Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αν η τουρκική εισβολή σε Συρία επιτύχει τι θα συμβεί στη Μεσανατολική Σκακιέρα

Δημοσιεύτηκε στις

Η νέα προδοσία των Κούρδων από τις Ην. Πολιτείες και η νέα τουρκική εισβολή στη Συρία, η οποία βρίσκεται σε αιματηρή εξέλιξη, επιβεβαιώνει ξανά και κατά δραματικό τρόπο, πρώτον, την απόφανση του Θουκυδίδη, στο γνωστό διάλογο Αθηναίων και Μηλίων:

«Στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του».
Δεύτερον, οι Κούρδοι θυσιάζονται στο βωμό επιχειρηματικών συμφερόντων του Αμερικανού προέδρου Τραμπ με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν (και τον δισεκατομμυριούχο Ντογκάν) και, κυρίως, για λόγους προεκλογικούς και ψηφοθηρικούς.
Τρίτον, η Τουρκία εκμεταλλεύεται ένα εμφανές κενό εξουσίας και εσωστρέφειας μιας αλλοπρόσαλλης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία ασκείται με… τιτιβίσματα από έναν εμφανώς αναξιόπιστο Τραμπ.

  • Η σημερινή κατάσταση πραγμάτων στην Ουάσιγκτον ενθυμίζει κατά τραγικό τρόπο παρόμοια εκείνης του 1974, όταν ο τότε Πρόεδρος Νίξον είχε κατηγορηθεί για το γνωστό «σκάνδαλο Γουώτεργκέιτ», βρισκόταν υπό δίωξη και, ουσιαστικά, κυβερνούσε ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Κίσσιντζερ, ο οποίος άναψε το πράσινο φως στον Ετζεβίτ για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Ο εφιάλτης της Τουρκίας
Δεν έχει σημασία, πια, αν ο πονηρός σουλτάνος εξαπάτησε ή εξευτέλισε τον Αμερικανό Πρόεδρο. Η Τουρκία εδώ και πολλούς μήνες ζητούσε από τις ΗΠΑ να συνεργήσουν στον καθορισμό μιας ζώνης ασφαλείας κατά μήκος των τουρκοσυριακών συνόρων, δήθεν για να απωθήσει τους τρομοκράτες – και εννοούσε τους Κούρδους – και να επιτραπεί σε Σύριους πρόσφυγες στην Τουρκία, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Ο εμφανής στόχος του Ερντογάν, βεβαίως, είναι άλλος, επειδή συνιστά και τον διαχρονικό εφιάλτη της Τουρκίας: Να αποτρέψει με κάθε τρόπο τη συνένωση των Κούρδων της ΝΑ Τουρκίας με εκείνους της ΒΑ Συρίας και του Βορείου Ιράκ σε ένα ισχυρό, ελεύθερο και αναγνωρισμένο κουρδικό κράτος με πληθυσμό πέραν των 35 εκατομμυρίων κατοίκων.
Οι Κούρδοι της Συρίας ήταν και είναι οι πιο συνεπείς και αξιόπιστοι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους. Πέραν των 11.000 Κούρδων σκοτώθηκαν σε μάχες κατά των τζιχαντιστών ενώ άλλες 20.000 τραυματίστηκαν, επειδή πίστεψαν στις ΗΠΑ. Αριθμός νεκρών Αμερικανών: Έξι!
Όπως ήταν αναμενόμενο, η αιφνίδια απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ερντογάν, να του ανάψει το πράσινο φως για τουρκική εισβολή στη Συρία, προκάλεσε θυελλώδεις και οργίλες αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, σε όλο τον κόσμο και, φυσικά, μεταξύ των συμμάχων τους.
  • Το ευκρινές μήνυμα, το οποίο εστάλη σε όλους όσοι πίστευαν ακόμα στην όποια αξιοπιστία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ήταν ότι στο εξής δεν έπρεπε να την εμπιστεύονται πλέον. Η απόφαση του προέδρου Τραμπ να εγκαταλείψει και να προδώσει τους Κούρδους συμμάχους του, γελοιοποίησε τις ΗΠΑ, τις εξευτέλισε στα μάτια συμμάχων και φίλων οι οποίοι διερωτώνται, δικαιολογημένα, τι άλλο να αναμένουν από μιαν άλλοτε υπερδύναμη που πελαγοδρομεί.
Δώρο στους Πούτιν-Ρουχανί
Η απόφαση Τραμπ, όπως ήταν αναμενόμενο, πρώτον, ανέδειξε ξανά και την απίστευτη υποκρισία πολλών κρατών και ηγετών οι οποίοι επιδόθηκαν στο γνωστό άθλημα της ανέξοδης καταδίκης της τουρκικής εισβολής, εκκλήσεων προς τον Ερντογάν να περιορίσει τον αριθμό αυτών που θα σκοτώσει (δηλώσεις Τραμπ) και να ανακαλέσει τα στρατεύματά του.
Δεύτερον, η απόφαση Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία («οι αμερικανοί στρατιώτες δεν θα σκοτώνονται σε πολέμους χωρίς τέλος») είναι ένα τεράστιο δώρο στο Ρώσο πρόεδρο Πούτιν και στον πρόεδρο του Ιράν, Ρουχανί, επειδή μεγαλώνει το κενό της αμερικανικής απουσίας από μια περιοχή, η οποία ανέκαθεν είναι η Μεγάλη Μεσανατολική Σκακιέρα, στην οποία είχε αναφερθεί παλαιότερα και ο γνωστός Αμερικανός ρεαλιστής θεωρητικός, Μπρζεζίνσκι.
Τρίτον, η τουρκική εισβολή στη Συρία εντάσσεται όχι μόνο στη προσπάθεια της Άγκυρας να τελειώνει με το κουρδικό και τον εφιάλτη πιθανής δημιουργίας κουρδικού κράτους αλλά και στα μεγαλεπήβολα σχέδια Ερντογάν, η Τουρκία να αναδειχθεί, μέχρι το 2023 (100ετηρίδα ίδρυσης της Τουρκικής Δημοκρατίας) σε περιφερειακή και σε δύναμη ισότιμη άλλων μεσαίων δυνάμεων. Δεν είναι τυχαίες, άλλωστε, πρόσφατες δηλώσεις του ότι και η Τουρκία δικαιούται να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, αφού ήδη το Ισραήλ και το Ιράν είναι πυρηνικές δυνάμεις.
  • Τέταρτον, οι Κούρδοι δεν θα έχουν πλέον άλλη επιλογή παρά να αγωνιστούν για την επιβίωσή τους εναντίον των Τούρκων εισβολέων. Γι’ αυτό και συμμάχησαν με τον πρόεδρο Άσαντ, που υποστηρίζεται από τη Ρωσία και το Ιράν. Αυτό θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τα εισβολικά τουρκικά στρατεύματα να βρεθούν αντιμέτωπα πλέον με τις συνασπισμένες δυνάμεις του Άσαντ και των Κούρδων.   
Το αμερικανικό κενό εξουσίας, τα αλλοπρόσαλλα μηνύματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στο Μεσανατολικό και σε άλλα διεθνή ζητήματα (σχέσεις με την ΕΕ, εμπορικός πόλεμος με την Κίνα, Βενεζουέλα, Αφγανιστάν, Ιράκ, κτλ), καθώς και η τουρκική εισβολή στη Συρία αναμένεται να αναδιατάξουν τα δεδομένα και ίσως το χάρτη της Μέσης Ανατολής. Και αυτά σε ευθεία συνάρτηση προς τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης, τις επιδιώξεις της Ρωσίας στην Αν. Μεσόγειο, το σημαντικό ρόλο του Ισραήλ και τους φόβους της Σαουδικής Αραβίας έναντι της Τεχεράνης.
Ο Ερντογάν δεν θα αποχωρήσει
Ας ξεκινήσουμε από τους στόχους της Τουρκίας. Ο Ερντογάν έχει μεγαλεπήβολα σχέδια. Δεν εισέβαλε ξανά στη Συρία για να αποχωρήσει. Η ζώνη ασφαλείας είναι το προπέτασμα καπνού για κατάκτηση κι άλλου τμήματος της συριακής επικράτειας. Ας θυμηθούμε: Πριν από δύο χρόνια, τον Αύγουστο του 2017, ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στη Συρία, μετά την κατάληψη του Κομπάνι και του Αφρίν, δήθεν για να εδραιώσει την ειρήνη.
  • Τότε, η Άγκυρα είχε διαβεβαιώσει ότι το πολύ σε ένα μήνα οι τουρκικές δυνάμεις θα αποχωρούσαν. Βρίσκονται ακόμα εκεί! Δημιούργησε υποδομές οιονεί κυπριακού ψευδοκράτους: Έκτισε νοσοκομεία, σχολεία, τζαμιά, εκπαίδευσε αστυνομικούς και δημόσιους υπαλλήλους, ιμάμηδες και ελέγχει έδαφος πέραν των 2000 τ. χλμ με γενναία χρηματοδότηση του συριακού ψευδοκράτους της.
Με τη νέα εισβολή, η Τουρκία αποβλέπει στη δημιουργία ζώνη ασφαλείας μήκους 480 χλμ και πλάτους 32 χλμ στην οποία σκοπεύει, δηλώνει ο Ερντογάν, να εγκαταστήσει σε πρώτο στάδιο ένα εκατομμύριο πρόσφυγες κυρίως αραβικής καταγωγής. Με εμφανή στόχο:
Να διασπάσει την κουρδική δημογραφική σύνθεση της περιοχής, να αποδυναμώσει τους Κούρδους και να δημιουργήσει δικό της πληθυσμιακό προγεφύρωμα. Και, φυσικά, να ενισχύσει τη φθίνουσα εικόνα του στο εσωτερικό. Πόσο θα διαρκέσει η νέα τουρκική εισβολή στη Συρία; Θα περιοριστεί στα πλαίσια της χάραξης μιας ζώνης ασφαλείας;
  • Η ιστορία της Τουρκίας επιβεβαιώνει πως, ό,τι αρπάζει με το σπαθί της δεν το επιστρέφει με την υπογραφή της. Ο Ερντογάν δεν πρόκειται να αποχωρήσει από τα εδάφη τα οποία καταλαμβάνει. Ο πρόεδρος Τραμπ, κατόπιν εορτής, τον απειλεί με μέτρα που θα γονατίσουν την οικονομία της Τουρκίας. Ο σουλτάνος απαντά – και το εννοεί – ότι θα αντιδράσει στο πολλαπλάσιο.
Μόσχα και Τεχεράνη
Η Τουρκία είναι εποχικά σύμμαχος με τη Ρωσία και το Ιράν. Οι τρεις χώρες συνεργάζονται για την επίτευξη ειρηνικής λύσης στο συριακό. Η τουρκική εισβολή περιπλέκει τα πράγματα σε βαθμό διάσπασης αυτής της τριμερούς συμμαχίας. Η Μόσχα αντίδρασε χλιαρά στη τουρκική εισβολή και ο πρόεδρος Πούτιν κάλεσε σε αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων – περιλαμβανομένων και των ρωσικών, αν το ζητήσει η Δαμασκός.
Η Τεχεράνη στηρίζει το Σύρο πρόεδρο Άσαντ και είναι σφόδρα ενοχλημένη από την τουρκική εισβολή, η οποία επηρεάζει τη δική της ηγεμονική φιλοδοξία για ισχυρή επιρροή στην περιοχή, απέναντι στο Ισραήλ, το οποίο θέλει να καταστρέψει.
Μόσχα και Τεχεράνη παρακολουθούν στενά την τουρκική εισβολή, η όποια εξέλιξη και κατάληξη της οποίας θα επηρεάσει δραστικά και τις σχέσεις τους με την Τουρκία. Και τούτο επειδή η χώρα του Αττίλα επιχειρεί να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα στη Μεσανατολική Σκακιέρα ώστε, όταν έρθει η ώρα της ειρήνης, η Άγκυρα να λειτουργήσει από καταφανή θέση ισχύος και επιβολής. Αυτό ακριβώς ενοχλεί τη Ρωσία και το Ιράν.
Μια τέτοια εξέλιξη, η οποία δεν είναι απίθανη επειδή η συνεργασία των τριών χωρών είναι περιστασιακή, εποχική και αυτόχρημα συμφεροντολογική, θα δημιουργήσει νέα δεδομένα στην περιοχή, με άμεσο αντίκτυπο στο Ισραήλ και στη Σαουδική Αραβία, χωρίς να παραγνωρίζεται η Αίγυπτος και όλες οι χώρες της Αν. Μεσογείου, περιλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας, με προέκταση στην Ελλάδα.
Η  στάση του Ισραήλ
Διάσπαση της ρωσο-τουρκο-ιρανικής συνεργασίας θα προκαλέσει φυγόκεντρες τάσεις των πιο πάνω δρώντων σε συνάρτηση προς άλλους δρώντες όπως είναι η ΕΕ και ειδικά η Γαλλία, η Γερμανία ή και η Βρετανία, χωρίς να υποτιμάται ο ρόλος της Κίνας. Το πιο σημαντικό ερωτηματικό είναι η στάση του Ισραήλ. Τι θα πράξει αν η Τουρκία επιτύχει τους στόχους της εισβολής στη Συρία και εξ αυτών θα αναβαθμιστεί σημαντικά;
  • Ο μέγας εχθρός του Ισραήλ είναι το Ιράν και τα ηγεμονικά σχέδιά του να κυριαρχήσει στην περιοχή, πρώτα δι΄ αντιπροσώπων – Χεζμπολάχ, Συρία, τρομοκρατικές οργανώσεις –  και ύστερα διά της πυρηνικής ισχύος του.
Θα συμφωνήσω με τον δρα Γαβριήλ Χαρίτου (διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής του Ινστιτούτου Μπεν-Γκουριόν, στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν του Ισραήλ). Σε πρόσφατη ανάλυσή του («Προς νέα ανατροπή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Πώς η τουρκική επέμβαση στην Συρία μπορεί να απειλήσει την συνοχή του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ», στην ελληνική έκδοση του Council on Foreign Relations, 10/10/2019), υποστηρίζει:
«Η ανακοίνωση της αποχώρησης των ΗΠΑ από την βόρειο Συρία έστρεψε το ισραηλινό ενδιαφέρον στο τι μέλλει γενέσθαι εάν η αμερικανική τάση αναδίπλωσης εκδηλωθεί περαιτέρω, αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο ‘ακάλυπτη’ την ισραηλινή άμυνα έναντι της μόνιμης ιρανικής απειλής. Από την άλλη –και παρότι αυτό δεν έχει ειπωθεί ακόμα ξεκάθαρα-, το Ισραήλ δεν θα αργήσει να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να καλύψει πιθανά κενά, στην προσπάθειά του αποτρέψει τον ιρανικό εξ Ανατολών μόνιμο κίνδυνο.
  • »Εκτιμάται ότι δεν θα καθυστερήσει η στιγμή κατά την οποία επιτελικοί παράγοντες θα εξετάσουν εκ νέου την πορεία των σχέσεων της χώρας με την Τουρκία, ο ρόλος της οποίας σαφώς αναβαθμίζεται στα συριακά τεκταινόμενα. Σε μια τέτοια περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει αυτή την στιγμή ότι δεν θα υπάρξει αντίκτυπος στην ποιότητα των σχέσεων που το Ισραήλ καλλιέργησε με τις γειτονικές του χώρες τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο».
Τα συμφέροντα είναι αιώνια
Τίθεται ένα καίριο και αναπάντητο, προς το παρόν, ερώτημα: Το Ισραήλ θα εμμείνει με συνέπεια και αξιοπιστία στις τριμερείς συνεργασίες του με την Ελλάδα και την Κύπρο; Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τον Θουκυδίδη, τον λόρδο Πάλμερστον, τον στρατηγό Ντε Γκωλλ και τον Κίσσιντζερ στην ωμή και κυνική αποτύπωση των διακρατικών και διεθνών σχέσεων. Δηλ. «ο ισχυρότερος δεσμός μεταξύ κρατών είναι το  συμφέρον» και, «δεν υπάρχουν αιώνιοι εχθροί, τα συμφέροντα των κρατών είναι αιώνια».
Στο διαρκώς, δραματικά μεταβαλλόμενο περιφερειακό και διεθνές άναρχο σύστημα, χωρίς την παρουσία και επιβολή ενός ισχυρού ηγεμόνα, μεσαίες και άλλες δυνάμεις θα επιχειρούν να πληρούν κενά ισχύος και να διαμορφώνουν νέα ισοζύγια δυνάμεων, εξυπηρετικά των συμφερόντων τους.
  • Σε αυτή την τραγική και επικίνδυνη περιφερειακή συγκυρία, με μιαν ασύδοτη και ασυγκράτητα αναθεωρητική και επεκτατική Τουρκία, η Ελλάδα και η Κύπρος καλούνται να μετρήσουν ξανά φίλους, συμμάχους και πώς θα υπερασπιστούν τα εθνικά συμφέροντά τους, σε συνάρτηση και προς τα ενεργειακά, τα οποία εποφθαλμιά η Άγκυρα.
Απέναντί τους έχουν έναν Τουρκο-Χίτλερ, τον Ερντογάν, ο οποίος ενεργεί όπως και ο αλήστου μνήμης ναζί εγκληματίας, τον οποίο ο Τούρκος Πρόεδρος θαυμάζει και μιμείται. Τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, η Τουρκία έκτισε σημαντικό πολεμικό στόλο, ανέπτυξε σε ύψιστο βαθμό την πολεμική βιομηχανία της με εξαγωγικό προσανατολισμό, ανεξαρτητοποιείται και απομακρύνεται σταδιακά από τη Δύση, υπονομεύει το ΝΑΤΟ, εναγκαλίζεται τη Ρωσία και το Ιράν, επιτίθεται στο Ισραήλ και διεκδικεί ρόλο μεγάλης δύναμης στην περιοχή μας και στον κόσμο.
Η επόμενη σύγκρουση
Πώς η Ελλάδα και η Κύπρος θα αντισταθούν σε αυτήν την αναθεωρητική, επιθετική και αρπακτική Τουρκία, η οποία δεν εννοεί να εγκαταλείψει την πρακτική των κανονιοφόρων και της αρπαγής; Το Διεθνές Δίκαιο και οι αρχές του ΟΗΕ είναι το δίκαιο των αδυνάτων. Η περίπτωση των Μηλίων έναντι των Αθηναίων έπρεπε να διδάσκει διαρκώς τους ηγέτες στην Αθήνα και στη Λευκωσία.
Στις επόμενες εβδομάδες και μήνες, ανεξάρτητα αν η τουρκική εισβολή επιτύχει τους στόχους της ή όχι, ο χάρτης της Μεσανατολικής Σκακιέρας αναμένεται να αλλάξει. Οι δρώντες στην περιοχή θα αναμετρηθούν στην προσπάθεια διεκδίκησης ρόλου, επιρροής και ισχύος. Οι σημερινοί «φίλοι» αύριο μπορεί να μετατραπούν σε θανάσιμους εχθρούς.
  • Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία Ελλάδα και Κύπρος ανήκουν, όφειλε να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό, καταλυτικό και δραστήριο ρόλο. Απουσιάζει, επειδή, συν τοις άλλοις, ο σύμμαχός της, οι ΗΠΑ, βρίσκονται σε κατάσταση αλλοπρόσαλλης εσωστρέφειας και αναξιόπιστης εξωτερικής πολιτικής, η οποία στέλνει αμφιλεγόμενα μηνύματα στους συμμάχους της όσον αφορά τις πραγματικές προθέσεις της και την πολιτική της στα Μεσανατολικά δρώμενα.
Η επόμενη σύγκρουση δεν αποκλείεται να γίνει μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, με μια Τουρκία να το παίζει ως δήθεν διαμεσολαβητής και τις ΗΠΑ και την Ευρώπη να αδυνατούν να παρέμβουν, ενώ η Ρωσία θα καιροφυλακτεί και θα εκμεταλλεύεται κενά ισχύος, παρουσίας και παρέμβασης.
Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να συνειδητοποιήσουν ότι, την κρίσιμη στιγμή, θα είναι ουσιαστικά μόνες. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, καλούνται να αντιληφθούν ότι οφείλουν να ισχυροποιήσουν την άμυνά τους. Τα επόμενα χτυπήματα του ασύδοτου Τούρκου θα είναι στο Αιγαίο και στην Κύπρο.
Σημερινή

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή