Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κορονοϊός: η κινεζική παγκόσμια εκστρατεία εκφοβισμού

Δημοσιεύτηκε στις

BEIJING, Feb. 10, 2020 -- Chinese President Xi Jinping, also general secretary of the Communist Party of China Central Committee and chairman of the Central Military Commission, inspects the center for disease control and prevention of Chaoyang District in Beijing, capital of China, on Feb. 10, 2020. Xi on Monday inspected the novel coronavirus pneumonia prevention and control work in Beijing. (Photo by Liu Bin/Xinhua via Getty) (Xinhua/Liu Bin via Getty Images)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτολογοκρίνεται για να κατευνάσει την Κίνα

του Soeren Kern

  • Οι Κινέζοι απεσταλμένοι υπήρξαν ιδιαίτερα επιθετικοί στο Twitter, το οποίο χρησιμοποιούν για να επιτεθούν, να εκφοβίσουν και να φιμώσουν Δυτικούς δημοσιογράφους, νομοθέτες και ακαδημαϊκούς επιστημονικών επιτελείων — ουσιαστικά όποιον αντιτίθεται στην επίσημη εκδοχή των γεγονότων όπως παρουσιάζεται από την Κίνα.
  • Υπό την πίεση κινέζων αξιωματούχων, η Esther Osorio, σύμβουλος επικοινωνιών του Josep Borrell, επικεφαλής της διπλωματικής υπηρεσίας της ΕΕ, παρενέβη προσωπικά για να καθυστερήσει την κυκλοφορία της αρχικής έκθεσης. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΕ ήλπιζε οι ευρωπαϊκές εταιρείες στην Κίνα να τύχουν καλύτερης αντιμετώπισης. Στις 25 Απριλίου, ωστόσο, η South China Morning Post, η οποία έλαβε επίσης αντίγραφο της αρχικής έκθεσης, αποκάλυψε ότι το Πεκίνο είχε απειλήσει να παρακρατήσει ιατρικές προμήθειες από την Ευρώπη εάν το τμήμα της έκθεσης που αναφερόταν στην Κίνα δεν αφαιρεθεί. Στις 15 Απριλίου, η πιο δημοφιλής εφημερίδα της Γερμανίας, η Bild, δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο, «Τι μας οφείλει η Κίνα μέχρι στιγμής», στο οποίο πρότεινε ότι η Κίνα θα πρέπει να πληρώσει στη Γερμανία 150 δισεκατομμύρια ευρώ (162 δισεκατομμύρια δολάρια) ως αποζημίωση για την πανδημία του κορονοϊού. Το άρθρο περιελάμβανε μια λεπτομερή λίστα οικονομικών ζημιών, όπως 50 δισεκατομμυρίων ευρώ για απώλειες σε μικρές επιχειρήσεις και 24 δισεκατομμυρίων ευρώ για απώλειες στον τουρισμό.
  • «Κυβερνάτε έχοντας τα πάντα υπό επιτήρηση. Δεν θα ήσασταν πρόεδρος χωρίς αυτή την επιτήρηση. Επιβλέπετε τα πάντα, κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά αρνείστε να επιβλέψετε τις λαϊκές αγορές με τα άρρωστα ζώα της χώρας σας». — Julian Reichelt, αρχισυντάκτης της Bild. «Θέτετε σε κίνδυνο ολόκληρο τον κόσμο», απευθυνόμενος ευθέως στον Πρόεδρο Xi Jinping.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποχωρήσει στην πίεση που δέχτηκε από την Κίνα και έχει «αμβλύνει» μια έκθεση σχετικά με τις προσπάθειες της Κίνας να αποποιηθεί των ευθυνών για την πανδημία του κορονοϊού. Λέγεται ότι αξιωματούχοι στο Πεκίνο απειλούν να εμποδίσουν την εξαγωγή ιατρικών προμηθειών προς την Ευρώπη εάν η έκθεση δημοσιευόταν στην αρχική της μορφή. Στη φωτογραφία: Ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Wang Yi στα κεντρικά γραφεία της ΕΕ στις Βρυξέλλες, στις 17 Δεκεμβρίου 2019. (Φωτογραφία του John Thys /AFP μέσω Getty Images)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποχωρήσει στην πίεση που δέχτηκε από την Κίνα και έχει «αμβλύνει» μια έκθεση σχετικά με τις προσπάθειες της Κίνας να αποποιηθεί των ευθυνών για την πανδημία του κορονοϊού. Λέγεται ότι αξιωματούχοι στο Πεκίνο απείλησαν να εμποδίσουν την εξαγωγή ιατρικών προμηθειών προς την Ευρώπη εάν η έκθεση δημοσιευόταν στην αρχική της μορφή.

Οι αποκαλύψεις έρχονται καθώς κινέζοι διπλωμάτες σε ολόκληρο τον κόσμο διεξάγουν μια επιθετική εκστρατεία παραπληροφόρησης —που περιγράφεται ως διπλωματία στυλ “Wolf Warrior”, η οποία πήρε το όνομά της από μια κινεζική εθνικιστική σειρά ταινιών δράσης— με στόχο τον έλεγχο σχετικά με την προέλευση του κορονoϊού.

Οι κινέζοι απεσταλμένοι υπήρξαν ιδιαίτερα επιθετικοί στο Twitter, το οποίο χρησιμοποιούν για να επιτεθούν, να εκφοβίσουν και να φιμώσουν Δυτικούς δημοσιογράφους, νομοθέτες και ακαδημαϊκούς επιστημονικών επιτελείων — ουσιαστικά όποιον αντιτίθεται στην επίσημη εκδοχή των γεγονότων όπως παρουσιάζεται από την Κίνα.

Την προηγούμενη χρονιά, περισσότεροι από 60 κινέζοι διπλωμάτες και κινεζικές διπλωματικές αποστολές δημιούργησαν λογαριασμούς στο Twitter ή το Facebook, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Reuters, παρόλο που και οι δύο πλατφόρμες έχουν απαγορευτεί στην Κίνα, και τις χρησιμοποιούν για να επιτεθούν στους επικριτές του Πεκίνου σε ολόκληρο τον κόσμο.

Στις 21 Απριλίου, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Politico Europe που εδρεύει στις Βρυξέλλες ανέφερε ότι είχε λάβει εκ των προτέρων αντίγραφο μιας έκθεσης της ΕΕ όσον αφορά τις δραστηριότητες παραπληροφόρησης της Κίνας και της Ρωσίας σχετικά με τη νόσο του κορανοϊού (Covid-19). Η έκθεση, την οποία η ΕΕ σχεδίαζε να δημοσιεύσει την ίδια ημέρα, περιελάμβανε την ακόλουθη παράγραφο:

«Η Κίνα συνέχισε να διεξάγει μια παγκόσμια εκστρατεία παραπληροφόρησης προκειμένου να αποποιηθεί των ευθυνών για το ξέσπασμα της πανδημίας και να βελτιώσει τη διεθνή εικόνα της. Παρατηρήθηκαν τόσο εμφανείς όσο και συγκαλυμμένες τακτικές».

Κινέζοι αξιωματούχοι επικοινώνησαν γρήγορα με τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πεκίνο για να προσπαθήσουν να αποσύρουν την έκθεση, σύμφωνα με τους New York Times, οι οποίοι έλαβαν επίσης μια αρχική εκδοχή της.

Η Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης της ΕΕ δημοσίευσε τελικά την έκθεση —Παραπληροφόρηση Covid-19— στις 24 Απριλίου, αλλά η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την Κίνα είχε «αμβλυνθεί» κατά πολύ. Οι New York Times εξήγησαν:

«Η αρχική έκθεση ανέφερε τις προσπάθειες του Πεκίνου να περιορίσει τις αναφορές για την κινεζική προέλευση του ιού, εν μέρει κατηγορώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες για την εξάπλωση της νόσου διεθνώς. Σημείωσε πως το Πεκίνο επέκρινε τη Γαλλία ότι άργησε να ανταποκριθεί στην πανδημία και προώθησε ψευδείς κατηγορίες ότι Γάλλοι πολιτικοί χρησιμοποίησαν ρατσιστικές προσβολές εναντίον του επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας…

Αλλά η Κίνα κινήθηκε γρήγορα για να εμποδίσει την κυκλοφορία του εγγράφου, και η Ευρωπαϊκή Ένωση υποχώρησε. Η έκθεση ήταν έτοιμη να δημοσιευτεί, έως ότου οι ανώτεροι αξιωματούχοι διέταξαν να γίνουν αναθεωρήσεις προκειμένου να αμβλυνθεί η γλώσσα…

Η πρόταση που αναφερόταν στην κινεζική εκστρατεία “παγκόσμιας παραπληροφόρησης” αφαιρέθηκε, όπως και κάθε αναφορά στη διαμάχη μεταξύ Κίνας και Γαλλίας. Η υπόλοιπη γλώσσα αμβλύνθηκε…»

Υπό την πίεση κινέζων αξιωματούχων, η Esther Osorio, σύμβουλος επικοινωνιών του Josep Borrell, επικεφαλής της διπλωματικής υπηρεσίας της ΕΕ, παρενέβη προσωπικά για να καθυστερήσει την κυκλοφορία της αρχικής έκθεσης. Οι New York Times έγραψαν:

«Η κ. Osorio, βοηθός του κ. Borrell, ζήτησε από τους αναλυτές να αναθεωρήσουν το έγγραφο ώστε να εστιάσει λιγότερο αναλυτικά στην Κίνα και τη Ρωσία προκειμένου να αποφευχθούν κατηγορίες για μεροληψία, σύμφωνα με ένα email και συνεντεύξεις. Ζήτησε από τους αναλυτές να κάνουν διάκριση μεταξύ προώθησης μιας παραπληροφόρησης και βίαιης προώθησης μιας περιγραφής γεγονότων, και να τεκμηριωθεί το καθένα “καθώς βλέπουμε ήδη έντονη αντίδραση από την CN” (συντομογραφία της Κίνας)».

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΕ ήλπιζε οι ευρωπαϊκές εταιρείες στην Κίνα να τύχουν καλύτερης αντιμετώπισης. Στις 25 Απριλίου, ωστόσο, η South China Morning Post, η οποία έλαβε επίσης αντίγραφο της αρχικής έκθεσης, αποκάλυψε ότι το Πεκίνο είχε απειλήσει να παρακρατήσει ιατρικές προμήθειες από την Ευρώπη εάν το τμήμα της έκθεσης που αναφέρεται στην Κίνα δεν αφαιρεθεί.

Ο ινδός γεωπολιτικός αναλυτής Brahma Chellaney συνόψισε τις ευρύτερες επιπτώσεις των ενεργειών της ΕΕ:

«Η ΕΕ αυτολογοκρίνει την έκθεσή της μετά από πιέσεις που δέχτηκε από την Κίνα. Αμβλύνοντας τον τόνο στην έκθεσή της, η ΕΕ αφαίρεσε αναφορές στην Κίνα σχετικά με την “εκστρατεία παραπληροφόρησης” για την πανδημία. Η ΕΕ παραμένει ένας αδύναμος σύνδεσμος στην οικοδόμηση μιας ενορχηστρωμένης προσπάθειας κάποιων δημοκρατιών ενάντια στον στιβαρό αυταρχισμό της Κίνας».

Εν τω μεταξύ, κινέζοι διπλωμάτες σε όλο τον κόσμο, με επικεφαλής τον υπουργό Εξωτερικών Wang Yi, ξεσπούν εναντίον των κυβερνήσεων και των ατόμων που πιστεύουν ότι έχουν προσβάλει την Κίνα. Ορισμένοι αναλυτές λένε ότι αυτό αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στις διεθνείς υποθέσεις. «Η Κίνα θέλει να γνωρίζουν οι άλλες χώρες ποιος είναι το αφεντικό», έγραψε η παρατηρήτρια της Κίνας Bethany Allen-Ebrahimian.

Άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η αδιαλλαξία της Κίνας αντανακλά τον εύθραυστο χαρακτήρα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, και ότι ο κινέζος Πρόεδρος Xi Jinping τροφοδοτεί τον εθνικισμό για να εδραιώσει τον έλεγχό του εν μέσω αυξανόμενου εγχώριου θυμού λόγω των λανθασμένων χειρισμών του σχετικά με την κρίση του κορονοϊού. «Όλες οι κυβερνήσεις ανησυχούν για το πώς θα επιβιώσουν από αυτή την πανδημία, αλλά για μια μονοκομματική αυταρχική κυβέρνηση οι φόβοι είναι υπαρξιακοί», επισήμανε ο Kevin Libin, αρθρογράφος και αρχισυντάκτης της καναδικής National Post.

Σε κάθε περίπτωση, οι τακτικές πίεσης της Κίνας είχαν αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις —όπως στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις Φιλιππίνες. Σε άλλες περιπτώσεις, ο εκφοβισμός της Κίνας απέτυχε θεαματικά.

Στις 15 Απριλίου, η πιο δημοφιλής εφημερίδα της Γερμανίας, η Bild, δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο, «Τι μας οφείλει η Κίνα μέχρι στιγμής», το οποίο πρότεινε ότι η Κίνα θα πρέπει να πληρώσει στη Γερμανία 150 δισεκατομμύρια ευρώ (162 δισεκατομμύρια δολάρια) ως αποζημίωση για την πανδημία του κορονοϊού. Το άρθρο περιελάμβανε μια λεπτομερή λίστα οικονομικών ζημιών, όπως 50 δισεκατομμυρίων ευρώ για απώλειες σε μικρές επιχειρήσεις και 24 δισεκατομμυρίων ευρώ για απώλειες στον τουρισμό.

Η κινεζική Πρεσβεία στο Βερολίνο απάντησε κατηγορώντας την Bild για ρατσισμό. Σε επιστολή, ο εκπρόσωπος της πρεσβείας Tao Lili έγραψε:

«Η έκθεσή σας όχι μόνο στερείται ουσιαστικών γεγονότων και ακριβών χρονοδιαγραμμάτων, αλλά και της ελάχιστης δέουσας δημοσιογραφικής συνέπειας και αμεροληψίας. Εκείνοι που πράττουν όπως πράξατε εσείς με το σημερινό άρθρο της εφημερίδας σας τροφοδοτούν τον εθνικισμό, τη μεροληψία, την ξενοφοβία και την εχθρότητα εναντίον της Κίνας. Το άρθρο αυτό δεν είναι αντάξιο της παραδοσιακής φιλίας μεταξύ των δύο λαών μας ούτε πρόκειται για σοβαρή αντίληψη της δημοσιογραφίας. Σε αυτό το πλαίσιο, αναρωτιέμαι, από πού προέρχεται αυτή η αντιπάθεια της συντακτικής σας ομάδας προς το λαό και το κράτος μας;»

Αντί να πτοηθεί, ο αρχισυντάκτης της Bild, Julian Reichelt, αντέδρασε αποστέλλοντας δική του επιστολή: «Θέτετε σε κίνδυνο ολόκληρο τον κόσμο». Δημοσιεύθηκε στα γερμανικά και στα αγγλικά και απευθυνόταν ευθέως στον Πρόεδρο Xi Jinping. Ο Reichelt έγραψε:

«Κυβερνάτε έχοντας τα πάντα υπό επιτήρηση. Δεν θα ήσασταν πρόεδρος χωρίς αυτή την επιτήρηση. Επιβλέπετε τα πάντα, κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά αρνείστε να επιβλέψετε τις λαϊκές αγορές με τα άρρωστα ζώα της χώρας σας.

Κλείνετε κάθε εφημερίδα και ιστοσελίδα που επικρίνει τον τρόπο διακυβέρνησής σας, αλλά όχι τους πάγκους όπου πωλείται σούπα νυχτερίδας. Δεν επιτηρείτε μόνο τον λαό σας, αλλά τον θέτετε σε κίνδυνο —και μαζί με αυτόν, τον υπόλοιπο κόσμο.

Η επιτήρηση αποτελεί άρνηση της ελευθερίας. Και ένα έθνος που δεν είναι ελεύθερο, δεν είναι δημιουργικό. Ένα έθνος που δεν είναι καινοτόμο, δεν εφευρίσκει τίποτα. Γι αυτόν το λόγο έχετε κάνει τη χώρα σας παγκόσμιο πρωταθλητή στην κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η Κίνα πλουτίζει με τις εφευρέσεις άλλων, αντί να κάνει δικές της εφευρέσεις. Ο λόγος που η Κίνα δεν καινοτομεί και δεν εφευρίσκει είναι ότι δεν αφήνετε τους νέους της χώρας σας να σκέφτονται ελεύθερα. Η μεγαλύτερη εξαγωγική επιτυχία της Κίνας (που κανείς δεν ήθελε να έχει, αλλά ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο) είναι ο κορονοϊός…

Δημιουργήσατε μιαν ακατανόητη, μη διαφανή Κίνα. Πριν από τον κορονοϊό, η Κίνα ήταν γνωστή ως κράτος επιτήρησης. Τώρα, η Κίνα είναι γνωστή ως κράτος επιτήρησης που μόλυνε τον κόσμο με μια θανατηφόρα ασθένεια. Αυτή είναι η πολιτική σας κληρονομιά.

Η Πρεσβεία σας μου λέει ότι δεν ανταποκρίνομαι στην “παραδοσιακή φιλία των λαών μας”. Υποθέτω ότι τη θεωρείτε σπουδαία αυτή τη “φιλία” όταν τώρα στέλνετε γενναιόδωρα μάσκες σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό δεν είναι φιλία, θα το αποκαλούσα ιμπεριαλισμό κρυμμένο πίσω από χαμόγελο —έναν Δούρειο Ίππο.

Σκοπεύετε να ενισχύσετε την Κίνα μέσω μιας πανδημίας που εσείς εξαγάγατε. Δεν θα το πετύχετε. Ο κορονοϊός θα είναι το πολιτικό σας τέλος, αργά ή γρήγορα».

Κάποια άλλα πρόσφατα παραδείγματα προσπαθειών που γίνονται από κινέζους διπλωμάτες να εκφοβίσουν και να φιμώσουν όσους στο εξωτερικό αμφισβητούν την κινεζική κυβέρνηση είναι τα παρακάτω:

Αυστραλία

Στις 23 Απριλίου, ο Πρωθυπουργός της Αυστραλίας Scott Morrison κάλεσε όλες τις χώρες που είναι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) να υποστηρίξουν μια ανεξάρτητη έρευνα σχετικά με την πανδημία του κορονοϊού. Είπε ότι όλα τα μέλη του Π.Ο.Υ. θα πρέπει να υποχρεωθούν να συμμετάσχουν, και πρόσθεσε ότι η Αυστραλία θα προωθήσει αυτή την έρευνα κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης του Π.Ο.Υ. στις 17 Μαΐου.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας, Geng Shuang, απάντησε: «Η λεγόμενη ανεξάρτητη έρευνα που προτείνει η Αυστραλία είναι στην πραγματικότητα πολιτική χειραγώγηση. Συνιστούμε στην Αυστραλία να εγκαταλείψει τις ιδεολογικές της προκαταλήψεις».

Βραζιλία

Ο Πρέσβης της Κίνας στη Βραζιλία, Yang Wanming, μοιράστηκε ένα tweet, το οποίο αργότερα διαγράφηκε, αποκαλώντας την οικογένεια του Προέδρου Jair Bolsonaro «εξαιρετικά δηλητηριώδη», αφού ο γιος του Eduardo κατηγόρησε την «κινεζική δικτατορία» για την πανδημία του κορονοϊού. Το tweet προκάλεσε την επίπληξη του υπουργού Εξωτερικών της Βραζιλίας Ernesto Araújo, ο οποίος είπε ότι αυτό το tweet αποτελεί ανάρμοστη συμπεριφορά για έναν Πρέσβη.

Καναδάς

Στις 19 Απριλίου, η κινεζική Πρεσβεία στην Οττάβα κατήγγειλε το Macdonald-Laurier Institute (MLI), ένα κορυφαίο καναδικό επιστημονικό επιτελείο, μετά τη δημοσίευση μιας ανοιχτής επιστολής με την οποία κατηγορούσε τις κινεζικές αρχές για συγκάλυψη της πανδημίας. Η κινεζική Πρεσβεία έγραψε:

«Πρόσφατα, το Ινστιτούτο Macdonald-Laurier δημοσίευσε τη λεγόμενη “ανοιχτή επιστολή”, με την οποία ισχυρίστηκε ψευδώς ότι η Κίνα συγκαλύπτει τις ρίζες της πανδημίας. Επίσης, πραγματοποίησε κακόβουλη συκοφαντία και επιθέσεις εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και της κινεζικής κυβέρνησης, και παρενέβη έντονα στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας. Η κινεζική πλευρά εκφράζει τη σθεναρή αντίθεσή της με αυτές τις ενέργειες του Ινστιτούτου… Καλούμε το Ινστιτούτο να συμμορφωθεί με την επαγγελματική δεοντολογία, να επικεντρωθεί στο έργο που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνει ένα επιστημονικό επιτελείο, να αποφύγει την πολιτικοποίηση του ερευνητικού έργου και να σταματήσει να διαδίδει ανοησίες εναντίον της Κίνας».

Ένας ακαδημαϊκός του Ινστιτούτου, ο Kaveh Shahrooz, έγραψε στο Twitter:

«Η κινεζική Πρεσβεία στον Καναδά έχει δημοσιεύσει μια ανακοίνωση με την οποία επιτίθεται στο @MLInstitute, στο οποίο υπηρετώ ως Senior Fellow. Αποτελούμε αγκάθι για κυβερνήσεις όπως της Κίνας, του Ιράν και της Ρωσίας. Είμαι εξαιρετικά υπερήφανος γι αυτό το γεγονός».

Ένας άλλος ακαδημαϊκός του Ινστιτούτου, ο Shuvaloy Majumdar, έγραψε στο Twitter:

«Θα ήθελα να συγχαρώ την Πρεσβεία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην Οτάβα για τη συμβολή της να τραβήξει την προσοχή στην τακτική εκφοβισμού που ασκεί το Κομμουνιστικό Κόμμα στο λαό του και στις συνεχείς καταχρηστικές συμπεριφορές του στο εξωτερικό.»

Η καναδική κυβέρνηση παρέμεινε σιωπηλή επί του θέματος. Ο Charles Burton, ανώτερος συνεργάτης και ειδικός σε θέματα που αφορούν την Κίνα στο MLI, δήλωσε ότι η σιωπή της Οτάβα μόνον θα ενθαρρύνει το Πεκίνο να κάνει περαιτέρω προσπάθειες να καταπνίξει την ελευθερία λόγου στον Καναδά:

«Θα περίμενε κανείς ότι η κυβέρνηση του Καναδά θα ασχοληθεί με μια τέτοια δήλωση από την πλευρά της κινεζικής Πρεσβείας. Πρόκειται σαφώς για μια προσπάθεια να παρέμβει στην ελευθερία έκφρασης ενός καναδικού επιστημονικού επιτελείου και να προβάλει ισχυρισμούς εναντίον του, οι οποίοι σαφώς δεν έχουν απολύτως καμία βάση».

Στις 19 Απριλίου, ο Πρωθυπουργός της Αλμπέρτα Jason Kenney έγραψε στο Twitter:

«Ένιωσα σοκαρισμένος όταν έμαθα ότι ο παλιός μου φίλος Martin Lee, ιδρυτής του Δημοκρατικού Κόμματος του Χονγκ Κονγκ, συνελήφθη σήμερα μαζί με πολλούς εξέχοντες πολίτες του Χονγκ Κονγκ. Ο Martin είναι ο παλαιότερος πολιτικός της δημοκρατίας του Χονγκ Κονγκ. Ελπίζω για την άμεση απελευθέρωσή του».

Το Γενικό Προξενείο της Κίνας στο Κάλγκαρι απάντησε:

«Ο Πρωθυπουργός της Αλμπέρτα σχολίασε στο Twitter σχετικά με τη νόμιμη σύλληψη ενός ταραξία, πολέμιου της Κίνας από την αστυνομία του Χονγκ Κονγκ. Κανείς δεν εξαιρείται του νόμου. Παραβλέποντας κανείς τα γεγονότα και συνηγορώντας ανοιχτά υπέρ των ταραξιών μπορεί μόνο να υπονομεύσει το κράτος δικαίου, κάτι το οποίο δεν είναι προς το συμφέρον του Καναδά. Προτρέπουμε τους πολιτικούς κάθε τόπου να συμμορφωθούν με τους βασικούς κανόνες που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις, να σεβαστούν την επιβολή του νόμου από την Ειδική Διοικητική Περιοχή (ΕΔΠ) του Χονγκ Κονγκ και να σταματήσουν αμέσως να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας».

Ο Kenney απάντησε:

«Παραδέχομαι ότι η Αλμπέρτα δεν έχει εξωτερική πολιτική και δεν ασχολούμαι με την εξωτερική πολιτική, αλλά θα πω μόνον αυτό — όταν ένας προσωπικός μου φίλος συλλαμβάνεται ως πολιτικός κρατούμενος, δεν μπορώ να παραμείνω σιωπηλός και να έχω καθαρή τη συνείδησή μου».

Όταν η Κίνα ανέκτησε κυριαρχία επί του Χονγκ Κονγκ από τους Βρετανούς το 1997, το Πεκίνο συμφώνησε να επιτρέψει στο Χονγκ Κονγκ να απολαμβάνει τις ελευθερίες του έως το 2047, σε μια ρύθμιση γνωστή ως «μία χώρα, δύο συστήματα».

Στις 14 Απριλίου, η The Globe and Mail, η πιο ευρέως διαδεδομένη εφημερίδα στον Καναδά, δημοσίευσε ένα άρθρο γνώμης με τίτλο, «Η κουλτούρα διαφθοράς και καταστολής του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος έχει κοστίσει ζωές σε ολόκληρο τον κόσμο». Το άρθρο κατηγόρησε το Κ.Κ.Κ. ότι κρύβει, καταστρέφει, πλαστογραφεί, κατασκευάζει, καταστέλλει και διαστρεβλώνει πληροφορίες σχετικά με την επιδημία, αποσιωπά και ποινικοποιεί κάθε διαφωνία και εξαφανίζει όσους το καταγγέλλουν. «Όλα τα παραπάνω αντικατοπτρίζουν το εύρος της εγκληματικότητας και της διαφθοράς στο Κόμμα». Το άρθρο προέτρεψε τη διεθνή κοινότητα να καλέσει τις κινεζικές αρχές να λογοδοτήσουν για το ρόλο που έπαιξαν στη δημιουργία «μιας από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στην ιστορία».

Η κινεζική Πρεσβεία στην Οτάβα απάντησε ότι το άρθρο ήταν «γεμάτο μίσος και προκατάληψη» εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (Κ.Κ.Κ.):

«Πώς θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για λογοδοσία; Ο “πολιτικός ιός” του στίγματος είναι πιο επικίνδυνος από την ίδια την ασθένεια. Όσοι προσπαθούν να προσδώσουν τη λεγόμενη «εγκληματικότητα» στο Κ.Κ.Κ. βλέπουν την Κίνα με ιδεολογική προκατάληψη και το «πολιτικό κίνητρο» πίσω από αυτό είναι αμφίβολο.

Συμβουλεύουμε αυτά τα άτομα να επικεντρωθούν στις προσπάθειες της χώρας τους για πρόληψη και έλεγχο της επιδημίας. Η μετατόπιση των ευθυνών δεν θα βοηθήσει στον μετριασμό της επιδημίας σε τοπικό επίπεδο, ούτε θα βοηθήσει τη διεθνή συνεργασία για πρόληψη και έλεγχο της πανδημίας».

Την 1η Απριλίου, η εφημερίδα The Globe and Mail δημοσίευσε ένα άρθρο γνώμης με τίτλο, «Γιατί να εμπιστευτούμε τους επίσημους αριθμούς της Κίνας για τον COVID-19;» Ρωτούσε:

«H πρώτη σκέψη της κινεζικής κυβέρνησης ήταν πάντα να κρύβει τα γεγονότα, ειδικά όταν αυτά αποκαλύπτουν τις δικές της αποτυχίες, επομένως γιατί να πιστέψει κανείς τώρα τα στοιχεία που προέρχονται από την Κίνα σχετικά με τον COVID-19;… Η κομμουνιστική κυβέρνηση οφείλει τη νομιμότητά της στο γεγονός ότι πείθει τους κινέζους πολίτες πως κάνει καλύτερη δουλειά από τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις όσον αφορά την προστασία των συμφερόντων τους. Για το σκοπό αυτό, έχει διογκώσει εδώ και καιρό τις στατιστικές οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και έχει υποτιμήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της χώρας. Γιατί να περιμένει κανείς να είναι ειλικρινής σχετικά με τα στοιχεία για τον COVID-19;»

Η Πρεσβεία της Κίνας στην Οτάβα απάντησε:

«Το άρθρο θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα δημοκρατικό κράτος και η Κίνα είναι μια χώρα υπό την ηγεσία κομμουνιστικού καθεστώτος, οδηγώντας σε ένα γελοίο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία που δίδονται από τις ΗΠΑ είναι πιο διαφανή από αυτά της Κίνας… Εδώ χρησιμοποιούνται απροκάλυπτα δύο μέτρα και δύο σταθμά. Προτρέπουμε την The Globe and Mail να σταματήσει τις προκαταλήψεις, να σεβαστεί τα γεγονότα και να σταματήσει να κάνει ανεύθυνες παρατηρήσεις ενάντια στις προσπάθειες της Κίνας να καταπολεμήσει τον COVID-19».

Γαλλία

Στις 14 Απριλίου, ο γάλλος υπουργός Εξωτερικών Jean-Yves Le Drian κάλεσε τον Πρέσβη της Κίνας στη Γαλλία, Lu Shaye, να εκφράσει τη διαφωνία του με ορισμένες πρόσφατες παρατηρήσεις εκπροσώπων της Κίνας στη Γαλλία σχετικά με την πανδημία του κορονοϊού. «Ορισμένες πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις εκπροσώπων της κινεζικής Πρεσβείας στη Γαλλία δεν ανταποκρίνονται στην ποιότητα των διμερών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών μας», είπε.

Σε μια σειρά πρόσφατων δηλώσεων στα μέσα ενημέρωσης, ο Lu κατηγόρησε «ένα μέρος του γαλλικού Τύπου» για τη σπίλωση της εικόνας της Κίνας με «ψέματα» σχετικά με τον ρόλο της στην τρέχουσα πανδημία του κορονοϊού. Αυτά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης —τα οποία ποτέ δεν ανέφερε ονομαστικά, αλλά που φαίνεται, κατά την άποψή του, να αντιπροσωπεύουν ολόκληρο τον γαλλικό Τύπο— «χλεύασαν την Κίνα» παραβιάζοντας «όλη την ηθική των μέσων ενημέρωσης και την πιο στοιχειώδη καλή πίστη» με μια προσέγγιση που, σύμφωνα με τα λόγια του Lu, «συνορεύει με την παράνοια».

Μιλώντας στο καλωδιακό κανάλι Mandarin TV στις 15 Μαρτίου, ο Lu κατηγόρησε τα μέσα ενημέρωσης ότι χρησιμοποιούν μεθόδους «προπαγάνδας» για να κάνουν «πλύση εγκεφάλου» στο κοινό. Σε δηλώσεις που δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο της Πρεσβείας στις 14 και 29 Φεβρουαρίου, καταδίκασε τα «ανεύθυνα» σχόλια και τους «παραλογισμούς» που λέγονται στα γαλλικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την Κίνα.

Ο Γενικός Γραμματέας των Reporters Without Borders (RSF), Christophe Deloire είπε:

«Αυτό το “μάθημα δημοσιογραφίας” προς τον γαλλικό Τύπο είναι ακατάλληλο να προέρχεται από έναν εκπρόσωπο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, μιας χώρας που κατατάσσεται 177η από τις 180 χώρες στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των RSF και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους δεσμοφύλακες της δημοσιογραφίας στον κόσμο. Η λογοκρισία που επέβαλε το Πεκίνο στα κινεζικά μέσα ενημέρωσης είχε πολύ αρνητικό αντίκτυπο καθυστερώντας τη λήψη μέτρων στην αρχή της επιδημίας του κορονοϊού».

Οι RSF πρόσθεσαν σε ένα δελτίο τύπου:

«Οι δηλώσεις του Πρέσβη αντικατοπτρίζουν μια πολιτική συντονισμένη πλήρως με την κινεζική κυβέρνηση που στοχεύει στον έλεγχο των διεθνών μέσων ενημέρωσης, όπως απέδειξαν οι RSF σε μια επίσημη αναφορά με τίτλο “Η επιδίωξη της Κίνας για μια νέα παγκόσμια τάξη των μέσων ενημέρωσης” το 2019».

Γερμανία

Στις 12 Απριλίου, η εφημερίδα Welt am Sonntag ανέφερε ότι έλαβε έγγραφα που είχαν διαρρεύσει από το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, τα οποία αποκάλυπταν ότι κινέζοι αξιωματούχοι είχαν επικοινωνήσει απευθείας με αξιωματούχους και υπαλλήλους σε διάφορα ομοσπονδιακά υπουργεία και τους ζήτησαν να «εκφραστούν θετικά» σχετικά με τη διαχείριση της Κίνας στην κρίση του κορονοϊού. Κινέζοι αξιωματούχοι επίσης «ενέπλεξαν υπεύθυνους λήψης αποφάσεων από το πολιτικό περιβάλλον, καθώς και εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων» προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν «για τα κινεζικά συμφέροντα στη Γερμανία για την προώθηση της πολιτικής ατζέντας του Κομμουνιστικού Κόμματος». Η κινεζική Πρεσβεία στο Βερολίνο απάντησε κατηγορώντας την Welt am Sonntag ότι «θέλει να συκοφαντήσει και να κηλιδώσει την Κίνα». «Κάθε είδος στιγματισμού της Κίνας πρέπει να σταματήσει».

Ινδία

Ο κινέζος Πρέσβης στην Ινδία, Ji Rong, επανειλημμένα επιτέθηκε σε Ινδούς αξιωματούχους και μέσα ενημέρωσης. Στις 8 Απριλίου, έγραψε στο Twitter:

«Η λεγόμενη καταγγελία ορισμένων ινδικών οργανώσεων στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ με σκοπό να αναγκαστεί η Κίνα να αποζημιώσει τις απώλειες που προκλήθηκαν από τον #COVID19 είναι γελοία και εντυπωσιακά ανόητη. Σε αυτή τη δύσκολη στιγμή, πρέπει να συνεργαστούμε αντί να προβαίνουμε σε στιγματισμό των άλλων και σε μετατόπιση των ευθυνών».

Στις 10 Απριλίου, ο Ji έγραψε στο Twitter:

«Είναι λυπηρό το γεγονός ότι ορισμένα ινδικά μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν άρθρα αναφερόμενα στον #COVID19 ξανά ως o “ιός της Γιουχάν” ή ο “κινέζικος ιός”. Η διεθνής κοινότητα συναινεί ξεκάθαρα στο ότι ένας ιός δεν θα πρέπει να συνδεθεί με καμία συγκεκριμένη χώρα, περιοχή ή εθνική ομάδα. Ένας τέτοιος στιγματισμός είναι απαράδεκτος».

Φιλιππίνες

Στις 29 Μαρτίου, το Υπουργείο Υγείας ζήτησε συγγνώμη για σχόλια που έκανε την προηγούμενη μέρα σχετικά με την κακή ποιότητα δύο παρτίδων δοκιμαστικών τεστ για τον κορονοϊό που παρέλαβε από την Κίνα. Η υφυπουργός Υγείας, Maria Rosario Vergeire, δήλωσε ότι τα κιτ των κινέζων παρασκευαστών BGI Group και Sansure Biotech ήταν μόνο κατά 40% ακριβή στη διάγνωση του Covid-19, και ότι ορισμένα από αυτά είναι για τα σκουπίδια. Η κινεζική Πρεσβεία στη Μανίλα έγραψε στο Twitter:

«Η κινεζική Πρεσβεία απορρίπτει σθεναρά κάθε ανεύθυνη παρατήρηση και κάθε απόπειρα υπονόμευσης της συνεργασίας μας υπό αυτό το πρίσμα».

Σουηδία

Στις 18 Ιανουαρίου, η Σουηδή υπουργός Εξωτερικών Ann Linde κάλεσε τον Πρέσβη της Κίνας στη Σουηδία, Gui Congyou, ο οποίος είχε συγκρίνει τα σουηδικά μέσα ενημέρωσης με έναν πυγμάχο της κατηγορίας ελαφρών βαρών που «προκαλεί» έναν άλλο πυγμάχο της κατηγορίας βαρέων βαρών. Ο Congyou, ο οποίος έγινε γνωστός για τις ωμές επιθέσεις του, δήλωσε στον κρατικό ραδιοτηλεοπτικό σταθμό SVT ότι οι «συχνές φαύλες επιθέσεις εναντίον του Κινεζικού Κομμουνιστικό Κόμματος και της κινεζικής κυβέρνησης από ορισμένα σουηδικά μέσα ενημέρωσης» θα μπορούσαν να συγκριθούν με έναν πυγμάχο 48 κιλών της κατηγορίας φτερού που τα βάζει με έναν αντίπαλο σχεδόν διπλάσιο από αυτόν:

«Ο πυγμάχος των 86 κιλών, λόγω καλής θέλησης για να προστατεύσει τον ελαφρύ πυγμάχο, τον συμβουλεύει να φύγει και να κοιτάξει τη δουλειά του, αλλά ο τελευταίος αρνείται να ακούσει, και μάλιστα εισβάλλει στο σπίτι του πυγμάχου βαρέων βαρών. Ποια πιστεύετε, λοιπόν, πως πρέπει να είναι η αντίδραση του βαρέως βαρών;»

Η Utgivarna, μια ομάδα που εκπροσωπεί τα ιδιωτικά και δημόσια μέσα ενημέρωσης της Σουηδίας, σε μια δήλωση είπε:

«Πολλές φορές, ο Πρέσβης της Κίνας Gui Congyou προσπάθησε να υπονομεύσει την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία έκφρασης βάσει του σουηδικού συντάγματος με ψευδείς δηλώσεις και απειλές. Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι η μεγαλύτερη δικτατορία του κόσμου προσπαθεί να αποτρέψει την άσκηση της ελεύθερης και ανεξάρτητης δημοσιογραφίας σε μια δημοκρατία όπως η Σουηδία. Αυτές οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις πρέπει να σταματήσουν αμέσως».

Βενεζουέλα

Στις 18 Μαρτίου, η κινεζική Πρεσβεία στη Βενεζουέλα δημοσίευσε μια θυμωμένη «δήλωση» αποτελούμενη από 17 tweets κάποιων άγνωστων νομοθετών της Βενεζουέλας που αναφέρονταν στον κορονοϊό ως ο «κινέζικος κορονοϊός» ή ο «κορονοϊός της Γιουχάν». Η κινεζική Πρεσβεία είπε ότι οι νομοθέτες αυτοί έχουν προσβληθεί από «πολιτικό ιό» και τους συνέστησε να «αναζητήσουν θεραπεία». Ένα πρώτο βήμα, όπως γράφτηκε στο Twitter, θα ήταν να «φορέσουν μια μάσκα και να το βουλώσουν».

Ο Soeren Kern είναι Senior Fellow στο Gatestone Institute που εδρεύει στη Νέα Υόρκη.

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή