε».

Και για κερασάκι στην τούρτα, τον παρουσιάζουν σαν ένα «ροκ σταρ», ένα
Ίκαρο της δημοσιότητας, που πετάει τυφλωμένος ίσια για τον ήλιο των
μμε. Ανάμεσα στις γραμμές αυτών των άρθρων, ο αναγνώστης καταλαβαίνει
ότι, ο λόγος που ο Γιάννης Βαρουφάκης είναι τόσο ανυπόφορος, οφείλεται
απλώς και μόνο στο ότι δεν είναι παρά ένας επιπόλαιος νάρκισος που
κάνει το δικό του «σόου». Να σηκώσει ας πούμε το δάχτυλό του μόνο και
μόνο για να κάνει τις διαπραγματεύσεις κάτι σαν αμερικάνικο θρίλερ.
Κοντολογής, αυτός ο υπουργός δεν είναι παρά ένα είδος κλόουν, χρήσιμος
ίσως για λιγάκι, αλλά ήρθε πια η ώρα να σηκωθεί να φύγει.

Η ευρωπαϊκή μυθοπλασία εναντίον του Γιάννη Βαρουφάκη 
 
Την εικόνα αυτή άρχισαν να τη χτίζουν προσεκτικά το Γιούρογκρουπ και η
Κομισιόν από τις πρώτες κιόλας μέρες της κυβέρνησης Τσίπρα. Ο πρόεδρος
του Γιούρογκρουπ, Γιερούν Ντάισελμπλουμ, δεν έκρυψε ποτέ του ότι δεν
έχει ακόμα χωνέψει την «ταπείνωση» που υπέστη στις 30 Ιανουαρίου, όταν
ένας κάποιος Γιάννης Βαρουφάκης, εντελώς χαλαρά, τον ξάφνιασε λέγοντας
ότι η Τρόικα τελείωσε.
Αυτή η μυθοπλασία έφτασε στο απολορύφωμά της στη διάσκεψη της Ρίγας,
στις 25 Απριλίου, όταν οι 18 συνάδελφοί του κατηγόρησαν τον Βαρουφάκη,
ότι αυτός ευθύνεται που δεν καταλήγουν σε απόφαση. Κι η ίδια αυτή
μυθοπλασία, την οποία φρόντισε να πλάσει ο Γιερούν Ντάισελμπλουμ το
βράδυ της 11ης Μαΐου, έχωσε το καρφί βαθύτερα μιλώντας περί «προόδου»
στις διαπραγματεύσεις από τη στιγμή που ο «ροκ σταρ» έφυγε από τη μέση. 

Μόνο που όλα αυτά δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια. Ο Αλέξης Τσίπρας τον
απέσυρε για να μη δώσει εύκολα πατήματα για να έχουν κάτι να λένε οι
δανειστές. Και βλέπουμε ότι, παρ’ όλα αυτά, οι διαπραγματεύσεις δεν
έχουν κάνει κανένα πραγματικό βήμα από τότε. Η κατάταση παραμένει
ολόιδια: οι διαπραγματεύσεις δεν προχωρούν, διότι η Ελλάδα δεν κάνει
παραχωρήσεις. Με ή χωρίς το Γιάννη Βαρουφάκη, το πράγμα έχει παγώσει: η
Ελλάδα εξακολουθεί να απορρίπτει τις «μεταρρυθμίσεις» στις συντάξεις
και την αγορά εργασίας, που απαιτούν οι δανειστές της. 

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν ήταν ο Γιάννης Βαρουφάκης. Η απόρριψή
του δεν ήταν παρά σημάδι μιας πολιτικής απόρριψης της νέας ελληνικής
κυβέρνησης.

Ο πικρός καθρέφτης που κολλάει ο υπουργός στα μάτια των συναδέλφων του 
 
Επομένως, το «πρόβλημα Βαρουφάκης» βρίσκεται στην πραγματικότητα αλλού
και διακλαδίζεται σε πολλά σημεία. 

Το πρώτο είναι η απόφαση του υπουργού-οικονομολόγου να θέσει τους
συναδέλφους του ενώπιον των ευθυνών τους. Το 2010 ο Γιάννης Βαρουφάκης
εναντιώθηκε στα «σχέδια σωτηρίας», θεωρώντας, και όχι χωρίς λόγο (όπως
το υπογράμμιζε στο βιβλίο του Ο παγκόσμιος Μινώταυρος), ότι «τα φάρμακα
που εφαρμόζει η Ευρώπη είναι χειρότερα από την ασθένεια». 
Θεωρούσε
λοιπόν υπερεπείγον −και γι’ αυτό τον επέλεξε ο Αλέξης Τσίπρας− να
επέλθει ρήξη με τη λογική του «προγράμματος», το οποίο οδήγησε την
Ελλάδα σε μια υφεσιακή σπείρα και κατέστρεψε μεγάλο μέρος των
παραγωγικών δυνατοτήτων της. Γι’ αυτό και τα χτυπήματα που έδωσε στο
σύστημα από τις πρώτες μέρες της η κυβέρνηση: η άρνησή της να συζητήσει
με την Τρόικα, το αίτημά της για αναδιάρθρωση του χρέους και το πάγωμα
του Γιούρογκρουπ πάνω στο ζήτημα του «υπάρχοντος προγράμματος». 

Για τους συναδέλφους του Γιάννη Βαρουφάκη, αυτή η αμφισβήτηση της
λογικής που επέβαλαν από το 2010, είναι απαράδεκτη. Πρώτα-πρώτα, επειδή
αυτή η λογική είναι το συνδετικό υλικό του Γιούρογκρουπ, το οποίο ποτέ
δεν παραδέχτηκε τα λάθη του. Κυρίως όμως, επειδή αυτή η αμφισβήτηση
έθετε σε κίνδυνο μια άλλη ευρωπαϊκή μυθοπλασία: το μύθο περί ανάκαμψης
της ελληνικής οικονομίας «χάρη στις μεταρρυθμίσεις, που επιτέλους
αποδίδουν καρπούς». 

Βλέπετε, ο Γιάννης Βαρουφάκης, σαν καλός
οικονομολόγος που είναι, ξέρει πολύ καλά πως αυτή η «ανάκαμψη» είναι
μια σκέτη βιτρίνα και μάλιστα εύθραυστη. Έπειτα από μια πρωτοφανή σε
καιρούς ειρήνης κατάρρευσης, το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να
συμβάλλει στην ανόρθωση της Ελλάδας είναι μια μαζική επένδυση σε
ευρωπαϊκό επίπεδο συν μια πολύ μεγάλη αναδιάρθρωση του χρέους. 

Μόνο που
αυτό είναι αντίθετο στη λογική που επικρατεί στο Γιούρογκρουπ, σύμφωνα
με την οποία πρέπει να υπάρξει κατακρήμνιση της χώρας έως τέλους ώστε
μετά να επέλθει «υγιής ανάπτυξη».
Επομένως, μέσα στο Γιούρογκρουπ ο Γιάννης Βαρουφάκης ένα ιδεολογικά
ξένο σώμα, που κρατάει τον φρικτό καθρέφτη μέσα στον οποίο
καθρεφτίζονται τα σφάλματα που έκανε η Ευρώπη από το 2010. Ζητώντας μια
αλλαγή πολιτικής απέναντι στην Ελλάδα, ο Έλληνας υπουργός είναι η
αφόρητη φωνή των ενοχών τους, η φωνή που κάνει κομμάτια το παραμύθι που
λέει ότι μετά τη λιτότητα έρχεται ολόλαμπρη η ανάκαμψη. 

