Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μακεδονικό: Όνομα ή Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης;

Δημοσιεύτηκε στις


«Όταν η πόλη στασιάζει 
ουδείς δικαιούται να μένει αμέτοχος»
Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης 
(Δεν ήταν δηλαδή μόνο ο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν κι ο Αριστοτέλης Μακεδόνας…)
Βαγγέλης Πισσίας 
Ομότιμος καθηγητής, Δρ. Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων
Στην Θεσσαλονίκη και στην πλατεία Συντάγματος δεν υπήρξε στάση, είναι ίσως ακόμη νωρίς. Όμως υπήρξε μήνυμα μεγάλου πλήθους, βουβό, χωρίς οργή, κραυγές ή ύβρεις. Κάποιοι κατάλαβαν, η κυβέρνηση όχι, γι’ αυτό και έσπευσε, μόνη αυτή, να εκστομίσει την δική της ύβρη.
1. Η ελεγχόμενη, επί του παρόντος τουλάχιστον, εθνικο-πολιτική κρίση που αφορά στο λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα», αναπτύσσεται σε έναν ανθρωπογεωγραφικό χώρο που υπερβαίνει τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας (4ος αιώνας π.Χ.).
Αναζητώντας κανείς τις μεταγενέστερες της ιστορικής-αρχαίας Μακεδονίας ρίζες του μακεδονικού ζητήματος, μπορεί να περιοδολογήσει, υποτυπωδώς, την εξέλιξή του απ’ την εποχή της καθόδου των σλαβικών φυλών (7ος αιώνας μ.Χ.), την επτά αιώνες αργότερα κατάκτηση από τους Τούρκους (14οςαιώνας), την πρώτη μεγάλη αντιοθωμανική εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, τον Μακεδονικό αγώνα (1904-8), την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων (1912-13) και την διανομή της μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, φτάνοντας στην εποχή ανάδυσης ενός μακεδονιστικού πολιτικού κινήματος (1934)1 που καταλήγει στην δημιουργία, μετά τον πόλεμο, ενός ομόσπονδου Γιουγκοσλαβικού κρατιδίου2 σε εδάφη της μακεδονικής νότιας Σερβίας.

2. Το ζήτημα της συγκρότησης ενός τμήματος του μακεδονικού ανθρωπογεωγραφικού χώρου σε Γιουγκοσλαβικό ομόσπονδο κρατίδιο (1944) και σε ανεξάρτητο κράτος (1991) καλύπτεται επαρκώς από την υπάρχουσα βιβλιογραφία, εκείνο που δεν καλύπτεται όμως είναι το ζήτημα του αντικειμενικού σκοπού και του υποκειμενικού νοήματος. Ποιος δηλαδή αντικειμενικός σκοπός κινεί την ιστορική αλληλουχία (φάσεων-κορυφώσεων-ανακατατάξεων) που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και φτάνει στις μέρες μας; Ποιο υποκειμενικό νόημα κινητοποιεί τους μακεδονικούς πληθυσμούς και ποιο τις πολιτικές, οικονομικές και τις πνευματικές του ηγεσίες; Πως όλοι αυτοί εντάσσονται σε τούτη την ιστορική αλληλουχία, με ποια χτες και ποια σήμερα εθνοτική αναφορά, ποιό κοινωνικό σχέδιο τους συνεγείρει, τι είδους συνείδηση φτιάχνεται εκεί;

3. [… Για να ανακαλύψω πόσα γνωρίζουν από την παράδοση ρώτησα μερικά παιδιά από ένα χωριό κοντά στην Οχρίδα3…. «ποιός έκτισε αυτό το μέρος;»… «οι παππούδες μας απάντησαν»… «και ποιοι ήταν αυτοί ρώτησα;… ήταν Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες ή Τούρκοι;».. «δεν ήταν Τούρκοι ήταν Χριστιανοί»… Και αυτά ήταν περίπου όλα όσα ήξεραν..]. Αφήγηση του H.N. Brailsford4, Βρετανού επικεφαλής του Βρετανικού Ταμείου Αρωγής για τα Βαλκάνια, που βρέθηκε εκεί το 1903 μετά την εξέγερση του Ίλιντεν.
Αναφερόμενος και στην επικρατούσα σε αυτήν την περιοχή γλώσσα την χαρακτηρίζει «μακεδονική διάλεκτο» γράφοντας επιπλέον ότι «δεν ανήκει ούτε στην βουλγαρική ούτε στην σερβική φιλολογία, συγγενεύει όμως περισσότερο με την βουλγαρική»5. Αν και οι μαρτυρίες αυτές δεν συνεπάγονται κατηγορηματικές γενικεύσεις, έχουν την σημασία τους, στο βαθμό που ενισχύουν την θέση πως μακεδονική εθνική συνείδηση στους πληθυσμούς της σημερινής ΠΓΔΜ, τότε τουλάχιστον δεν υπήρχε. Η υποκειμενική νοηματοδότηση των αντιστάσεων των μακεδονικών πληθυσμών ήταν κατά τεκμήριο απελευθερωτική, στρεφόμενη πρώτα ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, αργότερα ενάντια στην καταπίεση του βασιλείου της Σερβίας, ώσπου τον λεγόμενο Μακεδονισμό τροφοδότησαν στον μεσοπόλεμο μόνον η Βουλγαρία και η Κομιντέρν, για δικούς της σκοπούς η κάθε μία. Εξέγερση όμως με όραμα την δημιουργία ενιαίου ανεξάρτητου εθνικού μακεδονικού κράτους δεν υπήρξε τότε, αλλά ούτε και αργότερα. 
Ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη με την γειτονική χώρα, ενόσω αυτή θα αποδέχεται μοίρα προτεκτοράτου.. δεν μπορεί να διασφαλιστεί..

4.Όσον αφορά στο ζήτημα του εδαφικού προσδιορισμού, της εθνικής συνείδησης, ως αποτέλεσμα μιας πλειοψηφούσας, εθνοτικής έστω, συνείδησης και το ζήτημα της μακεδονικής γλώσσας (διαλέκτου στην πραγματικότητα), κάποιοι θεωρούν ότι δεν αποτελεί αναγκαία συνθήκη όσον αφορά στην ύπαρξη εθνικής ταυτότητας και στην ίδρυση ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Κάποιοι άλλοι όμως θεωρούν ότιαποτελεί την αναγκαία και ικανή συνθήκη και κάποιοι, τέλος, την αναγκαία αλλά όχι και την ικανή.
Οι πρώτοι, ευφυώς σκεπτόμενοι, στην παρούσα τουλάχιστον δύστροπη φάση, δεν προβάλλουν την ως άνω νεωτερική ή μετανεωτερική αντίληψή τους για την εθνική ταυτότητα η οποία παραπέμπει στην υποκειμενική θεωρία για το έθνος και το εθνικό κράτος. Αφήνουν την συζήτηση να εξελιχθεί και περιμένουν το καλοκαίρι για «να πέσουν οι υπογραφές,να εισέλθει πανηγυρικά η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και να τελειώνουμε»…
Βέβαια, η νεωτερική κατά βάση αυτή αντίληψη, ιδεολογική και συνάμα πραγματιστική, σε αντίθεση με την προνεωτερική, δεν θέτει όρια σε όποιους σχεδιάζουν νέους γεωπολιτικούς χάρτες, καταλύουν κράτη για να δημιουργήσουν νέα κράτη ειδικού σκοπού, του ιδικού τους δηλαδή σκοπού. Τα Βαλκάνια, η Αφρική και η Μέση Ανατολή ο προνομιακός τους χώρος, 20ος και 21ος αιώνας η νέα τους εποχή.
Η αντίληψη αυτή, παρά το γεγονός ότι θεωρείται στην εποχή μας κυρίαρχη, δεν αντέχει σε κριτική, ειμί μόνον εάν αποδεχθεί κανείς την άνευ όρων παράδοση της ανθρωπότητας στην επιθετικότερη και πλέον διαλυτική μορφή παγκοσμιοποίησης. Λογική της συνεπαγωγή η αύξηση των κατ’ ευφημισμόν, κυρίαρχων εθνικών κρατών –διάσπαση των πολυεθνοτικών ή δημιουργία σημαίας ευκαιρίας κρατών- σε «ουκ εστίν αριθμός» κράτη. Πόσα από αυτά ωστόσο τα κράτη είναι βιώσιμα και κάπως ανεξάρτητα και πόσα προτεκτοράτα ειδικών καθηκόντων και σκοπών είναι ένα καίριο ζήτημα. Ένα ζήτημα που αφορά όχι μόνο την ΠΓΔΜ αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, και την Ελλάδα.
Οι δεύτεροι συνιστούν έναν επικουρικό ιδεολογικό μηχανισμό των πρώτων είτε γιατί σε αυτή την ιδέα πιστεύουν, είτε γιατί με το πολιτικό-πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της ιδέας συμφωνούν.
Στην περίπτωση των «πιστών» στην ιδέα της «αναγκαίας και ικανής συνθήκης» το πρόβλημα εξετάζεται, σε αρκετές περιπτώσεις, με επιστημονική εντιμότητα ως προς τα πραγματικά δεδομένα. Εάν τα δεδομένα τους επαληθεύουν τότε συμπεραίνουν ότι υπάρχει αντικειμενική βάση για την ίδρυση εθνικού κράτους. Εάν όχι, οδηγούνται στο αντίθετο συμπέρασμα.
Στην περίπτωση των ενδιαφερόμενων πρωταρχικά για το πολιτικό αποτέλεσμα, εάν τα πραγματικά δεδομένα δεν συμφωνούν με την πολιτική τους θέση τότε τόσο το χειρότερο για τα δεδομένα… Γιατί τότε συμβαίνει, οι ίδιοι να αυτοπαγιδεύονται και στην καλύτερη περίπτωση τα δεδομένα να παρερμηνεύονται (σφάλμα υποκειμενικότητας). Στην χειρότερη περίπτωση τα δεδομένα απλά παραποιούνται. Αυτό συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτό και στην περίπτωση της ΠΓΔΜ.
Οι τρίτοι τέλος, αυτοί με τους οποίους συντάσσεται το παρόν κείμενο, θεωρούν ότι το ζήτημα του γεωγραφικού προσδιορισμού, της εθνικής συνείδησης και το ζήτημα της γλώσσας αποτελούν μεν αναγκαία συνθήκη για την ίδρυση ενός κράτους, αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ύπαρξή του ως ανεξάρτητου εθνικού κράτους.
Σε ότι αφορά στην θέση της Ελλάδας έναντι της ΠΓΔΜ, ακόμη κι’ αν ίσχυε η παραπάνω αναγκαία συνθήκη, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ικανή, χωρίς να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων, τα εξής καίρια ζητήματα: α) της μη βιωσιμότητας του περίκλειστου αυτού νεοφυούς κράτους, γεγονός που το καθιστά απρόβλεπτο σε περίπτωση περιφερειακής κρίσης, β) της κρατικής-θεσμικής του ευθραυστότητας, της αδύναμης υπόστασης του πολιτικού του προσωπικού κλπ.
Ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη με την γειτονική χώρα, ενόσω αυτή θα αποδέχεται μοίρα προτεκτοράτου και δεν προτάσσει την απαγκίστρωσή της από έναν ρόλο εργαλειακό–κι’ ίσως αύριο αποσταθεροποιητικό- δεν μπορεί να διασφαλιστεί..
Η συνεκτίμηση των όρων που προαναφέρθηκαν δεν αφήνουν περιθώρια στην σημερινή Ελλάδα να προβεί σε παραχωρήσεις σε ένα κράτος που αύριο θα μπορεί να χρησιμοποιήσει εναντίον της εγείροντας ανυπόστατα δικαιώματα.
Πόσο λίγο κατανοούν ή αισθάνονται τι σημαίνει η λέξη Βαλκάνια; 

5. Για τους παραπάνω λόγους το παρόν κείμενο δεν επικεντρώνει στο ζήτημα του ονόματος, στο οποίο, για προφανείς λόγους, εστιάζει η κυβέρνηση της γειτονικής χώρας. Συμπαρασύροντας με την εμμονική της ταχτική και την εγκλωβισμένη –σε μια κοντόφθαλμη και ενδοτική πολιτική- ημετέρα κυβέρνηση. Αντίθετα, το κείμενο δίνει έμφαση στην σταθερότητα και μονιμότητα της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών επισημαίνοντας κινδύνους που δημιουργούν οι κατ’ εντολήν, ευκαιριακές κι’ αθεμελίωτες, συμφωνίες. Αμέτρητος ο αριθμός τέτοιων ανερμάτιστων συμφωνιών στην νεότερη παγκόσμια, βαλκανική και μεσανατολική ιστορία. Απροσμέτρητες οι καταστροφές που επακολούθησαν των υποχωρήσεων και εκχωρήσεων (βλ. Γιουγκοσλαβία, Μέση Ανατολή, τις τελευταίες μόλις δεκαετίες)

6. Παραδείγματα όπου διενέξεις βαθιές άλλοτε επιβαρύνθηκαν και άλλοτε όχι, από ονοματολογικού-τοπωνυμικού χαρακτήρα διαφορές, υπήρξαν και υπάρχουν πολλά. Ενδεικτικά αναφέρονται τα παραδείγματα των διενέξεων μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και ψευδοκράτους, όπως και μεταξύ Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Δημοκρατίας της Κίνας. Στις περιπτώσεις αυτές το μεν ψευδοκράτος δεν έτυχε καμίας διεθνούς αναγνώρισης πλην της Τουρκικής η δε Δημοκρατία της Κίνας αναγνωρίζεται από 22 μόνον χώρες.
Ενδεικτικά της δεύτερης κατηγορίας διακρατικών διενέξεων, ενίοτε συγκρουσιακών, που δεν επιβαρύνθηκαν όμως δημιουργώντας και ονοματολογική κρίση, αναφέρονται τα παραδείγματα μεταξύ:

α) Ισραήλ-Παλαιστίνης, όπου οι μεν Εβραίοι επέλεξαν τον πατρωνυμικό τύπο, εν’ προκειμένω Ισραήλ ως μεταγενέστερο όνομα του Ιακώβ και όχι Ιουδαίος ως φυλετικό-γεωγραφικό τύπο, παράγωγο της Ιουδαίας, χώρας της φυλής του Ιούδα, οι δε Παλαιστίνιοι τον ομώνυμο φυλετικό-γεωγραφικό τύπο,
β) Σενεγάλης-Μαυριτανίας-Μάλι, όπου το όνομα της κοινής τους διεθνούς λεκάνης του ποταμού Σενεγάλη, που πηγάζει από το Μάλι και διαχωρίζει συνοριακά την Μαυριτανία από την Σενεγάλη, επέλεξε ως γεωγραφικό τύπο η ομώνυμη χώρα. Όμως η Μαυριτανία και κατά μία έννοια το Μάλι επέλεξαν για την ονομασία τους τον εθνο-φυλετικό τύπο.
Έχει ίσως σημασία να αναφερθεί ότι η κατηγοριοποίηση των ονομάτων κρατών μελών του ΟΗΕ σε 4 τύπους: φυλετικο-εθνοτικό, γεωγραφικό, προσανατολιστικό (Β/Ν, Α/Δ) και πατρωνυμικό, δείχνει ότι λιγότερο από 1/3 των κρατών επέλεξαν τον τύπο της φυλετικο-εθνοτικής κατηγορίας και λιγότερο από 2/5 τον γεωγραφικό. .

7. Προς τι συνεπώς η εμμονή του νεοφυούς γειτονικού κράτους για ένα όνομα που με την επικύρωσή του, από την Ελλάδα ιδιαίτερα, δημιουργούνται εξ’ αντικειμένου βάσιμες προϋποθέσεις μελλοντικής κρίσης; Ποιόν σκοπό εξυπηρετεί η φαινομενικά αθώα επιμονή της πολιτικής του ηγεσίας για μια ονομασία πρόδηλα δομικού, ιεραρχικού χαρακτήρα η οποία συνεπάγεται αναδιάταξη δύο όμορων ανθρωπογεωγραφικών οντοτήτων, όπου η νεότερη οντότητα, η σλαβομακεδονική, αναγορεύεται σε εθνική κρατική οντότητα και η παλαιότερη, η ιστορική ελληνική, υποβαθμίζεται, dejure, σε περιφερειακή, γεωγραφική οντότητα;
Με δεδομένο ότι η κλίμακα του ιστορικού χρόνου υπερβαίνει σε υπέρτατο βαθμό τον πολιτικό χρόνο των απλώς γενναιόδωρων και καλοπροαίρετων (υπόθεση εργασίας) κ.κ. Τσίπρα, Κοτζιά κ.ά. όπως και των απλώς εμμονικών και ίσως ολίγον πονηρών (πάλι υπόθεση εργασίας), κ.κ. Ζάεφ, Ντιμιτρώφ, κ.α.μπορεί κανείς να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξουν εξελίξεις για την μετατροπή της dejure κατάστασης σε defacto; Όπου η συνορεύουσα προς βορρά χώρα, καθιερωμένη πλέον και από εμάς με την υπογραφή της επισπεύδουσας κυβέρνησής μας ως μακεδονική εθνική κρατική οντότητα, θα απολαμβάνει όλων των προνομίων εκπροσώπησης ενός μακεδονικού έθνους. Ενός μη πραγματικού έθνους-κράτους -ποιός βέβαια θα ενδιαφέρεται τότε γι’ αυτήν την λεπτομέρεια- προκατασκευασμένου για ειδικούς αλλότριους σκοπούς.
Πόσο κοντόθωρη, εάν όχι οτιδήποτε άλλο, είναι όμως η κυβερνητική αντίληψη πως με την αλλαγή, όποτε, ενός-δύο άρθρων στο σύνταγμα της γειτονικής χώρας και την αποκαθήλωση μερικών αγαλμάτων και ταμπελών αίρεται ο αλυτρωτισμός; Πόση άγνοια κινδύνου χαρακτηρίζει όσους δεν γνωρίζουν τα χίλια πρόσωπα του αλυτρωτισμού; Πόσο δοτικοί στον αγοραίο εθνικισμό των γειτόνων, και πόσο ενδοτικοί στον μετα-εθνικό επιθετικό ηγεμονισμό των επικυρίαρχων και άλλων επικίνδυνων κρατών καθίστανται κάποιοι ημέτεροι, δήθεν διεθνιστές, μονίμως υποκλινόμενοι στον εθνικισμό των άλλων; Πόσο λίγο κατανοούν ή αισθάνονται τι σημαίνει η λέξη Βαλκάνια;
Η αδυναμία επίτευξης συναποδεκτής και τελεσίδικης συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών δεν αποκλείει, αλλ’ αντίθετα επιβάλλει, την σύγκλιση και συμφωνία επί ενός άλλου, περισσότερο θεμελιώδους δικαιώματος. Του δικαιώματος των ανθρώπων που ζουν στα δύο αυτά όμορα κράτη να συνυπάρξουν ειρηνικά χτίζοντας στέρεα την μεταξύ τους εμπιστοσύνη

6. Η λύση του μακεδονικού προβλήματος, η πορεία προς την λύση καλύτερα, αφορά σε πρόβλημα δυσεπίλυτο καθότι στην δομή και στην ουσία του συστημικό. Όταν μάλιστα σε αυτό εμπλέκονται η ιστορία με τη φυσική γεωγραφία, με την ανθρωπογεωγραφία, με την εθνολογία, την γλωσσολογία, την γεωοικονομία, την γεωπολιτική, κ.ά. –τόσο στην αναλυτική όσο και στην εμπειρική τους μορφή- είναι σχεδόν βέβαιο πως ό «ήλιος της λύσης» δεν μπορεί αύριο κιόλας ν’ ανατείλει. Παρ’ εκτός κι’ αν η «λύση» επιβληθεί, έξωθεν-άνωθεν δια της πυγμής και, παράλληλα, έσωθεν δια της αβελτηρίας. Αυτά διδάσκει η ιστορία.

7. Η υπαινικτική αναφορά σε δύο μόνον από τα θέματα που μελετούν η Ιστορία, η εθνολογία και η γλωσσολογία, έγινε για ν’ απαντήσει στο ισχυρό πράγματι επιχείρημα περί του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού ενός πληθυσμού, λιγότερο ή περισσότερο διαμορφωμένου ως εθνοτικο-κοινωνικής οντότητας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, σύμφωνα με τους πιο πάνω υπαινιγμούς, είναι πως το δικαίωμα αυτό, όσον αφορά στους πολίτες του γειτονικού κράτους, δεν θεμελιώνεται.
Χρόνια πέρασαν και θα περάσουν άλλα πολλά ώσπου η μια άποψη, ενδεχόμενα, να καταβάλει την άλλη6. Όμως, μέχρι τότε, τι θα γίνεται;

8. Η αδυναμία επίτευξης συναποδεκτής και τελεσίδικης συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών επί του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού της ΠΓΔΜ ως εθνικού μακεδονικού κράτους δεν αποκλείει, αλλ’ αντίθετα επιβάλλει, την σύγκλιση και συμφωνία επί ενός άλλου, περισσότερο θεμελιώδους δικαιώματος. Του δικαιώματος των ανθρώπων που ζουν στα δύο αυτά όμορα κράτη – ανθρώπων που η ιστορία, κατά κάποιο τρόπο (εθνοτικό, ανθρωπογεωγραφικό και όχι εθνικό), τους συνέζευξε7 και κατά έναν άλλο τρόπο σήμερα τους χωρίζει- να συνυπάρξουν ειρηνικά χτίζοντας στέρεα την μεταξύ τους εμπιστοσύνη8 και να επιχειρήσουν μια αμοιβαίως επωφελή συνεργασία, συμπορευόμενοι σε όλους τους τομείς μιας βιώσιμης ανάπτυξης.
Πάει να πει πως το μακεδονικό πρόβλημα, για μια εύλογη περίοδο, πρέπει πρωταρχικά να αναχθεί σε πρόβλημα διεθνών σχέσεων, εγγράφοντας ως κύριο σκοπό την ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη.
Χωρίς αμφιβολία, η θεμελίωση του πρωταρχικού αυτού σκοπού, απαιτεί εμβάθυνση σε ζητήματα που αφορούν στην δυναμική των διεθνών σχέσεων στην σημερινή εποχή. Απαιτεί παράλληλα συστηματικές προσπάθειες κοινών προσεγγίσεων σε θέματα που αφορούν στις ιστορικές, ανθρωπογεωγραφικές, οικολογικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους της δυσεπίλυτης πολυπαραγοντικής μακεδονικής συνάρτησης. 


Συμπεραίνοντας
Ο χρόνος που δεν διέθεσε, αλλά απλώς έθεσε, η αμερικανονατοϊκή εντολή είναι απολύτως ανεπαρκής για την ολοκλήρωση των αναγκαίων πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών διαδικασιών με στόχο την παραγωγή σταθερών και μόνιμων αποτελεσμάτων.
Στις διεθνείς σχέσεις ο βαθμός απροσδιοριστίας είναι μέγιστος, ίσως μεγαλύτερος από αυτόν που εμπεριέχεται στην βιολογική εξέλιξη των ειδών… Οι γεωπολιτικές σταθερές είναι πάντοτε περιορισμένες σε αριθμό, καθοριστικής ωστόσο σημασίας. Δεν μένουν αμετάβλητες αλλά διαγράφουν σπειροειδείς τροχιές πολλών δεκαετιών ή και αιώνων. Στην διάρκειά τους, όσοι σκέφτονται με όρους ευκαιρίας («καλός και λογικός άνθρωπος ο κ. Ζάεφ», «ας υπογράψουμε τώρα καλύτερα, αύριο θα είναι αργά..» κλπ) ή επιδίδονται σε περιδεείς τακτικισμούς, όσοι δηλαδή δεν σκέφτονται με όρους εθνικής-περιφερειακής και παγκόσμιας γεωστρατηγικής, θέτουν, υπογράφοντας, σε κίνδυνο το ειρηνικό μέλλον της χώρας..
γ) Το ζήτημα της αναγνώρισης, εκ’ μέρους της Ελλάδας, της ΠΓΔΜ ως μακεδονικό εθνικό κράτος, δεν μπορεί να τίθεται άμεσα και προκαταβολικά προς συζήτηση. Η Ελλάδα μακεδονικό όνομα δεν έχει λόγο να συζητά ούτε να αναγνωρίσει. Εθνικιστική εμμονή, εν προκειμένω, εδώ δεν υπάρχει και πρόδηλα εκ’ του πονηρού τα λεγόμενα.
Κάθε μακεδονικό όνομα, εγγενώς και αφ’ εαυτού στοιχειοθετεί παλίνδρομους αλυτρωτισμούς και προσφέρεται για σχεδιασμούς που μπορούν και πάλι τον χάρτη της βαλκανικής να αλλάξουν.
Εν κατακλείδι, το μακεδονικό πρόβλημα σήμερα αφορά σε ένα ολοκληρωμένο, περιεκτικό και ουσιώδες στάδιο Οικοδόμησης Μέτρων Εμπιστοσύνης (ΟΜΕ) υποκείμενο σε διαρκείς αξιολογήσεις των αποτελεσμάτων του. Κι αυτό θέλει τον δικό του εύλογο χρόνο.

1  Πρόπλασμα μακεδονισμού αχνοδιαγράφεται στα μέσα του 19ου αιώνα συνδεδεμένο ωστόσο με την βουλγαρική εθνική ιδεολογία.
2  Όπως τα γερμανικά länder.
3  Η πόλη της Οχρίδας βρίσκεται σε απόσταση 100 περίπου χλμ. Βόρεια της Φλώρινας στο έδαφος της σημερινής ΠΓΔΜ
4  H.N. Brailsford «Μακεδονία, οι φυλές της και το μέλλον τους», σελ. 127, εκδ. Οδυσσέας 2006 (πρώτη αγγλική έκδοση 1906). Να σημειωθεί ότι τον συγγραφέας δεν τον διακατείχε κανενός είδους φιλελληνισμός.
5  Εάν κάτι σημαίνει αυτό, η ελληνική γλώσσα είναι πρώτης τάξης κλάδος του ευρωπαϊκού γλωσσικού κορμού. Η βουλγαρική και η σέρβικη γλώσσα είναι τέταρτης τάξης (σλαβικοί) κλάδοι.
6 Η αντιπαράθεση των δύο αυτών απόψεων επιβάλλεται να συνεχιστεί, χωρίς αυταπάτες όμως σχετικά με την επιστημονική αποδειξιμότητά (demonstrability) τους.
7  Ως προερχόμενους από αρχαία ελληνικά (οι Μακεδόνες Έλληνες) ή νεότερα σλαβικά (οι Σλαβομακεδόνες) φύλλα
8  Εμπιστοσύνη (Trust) έννοια κομβική, καθοριστική στις διεθνείς σχέσεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για επίλυση κρίσεων

http://www.huffingtonpost.gr/entry/makedoniko-onoma-e-metra-oikodomeses-empistosenes_gr_5a86fc80e4b00bc49f43776a?utm_hp_ref=gr-homepage 

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή