Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τζέφρι Πάιατ: Ο Αμερικανός υποκινητής της αποσταθεροποίησης από Ουκρανία έως Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Το Sputnik εξετάζει τη δράση του Αμερικανού Πρέσβη στην Αθήνα. Ποιος είναι ο Τζέφρι Πάιατ και τι έχει έρθει να κάνει στην ελληνική επικράτεια;
Τρία χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Αμερικανός Πρέσβης Τζέφρι Πάιατ ήρθε στην Αθήνα ως επικεφαλής της διπλωματικής εκπροσώπησης των ΗΠΑ. Το ενδιαφέρον του για την Ελλάδα είναι τεράστιο και ο έμπειρος διπλωμάτης καριέρας, κυριολεκτικά, εμφανίζεται παντού, σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής.
Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτό;

«Η δράση του κυρίου Πάιατ βεβαίως έχει ξεφύγει κατά πολύ από τα διπλωματικά του καθήκοντα, μιας και η όλη του δράση και οι συχνές συναντήσεις που κάνει σήμερα με εκκλησιαστικούς παράγοντες, με τους βαρώνους των media, της επιχειρηματικής κοινότητας, με δημάρχους ανά την Ελλάδα. Συνεχίζει τη δράση με συστάσεις, που έκανε πρόσφατα στην Αλεξανδρούπολη, σε ανθρώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης που είχαν αναπτύξει σχέσεις με τη Ρωσική Ομοσπονδία και με πόλεις, που οι τότε αρχές είχαν ανοίξει διαδικασίες διαλόγου», επισημαίνει στο Sputnik, o πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Άμυνας, Κώστας Ήσυχος.

Ο ρόλος του Πάιατ στο πραξικόπημα του Κιέβου και η μετάβαση στην Αθήνα

Από την Ονδούρα, στην Ινδία και από εκεί στη Λαχόρη, (σ.σ. τη μεγαλύτερη και πιο σημαντική πολιτικά επαρχία του Πακιστάν), στη συνέχεια στο γραφείο νοτιοανατολικής Ασίας και μετέπειτα στο Κίεβο, θεωρείται από τους αναλυτές, ο βασικός υποκινητής της κρίσης στην Ουκρανία.
«Στην Ουκρανία ανέλαβε επισήμως από το Αύγουστο του 2013. Είχε ενεργή ανάμιξη στα αντιπολιτευτικά κινήματα υπό την καθοδήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών», στο Sputnik, o Δημήτρης Πατέλης, αναπληρωτής καθηγητής φιλοσοφίας στο Πολυτεχνείο Κρήτης, διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας και μέλος της Διεθνούς Ερευνητικής Ομάδας «Η Λογική της Ιστορίας».
Το πραξικόπημα του Μαϊντάν του 2014, ανέτρεψε τον φιλορώσο πρόεδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, φέρνοντας στην εξουσία τον φιλοαμερικανό Πέτρο Ποροσένκο. Τότε ο Τζέφρι Πάιατ, ακολουθούσε ένα παρεμβατικό πρόγραμμα προβολής, με συνεχή δημόσια παρουσία, ειδικότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Ουκρανία, εκτίναξε στα ύψη τη φήμη του το 2014, όταν είδε αναπάντεχα το φως της δημοσιότητας μια τηλεφωνική συνομιλία του, με την τότε βοηθό υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Βικτόρια Νούλαντ.
«Είχε δημοσιευθεί και μια τηλεφωνική συνδιάλεξη Πάιατ – Νούλαντ, όπου συζητούσαν την κατάσταση στην Ουκρανία. Συζητούσαν κανονικά, ωμά και ψυχρά για το ποια θα πρέπει να είναι η σύνθεση της κυβέρνησης στην Ουκρανία, με αρνητικούς χαρακτηρισμούς, όσον αφορά τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης», αναφέρει ο Δ. Πατέλης.
Λίγο αργότερα, η Νούλαντ παραδέχθηκε ότι η Ουάσιγκτον έχει δαπανήσει αρκετά χρήματα για να «στηρίξει τη Δημοκρατία στην Ουκρανία». «Κανονικό πραξικόπημα», σχολιάζει ο Δ. Πατέλης.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Κ. Ήσυχος που επισημαίνει: «Νομίζω ότι ο ρόλος του κυρίου Πάιατ και της κυρίας Νούλαντ ήταν καθοριστικός στην Ουκρανία, τότε με εκείνες τις μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Να θυμηθούμε ότι τότε μοίραζαν μπισκοτάκια και σοκολατάκια στους παρευρισκομένους. Το θυμόμαστε από τα πλάνα που είδαν το φως της δημοσιότητας. Ο ίδιος έπαιξε κεντρικό ρόλο πριν και μετά το πραξικόπημα στο να καθοδηγήσει τη νέα κυβέρνηση του Κιέβου και να την οδηγήσει σε μια νέα αντιρωσική υστερία».
Η κόντρα του με τη Ρωσία ήταν καθημερινό φαινόμενο.
«Στη διάρκεια σύρραξης στο Ντονμπάς στην Ανατολική Ουκρανία, κατηγορούσε ευθέως τη Ρωσία, ως δύναμη που υποστήριζε το αποσχιστικό κίνημα των Δημοκρατιών του Λουγκάνσκ και του Ντονιέτσκ. Και τότε, ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, τον διόρισε στην Ελλάδα», τονίζει ο Δ. Πατέλης.
«Επομένως έχοντας την τεχνογνωσία του πραξικοπήματος του Μαϊντάν, του οποίου ήταν ένας εκ των βασικών αρχιτεκτόνων και έχοντας αναλάβει μια βασική γεωστρατηγική θέση όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την ευρύτερη βαλκανική και εν μέρει τουρκική εποπτεία από τη μεριά των συνόρων των ΗΠΑ, η όλη του δράση έχει ζημιώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις πολύ καλές σχέσεις, που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε η Ελλάδα, όχι μόνο με τη Ρωσία αλλά και ολόκληρο το χώρο της Ευρασίας. Επίσης, κατάφερε να επεκτείνει τη ρωσοφοβία στην Ελλάδα», προσθέτει ο Κ. Ήσυχος.

«Είναι μια προσωποίηση του ωμού παρεμβατισμού αυτό που κάνει ο Πάιατ»

Την ίδια στιγμή, ο Κ. Ήσυχος εξηγεί ότι ο Πάιατ εφαρμόζει τη διπλωματία των αγωγών, θωρακίζοντάς την με στρατιωτική συνεργασία:
«Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο αγωγός east MED και οδηγεί σε συνεργασία Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ. Πρέπει να πούμε ότι η ιδέα που διαδίδεται είναι ότι θα βοηθήσει στην οικονομική συνεργασία, αλλά για το λόγο αυτό προηγείται η απαιτούμενη στρατιωτικοποίηση της περιοχής. Και σε αυτό ο κύριος Πάιατ, έχει έναν πολύ κεντρικό ρόλο.  
Τόσο με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και με την κυβέρνηση της ΝΔ, έχει πάρει σάρκα και οστά, μια σειρά στρατιωτικών διευκολύνσεων στις ΗΠΑ, με τη συμφωνία που προβλέπει νέες στρατιωτικές διευκολύνσεις και κοινές ασκήσεις Ελλάδας- ΗΠΑ ».
Παράλληλα, του επιρρίπτει ευθύνες, για την εκκλησιαστική κρίση στις ελληνορωσικές σχέσεις:
«Κεντρικός είναι ο ρόλος του Αμερικανού πρέσβη, στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδας με την εκκλησία της Ρωσίας, όπως αρνητικά εκδηλώνονται αυτό το διάστημα. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι κορυφαία συστημικά κανάλια στην Ελλάδα εκπέμπουν ρωσοφοβικές ειδήσεις».
Ο Δ. Πατέλης αναλύει ειδικότερα τη δράση του Πάιατ στην Ελλάδα στο στρατιωτικό σκέλος:
«Είναι μια προσωποίηση του ωμού παρεμβατισμού αυτό που κάνει. Ενδεικτικά, θα αναφέρω όχι μόνο την ανά την επικράτεια παρέμβαση που κάνει, αλλά και την επιχειρηματική δραστηριότητα της Αμερικής που προωθεί.
Έχει προβεί σε συναντήσεις με τη στρατιωτική ηγεσία του Υπουργείου τις χώρας, παρακάμπτοντας την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Σαν να είναι ύπατη αρχή, η οποία έχει άμεσα με τις ένοπλες δυνάμεις μια σχέση υπαγόρευσης, προκλητική για τα κυριαρχικά δικαιώματα και συμφέροντα ενός λαού.
Είναι αδύνατο ένας πρέσβης να κάνει αναφορές στα συμφέροντα των ενόπλων δυνάμεων.
Δεν είναι δυνατόν ένας πρέσβης να εξυπηρετεί μονομερώς τα συμφέροντα ή την πλεονεκτική θέση των αμερικανικών μονοπωλίων στη χώρα. Αυτά είναι πράγματα τα οποία κανέναν Έλληνα δεν τιμούν».
Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει ο ίδιος, ο πρέσβης δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ελληνικό αθλητισμό, συναντώντας τον Αντετοκούνμπο ή και τον Υφυπουργό Αθλητισμού.
«Είναι το lifestyle που προωθεί. Προσπαθεί να κάνει μια κατ’ επίφαση λαϊκή διπλωματία, αξιοποιώντας τη δημοφιλία του αθλητισμού στο λαό και στη νεολαία, έτσι ώστε να φτιάξει ένα πρόσωπο αρεστό που συμμετέχει και προβάλλει τον αθλητισμό.
Είχε χαρακτηρίσει την Ελλάδα “μεντεσέ” για την προώθηση των αμερικανικών και ΝΑΤΟικών στρατηγικών συμφερόντων στην περιοχή. Όταν φλέγεται η περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής έχει συμβάλλει τα μέγιστα αυτός ο κύριος ώστε να διασφαλιστεί η δουλική πρόσδεση στο αμερικανονατοικό άρμα».

Στην Αλεξανδρούπολη

Μεγάλο είναι το ενδιαφέρον του Αμερικανού Πρέσβη για τη Θράκη και ειδικά για την Αλεξανδρούπολη. Τη δράση του εκεί, αναλύει ο Αντώνης Μποσνακούδης, στρατηγικός αναλυτής, μιλώντας στο Sputnik:
«Από το καλοκαίρι του 2017 που ήρθε για πρώτη φορά στην Αλεξανδρούπολη, ο Τζέφρι Πάιατ, τόσο οι κάτοικοι, όσο και οι ερευνητές, δημοσιογράφοι κλπ που ασχολούνται με τη δράση του έχουν βγάλει μερικά συμπεράσματα σχετικά με το “αποτύπωμα” του Πάιατ στην Αλεξανδρούπολη.
Η πρώτη επισήμανση είναι ότι έκανε συμβολικές ενέργειες κατά της ελληνορωσικής συνεργασίας αρχίζοντας με το ίδιο το ξενοδοχείο στο οποίο μένει και από το οποίο έκανε τις ανακοινώσεις στο συνέδριο του ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, δίνοντας σήμα σε όλους ότι αρχίζει ο ίδιος να υλοποιεί την επιβολή της εξουσίας των συμφερόντων τα οποία εκπροσωπεί στην Αμερική. Έκανε αίσθηση το γεγονός, ότι αυτό το ξενοδοχείο ήταν το αγαπημένο ξενοδοχείο των Ρώσων τουριστών που έρχονταν στην Αλεξανδρούπολη τα προηγούμενα χρόνια και η επιλογή του τόσο για να γίνει εκεί το συνέδριο, όσο και να μένει εκεί διαρκώς, έγινε αισθητό ότι αποτελεί κατάληψη ενός συμβόλου».
Συνεχίζοντας, ο κ. Μποσκανούδης κάνει λόγο στις «απρόκλητες και χονδροειδείς επιθέσεις που έκανε κατά του τότε Δημάρχου και του Προέδρου του Επιμελητηρίου σχετικά με τη συνεργασία που είχαν με ρωσικούς φορείς». «Στην αρχή», λέει, «πάγωσε πολλούς, διότι ήταν εντελώς εκτός του οποιοδήποτε ρόλου μπορεί να έχει ένας ξένος πρέσβης. Από την άλλη πλευρά, δημιούργησαν ένα αίσθημα ότι ο χώρος που εκπροσωπεί ο Τζέφρι Πάιατ αντιμετωπίζει την Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο που η Ανατολική Ευρώπη αντιμετωπιζόταν από τη Σοβιετική εξουσία.»
Την ίδια στιγμή, ο αναλυτής εξηγεί τι κρύβεται, κατά τη γνώμη του, πίσω από το έργο της ανέλκυσης της βυθισμένης βυθοκόρου «Ολγα», που εδώ και χρόνια δημιουργούσε προβλήματα στην αξιοποίηση του συνόλου του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης. Η ανέλκυση κοστίζει 2,3 εκατ. ευρώ και έχει αναληφθεί εξ ολοκλήρου από τις ΗΠΑ υπό την επίβλεψη Πάιατ.
«Η ιστορία με την ανέλκυση του ναυαγίου του πλοίου “Βασίλισσα Όλγα”, αρχικά προβλημάτισε αρκετούς που αναρωτήθηκαν: “γιατί γίνεται με τόσες τυμπανοκρουσίες;”, αλλά έγινε κατανοητό ότι η ανέλκυση θα επέτρεπε σε μεγάλα αμερικανικά πλοία να χρησιμοποιήσουν το λιμάνι, διότι θα απελευθέρωνε χώρο από τον βυθό του λιμανιού. Δηλαδή, ουσιαστικά, γίνεται για εξυπηρέτηση του αμερικανικού ναυτικού, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει και αυτό τη συμβολική του αξία για τους Αμερικανούς, διότι ο Πάιτ εξακολουθεί να “κάνει παιχνίδι” με ρωσικά σύμβολα, δεδομένου ότι η βασίλισσα Όλγα ήταν ρωσικής καταγωγής, που έχει εξαιρετική προσφορά στην Ελλάδα, και, με αυτό τον τρόπο, έμμεσα, ο αμερικανικός παράγοντας που εξυπηρετεί ο Πάιατ βάζει “πόδι” πάλι σε κάτι ρωσικό.
Δηλαδή η παρουσία του Πάιατ στην Αλεξανδρούπολη και η λειτουργία του έχει πρώτα τον χαρακτήρα της προσπάθειας εξουδετέρωσης καθετί που έχει επιτευχθεί από την ελληνορωσική συνεργασία τα τελευταία χρόνια, πάγωμα για οτιδήποτε σχεδιαζόταν, αλλά όλα αυτά ταυτόχρονα με μία προβολή κυριαρχίας του αμερικανικού παράγοντα, σε σημείο που όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί, είναι σαν να λέει “Εμείς είμαστε εδώ, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα, βουλώστε το και αποδεχτείτε το”».
Και συνεχίζει:
«Όλο το πεδίο ελέγχου που έχει πέσει πάνω στην περιοχή, από τα συμφέροντα που εκπροσωπεί ο Τζέφρι Πάιατ, έχει παγώσει τις αντιδράσεις και τις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις στην αμερικανική επέλαση, η οποία είναι χωρίς ουσιαστικό όφελος για την περιοχή, παρά μόνον με πραγματική και αισθητή ζημιά από την εξουδετέρωση της ελληνορωσικής συνεργασίας που υπήρξε.
Προς το τέλος του καλοκαιριού και κατά την περίοδο που υπήρχε το τρομερό πρόβλημα με την συγκοινωνία, μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Σαμοθράκης ,αποκαλύφθηκε ότι ένα μικρό μέρος από τα προγράμματα ελληνορωσικής συνεργασίας τα οποία προωθούνταν και πάγωσαν λόγω της αντιρωσικής εκστρατείας και της ενεργοποίησης του Πάιατ στην Αλεξανδρούπολη, ήταν και η προσπάθεια να γίνει συνεργασία για χρησιμοποίηση ρωσικών αμφιβίων αεροσκαφών κυρίως ως υδροπλάνων, τόσο για την συγκοινωνία με τη Σαμοθράκη όσο και με άλλους προορισμούς.
Υπήρχε η διάθεση να εξεταστεί η χρήση υποβρυχίων σε συνεργασία με ρωσικά ναυπηγεία, έτσι ώστε να υπάρχει διαρκής μεταφορά, τουλάχιστον εμπορευμάτων και τροφοδοσίας και στη συνέχεια επιβατών πάλι με τη Σαμοθράκη και με άλλους νησιωτικούς προορισμούς».
«Το ποιοι διορίζονται ως πρέσβεις των ΗΠΑ στην Αθήνα, μόνο τυχαίο δεν μπορεί να είναι, λόγω της στρατηγικής σημασίας που έχει η χώρα μας ιδιαίτερα σε κρίσιμες φάσεις. Αν δούμε την ιστορία, κανένας από τους προηγούμενους πρέσβεις δεν ήταν τυχαίος. Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος διπλωμάτης, με περγαμηνές, εστάλη στην Ελλάδα μόνο τυχαίο δεν είναι, αλλά και η παράταση της θητείας του. Εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον αμερικανικό κρατικό μηχανισμό», τονίζει Δ. Πατέλης.
«Η επέκταση της θητείας του στην Ελλάδα, ενώ είχε λήξει, είναι μια επιβράβευση από τα think tank της Ουάσινγκτον, που του αναγνωρίζουν την πολύ καλή δουλειά, που έχει κάνει για τα συμφέροντα των ΗΠΑ», καταλήγει ο κ. Ήσυχος.

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις26 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO56 λεπτά πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

Δημοφιλή