Και το χειρότερο; Δεν λέει να το βάλει κάτω. Γι’ αυτό και η
«αποδοκιμασία» από την «ευρωπαϊκή πηγή», που επικαλείται ο Le Monde στο
άρθρο που προαναφέραμε. Βλέπετε, το 2011 προσπάθησε και ο Ευάγγελος
Βενιζέλος να τους επισημάνει τα λάθη τους, αλλά, ευτυχώς γι’ αυτούς,
συμβιβάστηκε κι έτσι μπόρεσαν να συνεχίσουν την παράλογη πολιτική τους,
που κατέστρεψε την Ελλάδα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Βαρουφάκης αρνείται να κάνει το ίδιο
λάθος.
Γι’ αυτό και πρέπει να τον κάνουν πέρα.

Η εμμονή της κοινωνικής δικαιοσύνης 
 
Γιατί τέτοιο πείσμα ο Γιάννης Βαρουφάκης; Κυρίως, επειδή έχει μια
εμμονή με την κοινωνική δικαιοσύνη−κι αυτό είναι το δεύτερο λάθος του
απέναντι στους δανειστές. Η θέση του είναι, ότι η λιγότητα που
εφαρμόστηκε εδώ και πέντε χρόνια στην Ελλάδα, εφαρμόστηκε κυρίως σε
βάρος των πιο φτωχών. Άλλωστε ένα πλήθος από σχετικές μελέτες του
δίνουν δίκιο. Γνωρίζει ότι μια ανάκαμψη δεν αρκεί καθόλου για να
αντιστρέψει αυτή την κατάσταση και γι’ αυτό ζητάει να αναληφθούν
επείγουσες δράσεις. Γι’ αυτό και κατά τους δυο πρώτους μήνες της
ελληνικής κυβέρνησης επέμενε να ενταχθεί στις συζητήσεις με το
Γιούρογκρουπ το ζήτημα της «ανθρωπιστικής κρίσης». Η θέση του είναι
πολιτική: η αύξηση της φτιώχειας και η εξαθλίωση των μεσαίων τάξεων
ευνοούν το παιχνίδι των άκρων. 

Η θέση του Έλληνα υπουργού είναι λοιπόν απλή: η Ευρώπη πρέπει να
χρησιμοποιήσει τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ αν μια ευκαιρία ώστε, εισακούοντας
τις «μετριοπαθείς» προτάσεις του, να γλυτώσει τον κίνδυνο να βρεθεί
αντιμέτωπη με άκρα τύπου Χρυσής Αυγής. Γι’ αυτό και τις 5 Φεβρουαρίου,
ο Γιάννης Βαρουφάκης είπε δημόσια, μπροστά στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε:
«Όταν θα επιστρέψω στη χώρα μου απόψε, θα βρεθώ μπροστά σε ένα
Κοινοβούλιο, στο οποίο το τρίτο κόμμα δεν είναι ένα κόμμα
νέο-ναζιστικό, αλλά ναζιστικό.» 

Όμως αυτά τα λόγια δεν θέλουν να τα ακούσουν στο Γιούρογκρουπ, διότι
θεωρούν ότι η Ελλάδα έχει ήδη πέσει στα χέρια εξτρεμιστών (του
ΣΥΡΙΖΑ!), τους οποίους πρέπει να τσακίσουν (τον Απρίλιο π.χ. ένας
επίσημος δήλωσε ότι ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να διαγράψει την αριστερή
του πτέρυγα). 
Κι έτσι, οι υπουργοί της Ευρωζώνης νομίζουν πως τα περί
Χρυσής Αυγής δεν είναι παρά εκβιασμός προκειμένου να αποδεχτούν τις
προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης. 

Μα πάνω απ’ όλα, αυτό που για τους Ευρωπαίους είναι λάθος, είναι η
«κοινωνική» θεραπεία της φτώχειας. Και πάλι, τους έχει τυφλώσει η
ιδεολογία τους. Κατ’ αυτούς, η μάχη εναντίον της φτώχειας έρχεται μετά,
είναι μια φυσική συνέπειτα της εξυγείανσης και της φιλελευθεροποίησης
της οικονομίας. Χάρη σε αυτά τα δυο στοιχεία, πιστεύουν, δημιουργείται
πλούτος, ο οποίος, τελικά, φτάνει μέχρι τα κατώτερα στρώματα της
οικονομίας. Γι’ αυτό το λόγο θεωρούν υποχρεωτική την υπομονή και
πιστεύουν πως κάθε «κοινωνική» θεραπεία της φτώχειας μπλοκάρει και
ακυρώνει την αναγκαία «δομική» μετάλλαξη, ενισχύοντας το ρόλο του
Κράτους και δημιουργώντας «στρεβλώσεις» στην αγορά εργασίας. 

Έτσι, κατ’ αυτούς αυτά που ζητάει ο Γιάννης Βαρουφάκης δεν είναι, στην
καλύτερη περίπτωση, παρά ελεεινολογίες και στη χειρότερη λαϊκισμός. Ότι
τέτοια είναι η ιδεολογία που επικρατεί στο Γιούρογκρουπ είναι φανερό
και αποδείχτηκε στα μέσα του Μαρτίου, όταν ένας Ευρωπαίος υπάλληλος προσπάθησε
να σταματήσει το νόμο σχετικά με την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής
κρίσης, που προωθούσε η ελληνική Κυβέρνηση. 

Στο συγκεκριμένο πεδίο, ο Γιάννης Βαρουφάκης επικράτησε τελικά των
δανειστών και ο νόμος ψηφίστηκε. Όμως αυτή η νίκη είναι αποσπασματική.
Η μάχη κατά της φτώχειας πρέπει να περάσει μέσα από μια αλλαγή
πολιτικής, άρα μέσα από την αμφισβήτηση της λογικής του «προγράμματος».

Ένα πρόβλημα «επί προσωπικού» που καλύπτει ένα ιδεολογικό χάσμα 

Το τρίτο σημείο ρήξης με τον Γιάννη Βαρουφάκη: στην πραγματικότητα
πληρώνει το γεγονός ότι είναι συνεπής. Ο Έλληνας υπουργός δεν
εγκατέλειψε σε καμμιά στιγμή τους στόχους του. Μέχρι και χτες το βράδυ,
Δευτέρα, 11 Μαΐου, επαναλάμβανε πως οι δυο «κόκκινες γραμμές» της
Αθήνας θα βάλουν τέλος στο φαύλο κύκλο της ύφεσης και θα συμβάλλουν σε
μια καλύτερη κατανομή της προσπάθειας. Με δυο λόγια, τα δυο προηγούμενα
σημεία ρήξης. 

Σε όλες τις λίστες μεταρρυθμίσεων που υπέβαλε, και που όλες τους
απορρίφθηκαν από το Γιούρογκρουπ, έπαιρνε υπόψη του αυτά τα δυο
στοιχεία: δικαιότερη φορολογία, μάχη εναντίον της φοροδιαφυγής από τις
επιχειρήσεις και τους πλουσιότερους Έλληνες, διευκόλυνση της ανάκαμψης
μέσω διευκολύνσεων στα φορολογικά χρέη των μικρών και μεσαίων
επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών, κ.α. 

Στην πραγματικότητα λοιπόν, η απόρριψη αυτών των προτάσεων, όπως και ο
εκνευρισμός που δημιουργεί στους Ευρωπαίους ο Γιάννης Βαρουφάκης, δεν
έχει να κάνει με τα πουκάμισά του, ούτε και με το ύφος του «ροκ σταρ».
Έχει να κάνει με βαθιές ιδεολογικές διαφορές.
Οι Ευρωπαίοι δανειστές δεν θέλουν να παραδεχτούν τα λάθη που έχουν
κάνει, γιατί αν το κάνουν, θα καταρρεύσει το θεμέλιο της οικονομικής
λογικής τους. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να δεχτούν τις θέσεις του Γιάννη
Βαρουφάκη. Εν ολίγοις, ο λόγος που τον δυσφημούν ασταμάτητα, δεν είναι
προσωπικός.

Το μάθημα από τον Φρανσουά Ολάντ το 2012 
 
Πολλοί ωστόσο διερωτώνται για το πολύ «επιθετικό» στυλ του Έλληνα
υπουργού. Συχνά ακούμε τον κατηγορούν για «έλλειψη πολιτικής
ευελιξίας», επειδή δεν αποδέχτηκε τους κανόνες των Βρυξελλών ώστε να
τους παρακάμψει στη συνέχεια.
Ωστόσο, η στάση του αυτή εξηγείται εύκολα από το γαλλικό προηγούμενο.
Όπως το είχε τονίσει δέκα μέρες πριν από τις εκλογές σε μια συνέντευξή
του στην La Tribune, ο Γιάννης Βαρουφάκης είχε καταγράψει αυτά που
ακολούθησαν την εκλογή του Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος, κατ’ αυτόν, «δεν
έκανε την παραμικρή προσπάθεια» να εναντιωθεί στη λογική της λιτότητας.
Κατέγραψε δηλαδή το γεγονός ότι, η συμβιβαστική στρατηγική του Γάλλου
προέδρου το 2012, η οποία τον οδήγησε σε μια παταγώδη αποτυχία (το
περίφημο «σύμφωνο ανάπτυξης», που κανείς δεν γνωρίζει αν υφίσταται
πραγματικά), είναι μια αποτυχημένη στρατηγική που δεν πρέπει με τίποτα
να ακολουθήσει και ο ίδιος.
Έχοντας απέναντί του ένα ιδεολογικό τείχος, ο Έλληνας υπουργός
προσπάθησε να εκβιάσει τις αποφάσεις παίρνοντας ευθύς αμέσως μέτρα όπως
η μονομερής κατάργηση της Τρόικα. Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής δεν
είναι σίγουρη, όμως είναι ξεκάθαρο ότι έφερε σε τρομερή αμηχανία τους
Ευρωπαίους, βάζοντάς τους αντιμέτωπους με τις έσχατες συνέπειες της
δικής τους ξεροκεφαλιάς.

Η πραγματικότητα της ευρωπαϊκής στρατηγικής 
 
Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτή τη σκληρή στάση του, κρύβεται το
γεγονός ότι η θέση του Γιάννη Βαρουφάκη είναι από τις μετριοπαθέστερες
στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Έλληνας υπουργός ήταν ανέκαθεν αντίθετος με
την αποχώρηση από την ευρωχώνη και πάντοτε πρότεινε μια ευρωπαϊκή λύση
του ελληνικού προβλήματος. 

Μην ξεχνάμε ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να είχε κάνει υπουργό
Οικονομικών π.χ. τον Κώστα Λαπαβίτσα, έναν οικονομολόγο του ΣΥΡΙΖΑ που
τάσσεται ανοικτά υπέρ της διαγραφής του χρέους και της εξόδου από το
ευρώ. Και τότε, οι δανειστές θα είχαν στ’ αλήθεια πανικοβληθεί.

Καταστρέφοντας τον Γιάννη Βαρουφάκη, οι Ευρωπαίοι αποκάλυψαν το σκοπό
τους: δεν τους ενδιαφέρει να βρουν έναν «έντιμο συμβιβασμό», αλλά να
ρίξουν την ελληνική κυβέρνηση, που δεν τους ταιριάζει. Όπως το
υπογραμμίζει ο Γιάννης Βαρουφάκης στον πρόλογο της γαλλικής έκδοσης του
βιβλίου του Ο παγκόσμιος Μινώταυρος, «η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εδώ και
πάρα πολύ καιρό συνηθίσει να θεωρεί τη δημοκρατία σαν μια πολυτέλεια
και σαν κάτι το ενοχλητικό». 

http://www.latribune.fr/economie/union-europeenne/grece-pourquoi-yanis-varoufakis-est-il-insupportable-aux-europeens-475672.html

Η μετάφραση δεν είναι επαγγελματική και έχει αποσταλεί από τον Ιωάννη
Ιωαννίδη

La
volonté de l’Eurogroupe de se débarrasser du ministre grec des
Finances ne repose pas sur un “sty…

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός13 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή