Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το μέλλον της Μέσης Ανατολής

Δημοσιεύτηκε στις

JPEG - 18.8 ko
Τιερί Μεϊσάν, Δίκτυο
Βολταίρος (Γαλλία)            (μτφρ.
Κριστιάν)

Για αρκετούς
μήνες, ο Μπαράκ Ομπάμα προσπαθεί να αλλάξει την αμερικανική πολιτική στη Μέση
Ανατολή, προκειμένου να εξαλειφθεί το Ισλαμικό Εμιράτο με τη βοήθεια της
Συρίας. Αλλά δεν το μπορεί, από τη μια
πλευρά επειδή ο ίδιος έλεγε για χρόνια ότι ο πρόεδρος Άσαντ έπρεπε να φύγει,
και από την άλλη διότι οι περιφερειακοί σύμμαχοί του υποστηρίζουν το Ισλαμικό
Εμιράτο κατά της Συρίας.   

Τα πράγματα
αλλάζουν αργά και δεν  αναμένεται να τα
καταφέρει σύντομα. Φαίνεται όμως ότι όλα τα κράτη που
υποστήριζαν το Ισλαμικό Εμιράτο έπαψαν να το πράττουν, ανοίγοντας το δρόμο για την
ανακατανομή της τράπουλας.

Ο κόσμος
περιμένει τη σύναψη μιας συνολικής συμφωνίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης,
με το γελοίο πρόσχημα του τερματισμού ενός στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος
που δεν υπήρχε πια από το τέλος του πολέμου με το Ιράκ (1980-1988). 
Μοιάζει να αφορά την προστασία του Ισραήλ με
αντάλλαγμα την αναγνώριση της ιρανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και την Αφρική,
που ίσως   υπογραφεί μετά τις ισραηλινές
εκλογές στις 17 Μαρτίου, 2015. Η υποτιθέμενη ήττα του Νετανιάχου θα αποκαθιστούσε
τους δεσμούς μεταξύ Ουάσιγκτον και  Τελ
Αβίβ και θα διευκόλυνε τη συμφωνία με την Τεχεράνη.
Σε αυτό το
πλαίσιο, οι ελίτ των ΗΠΑ προσπαθούν να συμφωνήσουν στη μελλοντική πολιτική
τους, ενώ οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών ετοιμάζονται να
ευθυγραμμιστούν με τη νέα πολιτική των ΗΠΑ.
Η αναζήτηση συναίνεσης
στις ΗΠΑ
Μετά από δύο
χρόνια ασυμβίβαστης πολιτικής, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αναπτύξει μια
συναίνεση σχετικά με το ποια θα πρέπει να είναι η πολιτική της στην «Ευρύτερη
Μέση Ανατολή».
 1. Στις 22
Οκτωβρίου 2014, η Rand Corporation κύρια δεξαμενή σκέψης (think tank) του στρατιωτικοβιομηχανικού λόμπι,
άλλαζε τελείως τη θέση της. Μετά την εκστρατεία για την
καταστροφή της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας, βεβαίωνε ότι από τώρα και στο
εξής, το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και το
Ισραήλ είναι η πτώση του προέδρου Άσαντ [ 1 ].
2. Στις 14
Ιανουαρίου 2015, ο επίτιμος πρόεδρος του Council on Foreign Relations, όμιλος των Αμερικανών ελίτ, Leslie Gleb, προειδοποιούσε κατά των διαιρέσεων
μέσα στη κυβέρνηση Ομπάμα που απειλούν την εξουσία της στον κόσμο. Πρότεινε ένα είδος νέας «Επιτροπής Μπέικερ-Χάμιλτον» για να επανεξετάσει σε
βάθος την Εξωτερική Πολιτική [ 2 ].
 3. Στις 24
Ιανουαρίου, η εφημερίδα New York Times δημοσίευσε στο κύριο άρθρο της την 
στροφή της Rand Corporation που καλούσε για πλήρη αλλαγή πολιτικής
σε σχέση με τη Συρία [ 3 ].
 4. Στις 6
Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση Ομπάμα κυκλοφόρησε το νέο στρατηγικό δόγμα της. Δεν
επρόκειτο πλέον να εγγυηθεί η ασφάλεια του Ισραήλ καταστρέφοντας τη Συρία,
αλλά δημιουργώντας μια περιφερειακή στρατιωτική συμμαχία με τις σιωνιστικές μουσουλμανικές
μοναρχίες. Στην καλύτερη περίπτωση, το Ισλαμικό
Εμιράτο (“Daesh”) θα
μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εμποδίσει τη Συρία να σηκώσει κεφάλι και να ξαναπαίξει
ένα περιφερειακό πολιτικό ρόλο [ 4 ]
  5. Στις 10 Φεβρουαρίου, το National Security Network (NSN), μια δικομματική δεξαμενή σκέψης που προσπαθεί να
εκλαϊκεύσει τη γεωπολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημοσίευσε μια έκθεση για
τις επιλογές ενώπιον του Ισλαμικού Εμιράτου. Εξέταζε σαράντα γνώμες εμπειρογνωμόνων και
κατέληγε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να «περιοριστεί και μετά να καταστραφεί»
το Ισλαμικό Εμιράτο, πρώτα με τη βοήθεια του Ιράκ, και μετά της Συρίας του  Μπασάρ ελ Άσαντ.
Το NSN, ιδρύθηκε από τον Ραντ Beers έναν πρώην σύμβουλο του Τζον Κέρι,
σήμερα υφυπουργό της Εσωτερικής Ασφάλειας [ 5 ].
 6. Στις 11
Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση Ομπάμα έφερε στο Κογκρέσο μια αίτηση για χρήση στρατιωτικής
βίας εναντίον του Ισλαμικού Εμιράτου και έτσι έστελνε στις καλένδες την ιδέα να
ανατραπεί ο Πρόεδρος Άσαντ και να καταστραφεί η Συρία [ 6 ].
 7. Στις 23
Φεβρουαρίου, ο νέος Υπουργός Άμυνας Άστον Κάρτερ, συγκέντρωσε εμπειρογνώμονες
για ένα δείπνο εργασίας. Πήρε τις συμβουλές τους για 5 ώρες
χωρίς να αποκαλύψει τη δική του άποψη. Ο Α. Κάρτερ ήθελε να ελέγξει προσωπικά
τη δουλειά του CSN. Ανάμεσα στους καλεσμένους βρίσκονταν εκτός από τον  πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Συρία Robert S. Ford, η Clare Lockhart, γνωστή για τους δεσμούς της με τον
κόσμο της χρηματοδότησης  και ο πρόεδρος της Σχολής
Δημοσιογραφίας του Κολούμπια, Steve Coll, για να αξιολογήσει τις πιθανές
αντιδράσεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης [ 7 ].
Τι άλλαξε στην
περιοχή
Κατά τη
διάρκεια των τελευταίων μηνών, έχουν μεταβληθεί διάφοροι παράγοντες.
  •  Η συριακή «μετριοπαθής
    αντιπολίτευση» έχει εξαφανιστεί εντελώς. Απορροφήθηκε από το Ισλαμικό Εμιράτο (Daesh). Στο σημείο που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκουν πλέον μαχητές να εκπαιδεύουν
    για να οικοδομήσουν μια «Νέα Συρία». Ο πρώην πρέσβης Robert S. Ford (σήμερα μισθωτός της δεξαμενής
    σκέψης AIPAC), ο οποίος είχε οργανώσει τις
    διαδηλώσεις του 2011 και υποστήριξε μέχρι τέλους αυτή τη «μέτρια αντιπολίτευση»
    άλλαξε επίσημα τη θέση του. Πιστεύει τώρα ότι η μόνη πραγματική αντιπολίτευση στη Συρία αποτελείται από
    τζιχαντιστές και θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να τους οπλίσουν περισσότερο [ 8 ]. 
  • Εκ των
    υστέρων, φαίνεται ότι η ορολογία «μέτρια αντιπολίτευση» σήμαινε, όχι πολιτισμένους
    μαχητές, αλλά Σύρους έτοιμους να προδώσουν τη χώρα τους σε συμμαχία με το
    Ισραήλ. Δεν το έκρυβαν άλλωστε [ 9 ]. Από την αρχή, αυτή η αντιπολίτευση καθοδηγήθηκε de facto από μέλη της
    Αλ-Κάιντα (όπως ο Λίβυος Αμπντελχακίμ Belhaj, καθώς  και ο ιρακινός Αμπού Μπακρ
    αλ-Μπαγκντάντι) που διέπραξε τις χειρότερες θηριωδίες (συμπεριλαμβανομένου και του
    κανιβαλισμού) [ 10 ] . Σήμερα, όλοι αυτοί οι ηγέτες είναι ηγέτες του Ισλαμικού Εμιράτου. 
  •  Το Ισραήλ σταμάτησε
    στις  28 Ιαν. 2015 (απάντηση της
    Χεζμπολάχ στη δολοφονία αρκετών ηγετών στη Συρία) να υποστηρίζει οργανώσεις της
    τζιχάντ στη Συρία. Για τριάμισι  χρόνια, το Τελ Αβίβ τους προμήθευε  όπλα, νοσήλευε τους τραυματίες τους σε
    στρατιωτικά νοσοκομεία του, υποστήριζε τις επιχειρήσεις τους με την αεροπορία
    του –ενώ δήλωνε κάθε φορά ότι επρόκειτο για βομβαρδισμούς κατά της  μεταφοράς όπλων προς τη λιβανική Χεζμπολάχ –  Στην ουσία, τους είχε αναθέσει την ασφάλεια
    των συνόρων του στο Γκολάν, σε βάρος των δυνάμεων του ΟΗΕ. 
  • Ο νέος
    βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας, Σαλμάν, έδιωξε τον πρίγκιπα Μπαντάρ στις 30
    Ιανουαρίου 2015 και απαγόρευσε σε οποιονδήποτε να υποστηρίζει το Ισλαμικό
    Εμιράτο. Το Βασίλειο έπαψε έτσι να διαδραματίζει
    ρόλο στην χειραγώγηση της διεθνούς τρομοκρατίας, μια πράξη που του είχε
    ανατεθεί από τη CIA μετά την
    ιρανική ισλαμική επανάσταση του 1979 και ήταν για 35 χρόνια το κυριότερο χαρτί του. 
  •  Παρομοίως, η
    Τουρκία φαίνεται επίσης να έχει σταματήσει να υποστηρίζει τους τζιχαντιστές μετά τις 6 Φεβρουάριου και τη παραίτηση του
    επικεφαλής της ΜΙΤ, των μυστικών υπηρεσιών της, Χακάν Φιντάν. Περεταίρω, τη νύκτα της 21-22ης Φεβρουαρίου, ο τουρκικός στρατός εισέβαλε
    παράνομα στη Συρία, περίπου τριάντα χιλιόμετρα, για να μεταφέρει τη τέφρα του Σουλεϊμάν
    Σαχ, παππού του ιδρυτή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της λειψανοθήκης που
    διαθέτει δυνάμει της Συνθήκης της Άγκυρας (1921). Παρά την εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης, ο τουρκικός στρατός δεν αντάλλαξε
    πυρά με το Ισλαμικό Εμιράτο που ελέγχει την περιοχή. Τα λείψανα του Σουλεϊμάν Σαχ δεν επαναπατρίστηκαν αλλά τοποθετηθήκαν λίγο πιο
    μακριά, πάντα σε συριακό έδαφος. Με τον τρόπο αυτό, η Τουρκία έδειξε
    ότι δεν προτίθεται να αναλάβει δράση εναντίον του Ισλαμικού Εμιράτου και ότι διατηρεί
    τις αντισυριακές φιλοδοξίες της.
Οι πιθανές επιλογές
των ΗΠΑ
Έξι επιλογές
συζητούνται στην Ουάσιγκτον:
  1. ·        
    Να καταστραφεί το Ισλαμικό Εμιράτο και μετά η Συρία. Η άποψη αυτή είναι της
    εταιρείας Raytheon, της
    μεγαλύτερης παραγωγού πυραύλων στον κόσμο, και  υποστηρίζεται  από τον λομπίστα Στίβεν Χάντλεϊ, πρώην
    σύμβουλο εθνικής ασφαλείας του Τζορτζ Μπους. Πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα εθνικά συμφέροντα. Αυτή η μαξιμαλιστική άποψη δεν υποστηρίζεται από κανέναν πολιτικό ηγέτη, αναφέρεται
    απλώς στα μέσα ενημέρωσης για να γείρει η πλάστιγγα υπέρ του ευρύτερου δυνατού
    πόλεμου. 
  2. ·        
    Να βασιστούν οι ΗΠΑ στον ισλαμικό εμιράτο για να καταστραφεί η Συρία, κατά
    το πρότυπο των συμμαχιών κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ. Αυτή είναι η άποψη του προέδρου της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της
    Γερουσίας, Τζον Μακέιν, παρά την ανάμνηση της πτώσης της Σαϊγκόν το 1975.  Ένα πλάνο εξαιρετικά δαπανηρό (20-30 δις.
    δολάρια το χρόνο για πολλά χρόνια) επικίνδυνο και αντιλαϊκό. Θα υπάρξει άμεση κινητοποίηση του Ιράν και της Ρωσίας και η σύγκρουση θα
    λάβει παγκόσμια διάσταση. Κανείς, ούτε ο ίδιος ο κ Μακέιν, δεν
    είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε ξεκινήσουν μια
    τέτοια επιχείρηση που θα ωφελούσε μόνο το κράτος του Ισραήλ. 
  3. ·        
    Να αποδυναμωθεί και να καταστραφεί το Ισλαμικό Εμιράτο, συντονίζοντας τους
    αμερικανικούς βομβαρδισμούς με συμμαχικά χερσαία στρατεύματα στο έδαφος,
    συμπεριλαμβανομένων ομάδων της «μέτριας συριακής αντιπολίτευσης» (η οποία δεν
    υπάρχει πια). Στη συνέχεια, να χρησιμοποιηθούν αυτές
    οι ομάδες της αντιπολίτευσης (;) μόνο για να κρατηθεί η Συρία υπό πίεση.Αυτή είναι η σημερινή αντιτρομοκρατική θέση της κυβέρνησης Ομπάμα.  Ο προϋπολογισμός
    της επιχείρησης εκτιμάται σε 4-9 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι δημιουργείται  μια «μετριοπαθής συριακή αντιπολίτευση»  παραμένει ασαφές πώς η Πολεμική Αεροπορία των
    ΗΠΑ θα εξαλείψει επιτυχώς το Ισλαμικό Εμιράτο (Daesh) όταν η ίδια δεν ήταν σε θέση να
    καταστρέψει τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, παρά τα ήδη 13 χρόνια πολέμου, για να
    μην αναφέρουμε τα παραδείγματα της Σομαλίας ή του σημερινού γαλλικού αδιέξοδου
    στο Μάλι. 
  4. ·        
    Να αποδυναμωθεί και να καταστραφεί το Ισλαμικό Εμιράτο, συντονίζοντας τους
    αμερικανικούς βομβαρδισμούς με τα μόνο χερσαία φερέγγυα στρατεύματα που
    υπάρχουν στο έδαφος, ήτοι τους εθνικούς στρατούς της Συρίας και του Ιράκ. Αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα επιλογή επειδή μπορεί να υποστηριχθεί τόσο
    από το Ιράν όσο και από τη Ρωσία. Θα έθετε πάλι τις ΗΠΑ σε παγκόσμια
    ηγετική θέση, όπως στη «Καταιγίδα της Ερήμου» εναντίον του Ιράκ του Σαντάμ
    Χουσεΐν και θα νικούσε σίγουρα. Ωστόσο, αυτό θα απαιτούσε την άμεση
    διακοπή των εκστρατειών δαιμονοποίησης της Συρίας, του Ιράν και της Ρωσίας. Η επιλογή αυτή υποστηρίζεται από το NSN και αντιστοιχεί σαφώς σ΄αυτό που θα ήθελε να κάνει
    η κυβέρνηση Ομπάμα. 
  5. ·        
    Να περιοριστεί το Ισλαμικό Εμιράτο και να φθαρεί σταδιακά μέχρι ένα
    αποδεκτό μέγεθος. Σε αυτή την επιλογή, η προτεραιότητα
    θα ήταν να προστατευτεί το Ιράκ, οι μεγάλες μάχες θα γίνονταν στη Συρία. 
  6. ·        
    Η πολιορκία. Δεν θα επρόκειτο πλέον να καταπολεμηθεί
    το Ισλαμικό Εμιράτο, αλλά να απομονωθεί για να αποφευχθεί η διάδοσή του. Σ’ αυτή τη περίπτωση θα
    εγκαταλειφτούν οι εγκλωβισμένοι πληθυσμοί και θα αφεθούν στην τύχη τους. Είναι η πιο οικονομική λύση, αλλά η λιγότερο έντιμη και  υπερασπίζεται από τον Kenneth Pollack.
Συμπέρασμα
Τα στοιχεία
αυτά επιτρέπουν εύκολα να προβλεφθεί το μέλλον: μέσα σε λίγους μήνες, ίσως
ακόμη και ήδη από τα τέλη Μαρτίου, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη θα καταλήξουν σε
συνολική συμφωνία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ανανεώσουν
την επαφή τους με τη Συρία, παρακολουθούμενες στενά από τα ευρωπαϊκά κράτη,
συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας. 
Θα ανακαλυφθεί ότι ο πρόεδρος ελ-Άσαντ δεν είναι ούτε δικτάτορας, ούτε
βασανιστής. 
Ως εκ τούτου,
ο πόλεμος κατά της Συρίας θα φτάσει στο τέλος του, ενώ οι κύριες τζιχαντιστικές
δυνάμεις θα εξαλειφτούν από έναν πραγματικό διεθνή συνασπισμό.
  
Όταν όλα θα τελειώσουν,
οι επιζώντες τζιχαντιστές θα αποστέλλονται από τη CIA στο ρωσικό Καύκασο η στο κινέζικο Xinjiang.
[1] Alternative Futures for Syria. Regional
Implications and Challenges for the United States
, Andrew M. Liepman, Brian Nichiporuk, Jason
Killmeyer, Rand Corporation, October 22, 2014.
[2] “This Is Obama’s Last Foreign Policy
Chance
”, Leslie Gelb, The
Daily Beast
, January 14, 2015.
[3] “Shifting Realities in Syria”, The Editorial Board, The New York Times Sunday
Review
, 24 janvier 2015.
[4] National Security Strategy, White House, February 6, 2015.
[5] Confronting the Islamic State. An
Assessment of U.S. Strategic Options
, Policy Report by J. Dana Stuster & Bill French, Foreword by Maj.
Gen. Paul Eaton, National Security Network, February 10, 2015.
[7] “Ash Carter Seeks Fresh Eyes on Global
Threats
”, Dion Nissenbaum, Wall
Street Journal
, February 24, 2015.
[8] “Ex-Ambassador : CIA Wrong On Not
Wanting To Arm Syrian Rebels
”, Akbar Shahid Ahmed, The Huffington Post, October 22, 2014.
[9] « Leader Sees New Syria, Without Iran Ties », Jay Solomon et Nourmalas, Wall Street
Journal
, 2 décembre 2011.
[10] Abbou Sakkar, commandant d’une brigade de l’Armée syrienne libre mange
le cœur et le foie d’un soldat syrien sur une vidéo qu’il diffuse en mai 2013.
Sur les exactions de l’Armée syrienne libre dont la presse occidentale n’a
jamais rendu compte, voir la conférence de la journaliste russe Anastasia Kopova.
  
Τιερί Μεϊσάν

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις23 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις53 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή