Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο λευκός ιππότης

Δημοσιεύτηκε στις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

ΕΙΚΟΝΑ---Ελλάδα,-Γερμανία,-ΗΠΑ,-Ρωσία

Η κυβέρνηση πρέπει να διευρύνει τη
συνεργασία της Ελλάδας με τη Ρωσία και με την Κίνα, χωρίς να έλθει σε
σύγκρουση με την Ευρώπη, καθώς επίσης με τις Η.Π.Α. – επιμένοντας σε μία
δίκαιη απαίτηση, στη διαγραφή χρέους και συμβιβαζόμενη στα υπόλοιπα

Το πρόβλημα που είχε μέχρι σήμερα η πολιτική στην Ελλάδα, εκτός από
τη διαφθορά, ήταν η «υπεξαίρεση» της εξουσίας από διάφορα κόμματα, με τη
βοήθεια προεκλογικών δεσμεύσεων και υποσχέσεων που δεν τηρούνταν ποτέ.
Το σημερινό πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο: η έντιμη, πιστή τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων από την κυβέρνηση, παρά το ότι η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί στο χάος.


Στην προκειμένη περίπτωση οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ελλάδα οφείλονται στο ότι, έχει εκλεγεί μία κυβέρνηση, η οποία δεσμεύθηκε προεκλογικά με μία οικονομική και κοινωνική πολιτική (ανάλυση) που αδυνατεί να εφαρμόσει άμεσα – ενώ δεν είναι πρόθυμη να κάνει τον παραμικρό συμβιβασμό, φοβούμενη τους ψηφοφόρους της.

Εμείς είχαμε ανέκαθεν την άποψη πως η πολιτική των μνημονίων ήταν
εντελώς εσφαλμένη, απόλυτα καταστροφική για την Ελλάδα, τεκμηριώνοντας
το με κάθε λεπτομέρεια (ανάλυση). Από την άλλη πλευρά οι Έλληνες, με κριτήριο τις δημοσκοπήσεις, τάσσονται υπέρ ενός έντιμου συμβιβασμού, έτσι ώστε να μην διακινδυνεύσει η παραμονή τους στην Ευρωζώνη – ενώ η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να φτάσει στα άκρα, απαιτώντας μία ριζική λύση, με εναλλακτική τη χρεοκοπία (ανάλυση).

Ο έντιμος συμβιβασμός όμως σημαίνει πως θα πρέπει να υπάρξουν παραχωρήσεις «ένθεν κακείθεν»
– οι οποίες να εξασφαλίζουν αφενός μεν τη βιωσιμότητα της χώρας μας,
αφετέρου τις όποιες δίκαιες απαιτήσεις των δανειστών και εταίρων της ή,
έστω, αυτές που θεωρούν ως δίκαιες, με κριτήριο τους δικούς τους
εκλογείς.

Στα πλαίσια αυτά έχουμε την άποψη ότι, η κυβέρνηση θα έπρεπε να περιορίσει τις απαιτήσεις της σε μία και μοναδική: στην ονομαστική διαγραφή μέρους του χρέους (50%), με ρήτρα εξαγωγών για το υπόλοιπο, έτσι
ώστε να μπορεί στο μέλλον να χρηματοδοτείται από τις αγορές,
τουλάχιστον για τους αναπτυξιακούς της σχεδιασμούς. Όλοι γνωρίζουν πλέον
πως η χώρα μας, μετά από έξι χρόνια ύφεσης, είναι αδύνατον να
επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης, χωρίς ξένη χρηματοδότηση – χωρίς
ανάπτυξη δε, οι όποιες ελπίδες για το μέλλον είναι ουτοπικές.

Έναντι αυτού, οφείλει να εφαρμόσει όλα τα υπόλοιπα που απαιτούν οι
δανειστές, έτσι όπως η ίδια τα έχει υπογράψει στις 20 Φεβρουαρίου του
2015, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση – αντί
να επιμένει στο ακριβώς αντίθετο, όπως συμπεραίνεται από την αναίρεση
της απαίτησης για διαγραφή του χρέους προτού καν συζητηθεί
, παράλληλα με την επιμονή της σε θέματα που είναι αδύνατον να συμφωνηθούν.

Άλλωστε, όπως συμβαίνει και στις επιχειρήσεις, προηγείται η εξυγίανση τους της αύξησης των αμοιβών του προσωπικού τους, της πρόσληψης νέων εργαζομένων κοκ.
– αφού όλοι κατανοούν πως μία υπερχρεωμένη, ζημιογόνα εταιρεία είναι
ουσιαστικά αναγκασμένη να μειώνει μισθούς και να μην προσλαμβάνει, έως
ότου καταφέρει να αποφύγει τη χρεοκοπία, επιστρέφοντας στην κερδοφορία.

Η νομοθεσία δε της επιτρέπει να διαγράψει μέρος των χρεών της, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο – καθώς επίσης να αναζητήσει νέους χρηματοδότες, για να μπορέσει να γίνει ξανά ανταγωνιστική.

Συνεχίζοντας, πολύ σωστά τοποθετείται η κυβέρνηση εναντίον μέτρων που
προκαλούν ύφεση – όπως είναι ασφαλώς οι περαιτέρω μειώσεις των μισθών
και των συντάξεων (αν και η Τρόικα αναφέρθηκε μόνο στις υψηλές
συντάξεις, εάν δεν κάνουμε λάθος). Εν τούτοις, αυτό που κυριολεκτικά
δυναμιτίζει την ανάπτυξη, αυτό που προκαλεί δηλαδή τη μεγαλύτερη ύφεση σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα, δεν είναι άλλο από τη μειωμένη ρευστότητα – η οποία, παρά το ότι καταστρέφει κυριολεκτικά τη χώρα μας, δεν αντιμετωπίζεται καθόλου από τη  κυβέρνηση.

Ειδικότερα, το πλέον σημαντικό όλων δεν είναι τόσο η αποφυγή της χρεοκοπίας, με νέα δανεικά (ποτέ δεν αποπληρώνονται τα χρέη με νέα χρέη),
ή με τη μη εξόφληση των υποχρεώσεων του δημοσίου προς τον ιδιωτικό
τομέα, όσο η ρευστότητα στην οικονομία – η οποία έχει κυριολεκτικά
«στραγγίξει».

Η εξασφάλιση της πληρωμής των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων με νέα
δάνεια, όταν την ίδια στιγμή ο ιδιωτικός τομέας έχει παραλύσει, αδυνατώντας να πληρώσει τις οφειλές του, τους μισθούς του προσωπικού του ή να δώσει λύση στο πρόβλημα του 1,5 εκ. ανέργων, δεν οδηγεί πουθενά – αντίθετα, εντείνει την καταστροφή, χωρίς καμία προοπτική για το μέλλον.

Από την άλλη πλευρά, όταν οι τράπεζες κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν,
δανειζόμενες από το πρόγραμμα εκτάκτου ανάγκης της ΕΚΤ (ELA) για να
μπορούν να ανταπεξέρχονται με τις συνεχείς αναλήψεις των καταθετών τους,
μέσω των οποίων αυξάνονται συνεχώς οι εκροές κεφαλαίων προς το
εξωτερικό (μεταγγίσεις αίματος για να είναι εφικτή η αιμορραγία, χωρίς να πεθάνει ο ασθενής – η πληγή του οποίου όμως επιδεινώνεται συνεχώς), δεν έχει κανένα νόημα η αποφυγή της χρεοκοπίας του δημοσίου.

Είναι δε αδύνατον να βρεθεί μία αντίστοιχου ύψους χρηματοδότηση από τρίτους, όσον αφορά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα – τα δάνεια του οποίου από την ΕΚΤ ξεπερνούν πλέον τα 100 δις €.

Ακόμη λοιπόν και αν εξασφαλιζόταν ένα δάνειο από τη Ρωσία, από το λευκό ιππότη, όπως αποκαλείται ο κ. Putin, ο οποίος λέγεται πως θα προκαταβάλλει 5 δις € για την κατασκευή του αγωγού «Blue Stream» προς την Ευρώπη, μέσω της Τουρκίας (γράφημα), θα επρόκειτο για μία απλή ασπιρίνη σε έναν ετοιμοθάνατο ασθενή – η οποία θα επιμήκυνε τον επιθανάτιο ρόγχο του.

.

ΧΑΡΤΗΣ - Ελλάδα, Τουρκία, Ρωσία, αγωγός blue stream

Ελλάδα, Ρωσία, πολιτική – η πορεία του αγωγού «Blue Stream» προς την Ευρώπη, μέσω της Τουρκίας
Φυσικά θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς πως ίσως έτσι δημιουργούταν οι προϋποθέσεις μίας εναλλακτικής λύσης για την Ελλάδα – όπως η έξοδος της από την ΕΕ, από την Ευρωζώνη και από το ΝΑΤΟ, με την είσοδο της στην Ευρασιατική Ένωση της Ρωσίας.
Εν τούτοις, η χώρα μας είναι σημαντική για τη Ρωσία επειδή είναι μέλος
της ΕΕ, οπότε μπορεί να θέσει veto σε θέματα που είναι εναντίον των
συμφερόντων της Ρωσίας – ενώ οι Πολίτες της είναι υπέρ της παραμονής
τους στη νομισματική ένωση.

Παράλληλα, αμφιβάλλουμε πως η Ρωσία είναι σε θέση να παρέχει στην Ελλάδα τη χρηματοδότηση που χρειάζεται, για να αποφύγει να μετατραπεί σε ένα αποτυχημένο κράτος – ενώ οι Η.Π.Α. μάλλον δεν είναι τόσο αδύναμες, τουλάχιστον στρατιωτικά, ή πρόθυμες να επιτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Επομένως, η θεωρία του λευκού ιππότη είναι περισσότερο επικίνδυνη
παρά ωφέλιμη για την πατρίδα μας – παρά το ότι μας είναι εξαιρετικά
συμπαθής ο Ρώσος πρόεδρος, όπως άλλωστε στην πλειοψηφία των Ελλήνων.
Αντίθετα, μας είναι εξαιρετικά αντιπαθής η στάση της Γερμανίας, τόσο όσον αφορά τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζει την κυβέρνηση μας, όσο και τις οφειλές της απέναντι μας – για τις οποίες νοιώθουν ντροπή οι ίδιοι οι Πολίτες της (άρθρο).

Γνωρίζοντας δε το πόσο έχει ωφελήσει η κρίση της πατρίδας μας, καθώς
επίσης γενικότερα της Ευρώπης τη Γερμανία, η οποία κυριολεκτικά τρέφεται
από αυτήν (ανάλυση), έχουμε την εντύπωση πως εάν η κυβέρνηση χειριζόταν σωστά τις διαπραγματεύσεις, θα μπορούσε να είναι η Ελλάδα ο νικητής, ενώ η Γερμανία ο ηττημένος
– αφού είναι αδύνατον να μην κατανοούν όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη,
ιδίως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, που οδηγείται η ήπειρος μας,
εάν συνεχίσει να αποδέχεται ως απολυταρχικό ηγεμόνα της την καγκελάριο,
καθώς επίσης τον «ψυχασθενή» υπουργό οικονομικών της.

.

Οι Η.Π.Α.

Η υπερδύναμη κατανοεί επίσης πόσο καταστροφική θα ήταν για το
παγκόσμιο σύστημα και όχι μόνο για την Ευρωζώνη ή για την ΕΕ, η τυχόν
ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της Ελλάδας – πόσο μάλλον όταν το δολάριο, σύμφωνα με τις δηλώσεις γνωστού πολιτικού της (Ron Paul), κινδυνεύει να καταρρεύσει, λόγω της απώλειας της εμπιστοσύνης των ανθρώπων.

Με βάση τον ίδιο (πηγή),
τυχόν κατάρρευση του δολαρίου δεν θα κατέστρεφε μόνο όλες τις αξίες
στις Η.Π.Α. αλλά, επίσης, ολόκληρη τη μεσαία τάξη και τη χώρα – με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές αναταραχές, ιδίως στις μεγάλες πόλεις, σε συνδυασμό με μία κρίση πολύ μεγαλύτερη, συγκριτικά με αυτήν της Μεγάλης Ύφεσης ή του 2008.

Αυτό που λείπει τώρα για να προκληθεί κάτι τέτοιο δεν είναι άλλο από
εκείνη τη μικρή σταγόνα που θα έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει – αφού η
οικονομική κατάσταση των Η.Π.Α. είναι κάτι περισσότερο από προβληματική.
Οι παραποιημένες στατιστικές δεν
μπορούν να κρύψουν το πρόβλημα του διπλασιασμού των κουπονιών σίτισης
μετά το 2008 ή της υπερβολικής διόγκωσης των μεγάλων τραπεζών,
καθώς επίσης της εξαιρετικά επικίνδυνης έκθεσης τους στις αγορές παραγώγων.

Το γεγονός δε ότι, κάθε ώρα που περνάει η υπερδύναμη ξοδεύει 200 εκ. $ τα οποία δεν διαθέτει, 4 τρις $ συνολικά (νέα χρήματα της Fed) εντός των προηγουμένων λίγων ετών, τα οποία δημιουργεί από το πουθενά,
είναι αρκετό για να κλονίσει την εμπιστοσύνη στο δολάριο – κάτι που θα
ισοδυναμούσε με την αρχή του τέλους μίας χώρας, στο χρηματοπιστωτικό
σύστημα της οποίας στηρίζεται ολόκληρος ο πλανήτης.

Σε κάθε περίπτωση, τα δημόσια χρέη των Η.Π.Α. διπλασιάστηκαν εντός των 6 προηγουμένων ετών –
έχοντας αυξηθεί κατά 8,5 τρις $, όσο όλα τα προηγούμενα χρόνια της
ιστορίας τους και παρά το ότι ήταν σχεδόν μηδενικά το 1966 (γράφημα).

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - ΗΠΑ, δημόσιο χρέος

.

Στα πλαίσια αυτά, εάν οι Η.Π.Α. δεν αλλάξουν πολιτική, η κατάρρευση
είναι απλά θέμα χρόνου – αφού μία τέτοια εξέλιξη είναι αδύνατον να
συνεχιστεί. Το γεγονός αυτό φαίνεται ήδη από την απόσυρση πολλών χωρών
τόσο από το δολάριο (ιδίως τα αραβικά κράτη), όσο και από τα ομόλογα του
αμερικανικού δημοσίου – τα οποία πωλούν σχεδόν όλα τα κράτη που δανείζουν τις Η.Π.Α., μεταξύ των οποίων η Κίνα και η Ιαπωνία, φοβούμενα μεταξύ άλλων τη μείωση των αποδόσεων τους, όταν θα αυξηθούν τα βασικά επιτόκια εκ μέρους της Fed.

Πάντως, κατά την άποψη πολλών, η ώρα της κρίσης για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, θα είναι η ημερομηνία αύξησης των επιτοκίων εκ μέρους της Fed
– εκτός εάν προηγηθεί τυχόν ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της Ελλάδας, η οποία
θα λειτουργούσε όπως η σπίθα σε ένα εντελώς αποξεραμένο δάσος.

.

Επίλογος

Η κυβέρνηση έχει αρκετά διαπραγματευτικά χαρτιά στη διάθεση της, με
τα οποία θα μπορούσε να επιτύχει μία θετική συμφωνία για την Ελλάδα. Αυτό που όμως δεν διαθέτει είναι ο χρόνος –
οπότε δεν επιτρέπεται να τον σπαταλάει, καθυστερώντας να λάβει τις
σωστές αποφάσεις που οφείλουν να είναι σταθερές, χωρίς «ήξεις αφήξεις».

Εάν λοιπόν καταφέρει να διευρύνει τη συνεργασία της χώρας μας με τη
Ρωσία και με την Κίνα, χωρίς να έλθει σε σύγκρουση με την Ευρώπη και με
τις Η.Π.Α., επιμένοντας σε μία δίκαιη απαίτηση (διαγραφή χρέους) και συμβιβαζόμενη στα υπόλοιπα
(τα οποία θα μπορούσε να εφαρμόσει αργότερα, όταν η χώρα επέστρεφε στην
ανάπτυξη), τότε θα είχε πράγματι εκπληρώσει την αποστολή της – για την
οποία και έχει εκλεγεί από τους Έλληνες.

Ειδικά εάν πετύχει ταυτόχρονα μία ευρύτερη συναίνεση όλων των πολιτικών κομμάτων, στη βάση των παραπάνω –
τα οποία εύλογα δεν θα μπορούσε να αρνηθεί κανένα. Όσον αφορά τις
ιδιωτικοποιήσεις, η εξαίρεση των κοινωφελών και των στρατηγικών
επιχειρήσεων του δημοσίου είναι εφικτό να επιτευχθεί – όπως επίσης η
αναβολή των υπολοίπων για αργότερα, όταν θα έχουν αυξηθεί οι τιμές τους
σε φυσιολογικά επίπεδα.

Ολοκληρώνοντας, το «ή όλα ή τίποτα» δεν είναι μία
στρατηγική που υπόσχεται επιτυχία – αν και μπορεί να κάνουμε λάθος.
Εκτός αυτού, κανένας δεν πείθεται πως η
Ελλάδα είναι δυνατόν να επιστρέψει στις αγορές, καθώς επίσης σε πορεία
ανάπτυξης, χωρίς τη διαγραφή χρέους
– οπότε δεν πρέπει
να το αναιρεί η κυβέρνηση, επιλέγοντας να επιμένει σε όλα τα υπόλοιπα,
κυρίως επειδή έτσι δεν γίνεται καθόλου πιστευτή. Καλύτερα λοιπόν η
διαγραφή, χωρίς όλα τα υπόλοιπα, παρά το αντίθετο – αυτό τουλάχιστον
θεωρούμε εμείς ως την καλύτερη στρατηγική.

 Βασίλης Βιλιάρδος, Senior Analyst (Macro-economics)

.

© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή