Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η «κατάληψη» των Βρυξελλών!

Δημοσιεύτηκε στις

Πώς οι Γερμανοί έχουν εξασφαλίσει τον ασφυκτικό έλεγχο της Ε.Ε.

http://ardin-rixi.gr/wp-content/uploads/2015/03/Merkel_Scheuble1-e1425891687407.jpg
Του Βασίλη Στοϊλόπουλου
Οι προειδοποιήσεις για μια υπό διαμόρφωση «γερμανική Ευρώπη», που θα ανατρέψει ισορροπίες δεκαετιών στη Γηραιά Ήπειρο, ή ακόμα και ο φόβος για την ανάδυση ενός 4ου Ράιχ, αποτελούν εδώ και μερικά χρόνια αντικείμενο ενδελεχούς διαλόγου σε πανεπιστημιακές αίθουσες και σε δημοσιογραφικά γραφεία, σε λέσχες πολιτικών συζητήσεων, αλλά και σε ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Αναμφίβολα, ο τρόπος που η καγκελάριος Μέρκελ αντιμετώπισε τελευταία το ουκρανικό ζήτημα στη συνδιάσκεψη του Μινσκ και την ελληνική κρίση χρέους στις Βρυξέλλες, έδειξε για μια ακόμα φορά ποια δύναμη κατευθύνει πλέον την Ευρωπαϊκή Ένωση.


Αυτό όμως που δεν έγινε ακόμα θέμα ευρύτερης συζήτησης είναι ότι η οικονομική υπερδύναμη, που εδρεύει στο Βερολίνο, τελικά εδραιώνεται στις Βρυξέλλες, όπου τα τελευταία χρόνια, σχεδόν ανεπαισθήτως, έγιναν καθοριστικές αλλαγές, χωρίς να τις αντιληφθεί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Για τον προσεκτικό παρατηρητή είναι πλέον σαφές ότι, στα ιερατεία των Βρυξελλών, όπου σταδιακά παραδίδεται εθνική κυριαρχία, «σκέπτονται και ενεργούν γερμανικά», σύμφωνα με «γερμανικούς κανόνες και γερμανικά μοντέλα άσκησης εξουσίας». Σχεδόν όλες οι σημαντικές, στρατηγικές θέσεις, είναι πλέον σε γερμανικά χέρια, ή ανθρώπων που βρίσκονται υπό γερμανική επιρροή (π.χ. ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ). Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Εκόνομιστ αναφέρεται σε «Τευτονική Ένωση» και η Λιμπερασιόν ειρωνεύεται τη Μέρκελ, ότι μόνη της καθορίζει το βρυξελλιώτικο κάστινγκ. Ακόμη όμως και τα πόστα που δεν κατέχονται από Γερμανούς, είναι συνδεδεμένα μ’ ένα τέτοιο διαχειριστικό πλαίσιο, που αντικειμενικά μετατρέπονται σε «πιόνι του σκακιού», που ενεργούν υπέρ της «γερμανικής Ευρώπης». Οι όποιες αντιδράσεις, όπως αυτή του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γιουνκέρ, που στην αρχή της θητείας του προσπάθησε να δώσει το δικό του πολιτικό ύφος, τουλάχιστον στα οικονομικά ζητήματα της ευρωζώνης, εξουδετερώνονται συστηματικά και οι αμφισβητίες περιορίζονται, αργά ή γρήγορα.
Το πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα φαίνεται από τα παρακάτω παραδείγματα: Κατά γενική ομολογία, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χωρίς τη Μέρκελ ή ενάντιά της δεν κινείται τίποτα και όλοι πλέον περιμένουν υπομονετικά τι θα πουν οι Γερμανοί, με τον πρόεδρο του Συμβουλίου να κατέχει ρόλο κομπάρσου, όπως ήταν ο Ρομπάι. Ο διάδοχος του, ο Πολωνός Τουσκ –επιλογή της Μέρκελ– παρότι δείχνει να θέλει να παίξει κάποιο ρόλο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, δεν σκοπεύει να αντιπαρατεθεί μαζί της. Πολύ περισσότερο που γενικός γραμματέας του Συμβουλίου είναι Γερμανός (Γ. Κορσέπιους) –με πολυετή θητεία στη γερμανική καγκελαρία– ο οποίος, όπως φάνηκε στον χειρισμό της επιβολής της λιτότητας στην ευρωζώνη, την περίοδο που υπήρχε μεγάλη αντίδραση γι’ αυτό, δείχνει ότι τα σημαντικά θέματα της ευρωζώνης τα διαχειρίζεται από την οπτική γωνία των γερμανικών συμφερόντων.
Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η γερμανική παρουσία είναι κυρίαρχη, ιδιαίτερα στα θεσμικά και νομοπαρασκευαστικά όργανα. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμβούλων του Γιουνκέρ είναι Γερμανοί, όταν παλιότερα κυριαρχούσαν Γάλλοι. Οι Γερμανοί, εκτός από τον επίτροπο Ότινγκερ, κατέχουν και πέντε θέσεις αναπληρωτών επιτρόπων, μεταξύ των οποίων και στα στρατηγικά χαρτοφυλάκια της οικονομίας και των εξωτερικών υποθέσεων.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρείται «Κοινοβούλιο των Γερμανών», καθώς, εκτός από το –δικαιωματικά- μεγαλύτερο αριθμό βουλευτών, κατέχουν και τα σημαντικότερα πόστα: τον πρόεδρο του κοινοβουλίου (Σουλτς/SPD) και τον γενικό γραμματέα (Βέλλε/CDU). Πρόεδρος της μεγαλύτερης και σημαντικότερης κοινοβουλευτικής ομάδας, αυτής του Λαϊκού Κόμματος, είναι Γερμανός (Βέμπερ/CSU). Ακόμα και στους Σοσιαλδημοκράτες, που τυπικά ηγείται ο Ιταλός Πιτέλα, στην πράξη είναι ο Σουλτς αυτός που με τις συνεχείς παρεμβάσεις του ουσιαστικά εγγυάται και στις Βρυξέλλες τη γερμανική «Μεγάλη Συμμαχία» CDU- CSU- SPD. Επιπλέον, στις πέντε από τις είκοσι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές του κοινοβουλίου ηγούνται Γερμανοί.
Και οι τρεις βασικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν για την επίλυση της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη διοικούνται από Γερμανούς, οι οποίοι ελέγχουν την πολιτική ανάπτυξη που ευαγγελίζεται ο Γιουνκέρ, αλλά και επιβάλλουν την πειθαρχία και την υπακοή σε όσους δυσφορούν για τη λιτότητα. Πρόκειται για την Τράπεζα Ευρωπαϊκών Επενδύσεων, το Μηχανισμό Ευρωπαϊκής Σταθερότητας (ESM) και τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης (SRM). Εξαίρεση αποτελεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία δημιουργήθηκε στα πρότυπα της ανεξαρτησίας της Μπούντεσμπανκ, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να ελεγχτεί. Παρ’ όλα αυτά όμως ο πρόεδρός της Ντράγκι λαμβάνει πάντα υπόψη του τις γερμανικές ευαισθησίες και ιδιαίτερα αυτές της Μπούντεσμπανκ, κάτι που έγινε και πάλι αντιληπτό όταν τελευταία ο Ντράγκι αρνήθηκε να συναινέσει στην εκταμίευση των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα, προκειμένου να υπάρξει κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας, αν προηγουμένως δεν ληφθούν μέτρα και δεν γίνει αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος.
Όλα αυτά ασφαλώς αφήνουν το ανεξίτηλο στίγμα τους στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, στις οδηγίες και τις αποφάσεις, που τα τελευταία χρόνια έχουν σαφέστατα γερμανικό άρωμα. Από τη συνθήκη της Λισσαβώνας μέχρι τις οδηγίες για τη διαχείριση των αποβλήτων, από τη νομισματική και την τραπεζική ένωση έως την προστασία προσωπικών δεδομένων και τη μεταναστευτική πολιτική, όλα βασίζονται σε γερμανικές προδιαγραφές, παρότι –για ευνόητους λόγους– αυτό κρύβεται επιμελώς. Ενδεικτικό παράδειγμα η λεγόμενη «οικονομική διακυβέρνηση» της ευρωζώνης που αποτελεί άλλη μια σημαντική, γερμανική επιτυχία, που όχι μόνο υποχρέωσε παλαιότερα τον πρόεδρο Ολάντ και τώρα τον Έλληνα πρωθυπουργό να αθετήσουν γρήγορα πολλές από τις προεκλογικές τους υποσχέσεις, λόγω των ελλειμμάτων στις χώρες τους, αλλά και η ίδια να παίρνει «απαλλακτικά πιστοποιητικά» για δικές της παρανομίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δυσθεώρητο –για πέμπτη συνεχή χρονιά– πλεόνασμα της Γερμανίας στο εμπορικό της ισοζύγιο (217 δισεκατομμύρια το 2014), που εν πολλοίς ευθύνεται και για την κρίση στην Ευρώπη. Το συνεχιζόμενο επί μια πενταετία πλεόνασμα συνιστά γερμανική παρανομία, η οποία όμως παραμένει χωρίς επιπτώσεις, σε αντίθεση με χώρες που έχουν ελλείμματα και χρέη και καταδικάζονται είτε στη φτωχοποίηση, όπως η Ελλάδα, είτε σε γερμανική πολιτική ομηρία (Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία).
Η πολύπλοκη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, από τους υπηρεσιακούς παράγοντες μέχρι και τον πρόεδρο της Επιτροπής, ακολουθεί τον γερμανικό βηματισμό χωρίς να απαιτούνται πλέον προκλητικές παρεμβάσεις ή μηχανορραφίες της Μέρκελ, η οποία, όπως παραδέχεται και ο Γιουνκέρ, δεν είναι πλέον η «σιδηρά καγκελάριος» του παρελθόντος. Σήμερα, η έννοια του «μερκιαβελλισμού», που εισήγαγε ο Ούρλιχ Μπεκ, έπαψε να ισχύει, καθώς η γερμανική στρατηγική και τα γερμανικά συμφέροντα έχουν ενσωματωθεί πλέον στο ευρωπαϊκό DNA και καθορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το πολιτικό γίγνεσθαι στους θεσμούς, στις δομές, αλλά και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της διαπλοκής των Βρυξελλών.
Πέρα όμως από τα πρόσωπα που στελεχώνουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, είναι σαφές ότι η «γερμανική Ευρώπη» στηρίζεται σε κανόνες της νεοφιλελεύθερης αγοράς που τελικά ευνοούν καταφανώς τη γερμανική οικονομία (και ορισμένους από τους δορυφόρους της) και καταδικάζουν σχεδόν την υπόλοιπη Ευρώπη σε παρατεταμένη ύφεση, σε χρέη και σε πολιτική αστάθεια. Αυτή η εμμονή όμως στο γερμανικό, επιθετικό εθνικό συμφέρον, όταν η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη είναι το ζητούμενο, πιθανότατα να αναδειχτεί σε μοιραίο λάθος της γερμανικής ηγεμονίας, που αργά ή γρήγορα θα αμφισβητηθεί εμπράκτως από τους ευρωπαϊκούς λαούς, με πρώτο τον ελληνικό, εφόσον αυτός δεν θα έχει ήδη οδηγηθεί στην καταστροφή. Σύμφωνα με τον Σόιμπλε, «η διακυβέρνηση είναι ένα ραντεβού με την πραγματικότητα», η οποία συχνά δεν έχει καμία ομοιότητα με τις ιδεοληψίες, τις ψευδαισθήσεις και τα όνειρα. Αυτό όμως δεν ισχύει μόνο για την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και για τη γερμανική, η οποία μπορεί να αισθάνεται ισχυρή όσο ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική περίοδο, όμως εξακολουθεί να είναι και ευάλωτη, όπως εύθραυστος είναι και ο Μεγάλος Συνασπισμός σε Βερολίνο και Βρυξέλλες, όσο και αν η Γερμανία προσπαθεί, καταλαμβάνοντας θεσμικά τις Βρυξέλλες, να αποφεύγει τα γνωστά λάθη της έλλειψης μέτρου και των αντιφάσεων του παρελθόντος.

Υ. Γ.: Δεν πρέπει να παραβλέπεται και η δράση των γερμανικών λόμπι στις Βρυξέλλες, όπου εκπροσωπούνται συνολικά 876 γερμανικές ομάδες συμφερόντων, από τις συνολικά 7.727 που έχουν καταγραφεί. Από τις είκοσι πέντε μεγαλύτερες επιχειρήσεις που επενδύουν σε εργασίες λόμπι στις Βρυξέλλες οι επτά προέρχονται από τη Γερμανία: Ζίμενς, Μπάγερ, E.ON, RWE, Εβόνικ, Ντέμλερ αλλά και η Ντόιτσε Μπάνκ, η οποία στα σοβαρά ισχυρίζεται ότι «η εκπροσώπηση της Ντόιτσε Μπάνκ στις Βρυξέλλες λειτουργεί σαν σύνδεσμος της τράπεζας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για διευκόλυνση του διαλόγου με τους πολιτικούς»! Συνολικά, οι επτά αυτές εταιρείες επένδυσαν πέρυσι πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ για επηρεασμό των ευρωπαϊκών αποφάσεων, συνήθως με αδιαφανείς τρόπους, όπως καταγράφεται σε έκθεση της ΜΚΟ “Alter-EU”, καθώς οι Γερμανοί λομπίστες πολύ συχνά –πέρα από τα δικά τους συμφέροντα– λειτουργούν υποστηρικτικά στις επιδιώξεις της γερμανικής κυβέρνησης, προωθώντας ακόμη και έτοιμα νομοσχέδια ή επηρεάζοντας καθοριστικά τον τρόπο επιλογής των διαφόρων επιτροπών.

Πηγές:
• Eric Bonse, ”Europa tickt deutsch”, «Blaetter», 3ος/2015.
• RΤ,“Wirtschaftslobbyismus. Deutschland – Europameister im Wirtschaftslobbyismus”, 14-2-2015.

http://ardin-rixi.gr/archives/174708

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις27 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom47 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις56 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Δημοφιλή