Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς παγιδευτήκαμε στο Σχέδιο Ανάν

Δημοσιεύτηκε στις

Χρήστος Ιακώβου   
Προσφάτως ξαναδιάβασα το άκρως αποκαλυπτικό βιβλίο του Τούρκου δημοσιογράφου της εφημερίδας «Taraf», Αλπέρ Γκιορμούς, «Εικόνα και Πραγματικότητα» («Imaj ve Hakikat», Etkileşim Yayinlari, 2012). Πρόκειται για δημοσιογραφική επεξεργασία του προσωπικού ημερολογίου του πρώην αρχηγού του τουρκικού πολεμικού ναυτικού Οζντέν Ορνέκ, για την περίοδο 2003-2004. Ως γνωστόν, το ημερολόγιο αυτό αποτέλεσε τη βάση για τη σύλληψη ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών στην πολύκροτη υπόθεση Εργκένεκον, μέρος του οποίου άρχισε να δημοσιεύεται στο περιοδικό «ΝΟΚΤΑ» το 2006. 
Το βιβλίο αυτό καθίσταται επίκαιρο λόγω των προσφάτων εξελίξεων στο Κυπριακό και ως εκ τούτου προσφέρεται για την εξαγωγή χρησίμων συμπερασμάτων σε σχέση με την απαίτηση της Τουρκίας να μπει το νησί κάτω από τη δική της γεωστρατηγική εποπτεία έστω και αν αποχωρήσει ο τουρκικός στρατός. Επιπλέον, μπορεί κάποιος να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο εννοεί η Τουρκία να θέτει την Κύπρο ως αντάλλαγμα στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και το πώς η πρόσφατη κλιμάκωση του τουρκικού ηγεμονισμού λειτουργεί σε σχέση με την αμερικανική γεωστρατηγική στην περιοχή. Το βιβλίο έχει μία ιδιαίτερη σημασία διότι σε επίπεδο γεγονοτολογίας αποτελεί μία μαρτυρία, εκ των έσω, σε σχέση με τους περιορισμούς διενέργειας στρατιωτικού πραξικοπήματος, από την κεμαλική στρατιωτική ελίτ, εναντίον της κυβέρνησης Ερντογάν. Σε αναλυτικό επίπεδο, η ιδιαίτερη σημασία του βιβλίου έγκειται στο ότι αποτυπώνει την πολιτική κουλτούρα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, έναντι μίας κυβέρνησης, με την οποία είχε σαφή ιδεολογική διαφορά, καθώς επίσης εξηγεί, από τη μια, πως το κυπριακό εξελήφθη αρχικώς από τους κεμαλικούς ως το ευνοϊκό πεδίο αντιπαράθεσης ισχύος με την κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη και, από την άλλη, πως οι ισλαμιστές εξέλαβαν την ταχεία ώθηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας ως το δικό τους ευνοϊκό πεδίο δράσης, αφού θα τους εξασφάλιζε εξωτερική στήριξη στην προσπάθεια πολιτικής επιβίωσης του Ερντογάν.  
Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση που κάνει στο ημερολόγιο ο ναύαρχος Ορνέκ σχετικά με την υψηλή ιεράρχηση της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, που έκανε η κυβέρνηση Ερντογάν: «Προσπαθούν να κερδίσουν νομικά ερείσματα για να προωθήσουν τους στόχους τους. Εάν ενταχθούμε στην ΕΕ, θα αρθούν όλοι οι περιορισμοί στην έκφραση της δημόσιας σκέψης με αποτέλεσμα να εγκλωβίσουν τον στρατό. Έστω και να προφασιστούν ότι γινόμαστε μέλος της ΕΕ, αυτό από μόνο του είναι αρκετό να παραλύσει τις ένοπλες δυνάμεις.» (σελ. 102).   
Μέσα από το ημερολόγιο εξιστορείται λεπτομερώς το πώς η ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία, από τα τέλη του 2003 μέχρι τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2004, επεξεργάστηκε σχέδιο πραξικοπήματος για την ανατροπή της κυβέρνησης Ερντογάν. 
Ο Ορνέκ υποστηρίζει ότι η προοπτική διενέργειας στρατιωτικού πραξικοπήματος ματαιώθηκε για δύο λόγους:  
  • Πρώτον, το σχέδιο απορρίφθηκε από τον τότε αρχηγό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, Χιλμί Οζκιόκ, και
  • Δεύτερον, το ενδεχόμενο αποτυχίας του πραξικοπήματος μείωσε σημαντικά τον ενθουσιασμό ανάμεσα στο σύνολο των αξιωματικών του στρατού.  
Σύμφωνα με τον Ορνέκ, η προσπάθεια τότε της Κυβέρνησης Ερντογάν να προωθήσει την ενταξιακή πορεία της χώρας συνέπεσε με την πρωτοβουλία του ΟΗΕ (Σχέδιο Ανάν) για λύση στο Κυπριακό, με αποτέλεσμα το θέμα αυτό να έρθει στο επίκεντρο της τουρκικής επικαιρότητας. Επειδή, σύμφωνα πάντα με τον Ορνέκ, τα περισσότερα ΜΜΕ δημιούργησαν μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα που συνηγορούσε στην άποψη να κλείσουμε το Κυπριακό για να τελειώνουμε, κτυπώντας συνεχώς τον Ντενκτάς, μπορούσε αυτό το σημαντικό θέμα για την τουρκική εξωτερική πολιτική να μετατραπεί σε θέμα μείζονος εθνικής αντίστασης για τις ένοπλες δυνάμεις και πεδίο απαξίωσης της κυβέρνησης. Κατ’ επέκταση η υιοθέτηση σκληρής γραμμής θα μπορούσε να φθείρει τον Ερντογάν (σελ. 159). Με αυτό τον τρόπο, το Κυπριακό μετετράπη σε αρένα μίας καθοριστικής αντιπαράθεσης ισχύος των ίδιο ιδεολογικοπολιτικών ομάδων της Τουρκίας.  
Με αυτά τα δεδομένα, σύμφωνα με τον Ορνέκ, η ανωτάτη ηγεσία του στρατού στράφηκε προς την επεξεργασία σεναρίου για «έμμεσο πραξικόπημα», με την κωδική ονομασία «Σαρικίζ» (Ξανθιά). Με βάση το σχέδιο αυτό, δεν θα ήταν αναγκαίο να βγουν οι στρατιώτες έξω από τους στρατώνες τους αλλά θα ανάγκαζαν την κυβέρνηση σε κατάρρευση μέσω της δημιουργίας χαοτικού πολιτικού σκηνικού. Πιο συγκεκριμένα, θα προκαλούσαν μία συντονισμένη δράση οργανώσεων, των ΜΜΕ και της γραφειοκρατίας εναντίον της κυβέρνησης την οποία θα ονόμαζαν «αυθόρμητο λαϊκό ξεσηκωμό». Αφού πρώτα πυροδοτούσαν την ατμόσφαιρα με τα μέσα ενημέρωσης, θα έβγαζαν τους φοιτητές στον δρόμο σε συνεργασία με τους πρυτάνεις και στη συνέχεια τα συνδικάτα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία έκρυθμη κατάσταση που δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί η κυβέρνηση και μοιραία θα κατέρρεε.  
Το σχέδιο αυτό απερρίφθη από τον Χιλμί Οζκιόκ, οποίος σε συνάντηση με την υπόλοιπη ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, την 4η Απριλίου 2004, απέρριψε το σχέδιο, το οποίο θα ετίθετο σε εφαρμογή με μία ανακοίνωση εναντίον των επιλογών της κυβέρνησης στο Κυπριακό (σελ. 272-273). Πολλά ερωτηματικά προκαλεί η στάση του Χιλμί Οζκιόκ, η οποία σε σχέση με την αντίδραση των αρχηγών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στο παρελθόν, σε παρόμοιες περιπτώσεις, ήταν άνευ προηγουμένου. Ο Ορνέκ δεν προχωρεί στο να εξηγήσει τη στάση του προϊσταμένου του. Όμως, καταγράφει στο ημερολόγιό του ότι στις 17 Φεβρουαρίου 2004, τέσσερις ημέρες μετά τη συμφωνία στη Νέα Υόρκη, μεταξύ Τ. Παπαδόπουλου και Ρ. Ντενκτάς, για επανέναρξη των συνομιλιών, επιδιαιτησία και εντός χρονοδιαγράμματος χωριστά δημοψηφίσματα, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιουλ είχε επαφή με τον Οζκιόκ, όπου τον ενημέρωσε πλήρως και του εξήγησε την αναγκαιότητα αποδοχής της διαδικασίας. Τι ήταν αυτό που μάλλον έπεισε τον Οζκιόκ να μη θεωρήσει ότι η κυβέρνηση «ξεπουλούσε» την Κύπρο;
 Η απάντηση έρχεται μέσα από το ημερολόγιο του Ορνέκ, στις σελίδες 303-304. Στις 8 Νοεμβρίου 2004, σχεδόν επτά μήνες μετά τα δημοψηφίσματα, σε μία συνάντηση του Ορνέκ με τον τότε βοηθό υφυπουργό της Τουρκίας, Μπακί Ιλκίν, ο οποίος χειριζόταν το Κυπριακό, ο δεύτερος είπε: «Αν λάβουμε υπόψη τα θέματα που περιελάμβανε το Σχέδιο Ανάν, ήταν αδύνατο να τα δεχόταν η ελληνοκυπριακή διοίκηση. Δεν θα μπορούσαν να αποδεχθούν την ίδρυση ενός νέου κράτους ούτε την καθυστέρηση στην επιστροφή των περιουσιών. Εμείς το αντιληφθήκαμε εγκαίρως αυτό και πήραμε το ρίσκο. Το ρίσκο που πήραμε δεν ήταν μεγάλο. 
Κάναμε τους σχεδιασμούς μας λαμβάνοντας υπόψη ότι εμείς θα λέγαμε ‘’ναι’’ και αυτοί ‘’όχι’’. Βεβαίως σε αυτό βοήθησαν τα μέγιστα η αμερικανική και η βρετανική διπλωματία που έσπρωχναν παρασκηνιακώς τα πράγματα προς την κατεύθυνση του δημοψηφίσματος και στην αποδοχή του ‘’Ναι’’. Επιπλέον, οι ΗΠΑ εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη την Τουρκία, παρά τις τριβές, για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράκ». 
 
ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΣΤΙΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ 
Ομοίως σήμερα, η Τουρκία μέσα από τις συνομιλίες του Κραν Μοντανά μας κατέδειξε ότι θέλει να διατηρήσει το πλεονέκτημα των εγγυήσεων του 1960. Αυτό μπορεί να το πετύχει με δύο τρόπους: Είτε να διατηρηθεί η συνθήκη εγγυήσεως ως έχει, είτε μέσω του ομόσπονδου κρατικού σχήματος, στο οποίο οι δύο ισότιμες πολιτείες θα ασκούν κυριαρχικά δικαιώματα για όλα τα θέματα που δεν ανήκουν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και κατά συνέπεια να μπορεί να επικαλεσθεί το νόμιμο της επεμβάσεώς της έπειτα από πρόσκληση της τουρκοκυπριακής Πολιτείας στο μελλοντικό ομοσπονδιακό κρατικό μόρφωμα. Συνεπώς, θα ήταν ολέθριο σφάλμα εκ μέρους της ελληνικής πλευράς να δεχθεί είτε τη μία είτε την άλλη επιλογή, για τις οποίες η Τουρκία θα επιμένει μέχρι τέλους στην τελική διαπραγμάτευση. Συνεπώς, άλλο η αδήριτη ανάγκη και επιθυμία διαπραγματεύσεων προς επίλυση του προβλήματος και εντελώς άλλο ο εγκλωβισμός της ελληνικής πλευράς σε μία ρητορική, που άθελα ή μη θα οδηγήσει σε σταδιακή και αναπόφευκτη διολίσθηση προς τις τουρκικές θέσεις.
 
Ξεκάθαρες οι προθέσεις της Άγκυρας στη διαδικασία για τα δημοψηφίσματα 
Συμπερασματικά, η ελληνική πλευρά μπήκε σε ένα στημένο παιγνίδι όπου θα έβγαινε ηττημένη, εξαιτίας της απουσίας στρατηγικής, η οποία γεννά το μειονέκτημα αδυναμίας ορθής διάγνωσης της τουρκικής στοχοθεσίας. Όπως συμπεραίνεται από τα λεγόμενα του Μπακί Ιλκίν, η Τουρκία είχε ξεκάθαρη προθετική δράση μπαίνοντας στη διαδικασία που οδήγησε στα δημοψηφίσματα. Ποια ήταν, όμως, η προθετική δράση της ελληνικής πλευράς όταν απεδέχετο τη διαδικασία της Νέας Υόρκης; Προσωπικά πιστεύω ότι μέρος της ηγεσίας ήταν αποφασισμένη να δεχθεί το τελικό προϊόν της επιδιαιτησίας, ως μία μοναδική ευκαιρία για λύση στο Κυπριακό. 
Από την άλλη, ο Τάσσος Παπαδόπουλος μπήκε απρόθυμα σε μία διαδικασία, γιατί πήγε στη Νέα Υόρκη έχοντας μόνο μία επιλογή, η οποία ξεκινούσε από το δεδομένο ότι ο Ντενκτάς θα απέρριπτε τη διαδικασία, με αποτέλεσμα στο τέλος να δεχθεί κάτι το οποίο δεν ανέμενε και πάνω απ’ όλα δεν επιθυμούσε. Συνεπώς, επεδίωξε να ξεφύγει από τον εγκλωβισμό λαμβάνοντας νομιμοποίηση μέσα από τη λαϊκή ετυμηγορία, χωρίς να μπορεί να σηκώσει το βάρος της απόρριψης στη Νέα Υόρκη και χωρίς να μπορεί να προβλέψει τις αρνητικές συνέπειες από το δημοψήφισμα. Όπως, όμως, σωστά εξάγεται από τα λεγόμενα του Μπακί Ιλκίν, το «ναι» θα ήταν καταστροφικό για την ελληνική πλευρά ενώ το «όχι» ολιγότερο καταστροφικό, αμφότερα, όμως, ευνοϊκά προς την Τουρκία. 
Συνεπώς, η ελληνική πλευρά έπρεπε να απορρίψει τη διαδικασία στις 13 Φεβρουαρίου του 2004 στη Νέα Υόρκη. Σε στρατηγικό επίπεδο, με αυτό το κριτήριο θα πρέπει να κριθούν οι επιλογές της πολιτικής μας ηγεσίας και όχι, όπως λανθασμένα γίνεται σήμερα, με τις επιλογές στο δημοψήφισμα. 
Φιλελεύθερος

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Γενικά θέματα25 λεπτά πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις55 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Δημοφιλή