Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αλλαγή ρόλων

Δημοσιεύτηκε στις

Analyst TeamΓερμανία-και-Γαλλία-κρίση-χρέους-και-ευρωσκεπτικισμός
Παρά το ότι η Γαλλία υπαγόρευε στη Γερμανία την υιοθέτηση
μιας αυστηρής  πολιτικής λιτότητας το 1930, σήμερα συμβαίνει ακριβώς το
αντίθετο – ενώ οι ομοιότητες του παρόντος αδιεξόδου της Ελλάδας, με τη
Γερμανία εκείνης της εποχής, είναι εντυπωσιακές

Είναι απογοητευτική, εξευτελιστική, τραγική ίσως η αλλαγή ρόλων, όσον αφορά τη Γαλλία, σε σχέση με τη Γερμανία – αφού η σημερινή κατάσταση στην Ευρωζώνη, θυμίζει από πολλές πλευρές τη δεκαετία του 1930 στην Ευρώπη.
Τότε βέβαια ήταν η Γαλλία αυτή που έδινε συμβουλές στη Γερμανία,
κατηγορώντας την για υπερβολική σπατάλη και συστήνοντας της λιτότητα.
Αντίθετα, σήμερα είναι η Γερμανία αυτή που κυριολεκτικά απαιτεί από τη Γαλλία την άμεση υιοθέτηση μέτρων – όπως τη μείωση των δημοσίων δαπανών, τη δρομολόγηση διαρθρωτικών αλλαγών κοκ.
Με δεδομένο δε τον αδύναμο, ανεπαρκή χαρακτήρα του Γάλλου προέδρου, ελάχιστοι αμφιβάλουν για τη συνέχιση της «πολιτικής των υποκλίσεων» απέναντι στη Γερμανία
– όπως επίσης για τη διαδοχή του από το ακροδεξιό, εθνικοσοσιαλιστικό
κόμμα της χώρας, το οποίο στην πραγματικότητα ελάχιστα διαφέρει (εάν),
από το αντίστοιχο στην Ελλάδα.
Επιστρέφοντας στην προπολεμική δεκαετία, στα τέλη Μαρτίου του 1930, όταν η τότε μεγάλη συμπαράταξη υπό τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Hermann Müller κατέρρευσε, η συντηρητική γαλλική εφημερίδα «Le Figaro», για παράδειγμα, ανέφερε τα εξής σε ελεύθερη μετάφραση:
.

«Δεν
διακρίνονται κανενός είδους ανυπέρβλητες υλικές δυσκολίες, οι οποίες
«προβοκάρισαν» το τέλος της μεγάλης συμπαράταξης. Ασφαλώς, η εκτέλεση του προϋπολογισμού είναι δύσκολη υπόθεση, ενώ το δημόσιο έλλειμμα παραμένει ανησυχητικό.
Εν τούτοις, θα ήταν δυνατόν, με κάποια μεγαλύτερη «ενεργητικότητα», να
θεραπευθεί η βαριά, αλλά σε καμία περίπτωση απελπιστική ή «ανίατη»
οικονομική κατάσταση της χώρας.

Για να επιτύχει κανείς αυτό το στόχο, θα έπρεπε να υιοθετήσει ένα εξαιρετικά αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας – κυρίως όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, επειδή έχει μετατραπεί σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο». Δυστυχώς, οι σοσιαλιστές δεν θέλουν να ακούν ούτε τη λέξη «εξοικονόμηση» – προτιμώντας να μην κάνουν τίποτα«.

.
Η σημαντικότερη αιτία της αδυναμίας της Γερμανίας εκείνη την εποχή, ήταν το πολύ υψηλό εξωτερικό της χρέος – το ήμισυ του οποίου αφορούσε τραπεζικά δάνεια, ενώ τα υπόλοιπα προέρχονταν από τις πολεμικές επανορθώσεις, για τις ζημίες που προκάλεσε στην Ευρώπη με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Τα ποσά αυτά εκφράζονταν σε δολάρια ή σε χρυσό – γεγονός που σήμαινε
ότι, τυχόν μείωση της ισοτιμίας του «αυτοκρατορικού μάρκου», του
νομίσματος της Γερμανίας δηλαδή, με στόχο την αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της αύξησης των εξαγωγών, καθώς επίσης της μείωσης των εισαγωγών, θα αύξανε σε πολύ υψηλά επίπεδα το χρέος της χώρας.
Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που θα συνέβαινε στην Ελλάδα, το χρέος
της οποίας είναι σε ευρώ (δημόσιο, τραπεζικό κλπ.), εάν τυχόν, ειδικά μετά το PSI, υιοθετούσε τη δραχμή – η οποία θα υποτιμούταν ακαριαία κατά τουλάχιστον 50%, εκτοξεύοντας το εξωτερικό χρέος στα ύψη (γράφημα).
 .

Ελλάδα – η εξέλιξη του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας.

 .
Με δεδομένο δε το ότι, το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας σήμερα υπερβαίνει το 220% του ΑΕΠ της, ενώ της Γερμανίας το 1930 ήταν της τάξης του 100% του ΑΕΠ, καταλαβαίνει κανείς τον παραλογισμό των «οπαδών της δραχμής».
Πόσο μάλλον όταν συνδέουν τη δραχμή με την αθέτηση πληρωμών, η οποία
είναι ίσως ένας ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός – για ένα κράτος με το
μέγεθος της Ελλάδας, τη γεωπολιτική της θέση, τις εξαρτήσεις της κοκ.
Συνεχίζοντας στη Γερμανία του παρελθόντος, ένα μεγάλο μέρος του
εξωτερικού δανεισμού της ήταν βραχυπρόθεσμο – γεγονός που σημαίνει ότι, οι επενδυτές θα απέσυραν αμέσως τα χρήματα τους, εάν η πολιτική κατάσταση στη χώρα παρουσίαζε προβλήματα.
Ο υπουργός εξωτερικών δε (Stresemann) είχε αναφέρει το 1928, όταν η
οικονομία της Γερμανίας ήταν ακόμη σε καλή κατάσταση, τα εξής:
.

«Το εξωτερικό υπερεκτιμάει τις δυνατότητες της Γερμανίας. Η χώρα δίνει μία εσφαλμένη εντύπωση, όσον αφορά το επίπεδο ευημερίας της. Η οικονομική της κατάσταση είναι μόνο φαινομενικά εξαίρετη.
Στην πραγματικότητα, η Γερμανία χορεύει στην άκρη ενός ηφαιστείου.
Εάν καταγγελθεί ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός της, τότε θα μπορούσε να
καταρρεύσει απότομα ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής οικονομίας
«.

.

Επομένως, αυτό που απέμενε τότε στη Γερμανία, ήταν ένα και μοναδικό: η υιοθέτηση ενός προγράμματος λιτότητας, σε συνδυασμό με την εσωτερική υποτίμηση –
όπως έχει επιβληθεί σήμερα στην Ελλάδα, οι ομοιότητες της οποίας με την
τότε Γερμανία, με εξαίρεση φυσικά το μέγεθος και την ισχύ, είναι κάτι
περισσότερο από μεγάλες.

Συνεχίζοντας,
τα αυστηρά μέτρα λιτότητας στη Γερμανία ενέτειναν την οικονομική κρίση,
με αποτέλεσμα να ενισχυθούν τα «ριζοσπαστικά» κόμματα της χώρας. Είχαν
δε ένα σημαντικό πλεονέκτημα, από το οποίο βοηθήθηκαν πάρα πολύ: το ότι σύνδεσαν τις πολεμικές επανορθώσεις με την οικονομική κρίση, καθώς επίσης με την «υπαγόρευση μέτρων» εκ μέρους των ξένων «εισβολέων».

Εν μέρει είχαν φυσικά δίκιο – αφού, εάν οι σύμμαχοι είχαν μειώσει τις
επανορθώσεις έγκαιρα (διαγραφή μέρους του χρέους, «κούρεμα»), όπως είχε
προτείνει πολύ σωστά ο Keynes, η Γερμανία θα είχε κάποιες δυνατότητες να ασκήσει μία «αντικυκλική» οικονομική πολιτική, μέσω της οποίας θα καταπολεμούσε ενδεχομένως την κρίση (οι ομοιότητες με την Ελλάδα συνεχίζονται).

Μία άλλη δυνατότητα, εάν οι σύμμαχοι ήθελαν πραγματικά να βοηθήσουν τη Γερμανία, θα ήταν η παροχή μακροπρόθεσμων δανείων εκ μέρους της Γαλλίας –
η οποία είχε τότε τη δυνατότητα επειδή, σε αντίθεση με τη Γερμανία ή με
πολλές άλλες χώρες, δεν είχε ακόμη «προσβληθεί» από τη Μεγάλη Ύφεση.

Η γαλλική οικονομία βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση, ενώ οι τράπεζες της χώρας ήταν ικανοποιητικά κεφαλαιοποιημένες – το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει σήμερα, με τη Γερμανία στη θέση της τότε Γαλλίας (όπως λέγεται, η ιστορία επαναλαμβάνεται, συνήθως όμως σαν φάρσα – από την αντίθετη πλευρά).

Η γαλλική κυβέρνηση όμως δεν έβλεπε κανένα λόγο, για τον οποίο θα έπρεπε να βοηθήσει τη Γερμανία – φοβόταν δε πως τυχόν παραχωρήσεις εκ μέρους της ή εκ μέρους των άλλων κρατών, θα δυνάμωναν τη Γερμανία γρήγορα, με αποτέλεσμα να απειληθεί η ίδια.

Παρά το ότι ο φόβος των Γάλλων ήταν σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένος, αφού ήταν ανέκαθεν (συνεχίζει να είναι) στην πλευρά των ηττημένων, σε σχέση με τη Γερμανία,
όσον αφορά την παραγωγική ισχύ, προκάλεσε την έξαρση της οικονομικής
κρίσης στη γειτονική χώρα – με αποτέλεσμα να αυξηθεί ραγδαία η εκλογική
δύναμη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας, υπό την ηγεσία του Χίτλερ (γράφημα – με μπλε η ναζιστική παράταξη).

.

Γερμανία 1919 – 1933, η ιστορική συνεχιζόμενη αύξηση της ισχύος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας.

Γερμανία 1919 – 1933, η ιστορική συνεχιζόμενη αύξηση της ισχύος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας.

 .

Προφανώς, το αργότερο εκείνη τη στιγμή, θα έπρεπε η γαλλική κυβέρνηση να βοηθήσει τη Γερμανία
– αφού ήταν ολοφάνερη η σύνδεση της οικονομικής κρίσης με την άνοδο της
ακροδεξιάς παράταξης, η οποία γινόταν όλο και πιο ισχυρή. Εν τούτοις,
δεν συνέβη απολύτως τίποτα – έως ότου ήταν ήδη πολύ αργά.

Ειδικότερα, το καλοκαίρι του 1931 ξέσπασε στη Γερμανία μία τραπεζική, μία δημοσιονομική, καθώς επίσης μία συναλλαγματική κρίση – με αποτέλεσμα να παρασυρθεί ολόκληρη η οικονομία της χώρας στο γκρεμό.

Στα πλαίσια αυτά, η κατάσταση επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό, με
αποτέλεσμα η γερμανική κυβέρνηση να αναγκασθεί να επιβάλλει νέα μέτρα
λιτότητας. Λογικό επακόλουθο ήταν η αναρρίχηση του ναζιστικού κόμματος στην πρώτη θέση της γερμανικής βουλής, τον Ιούλιο του 1932 – με τη συνέχεια του δράματος να είναι γνωστή σε όλους μας.

Βέβαια, το «Εθνικό Μέτωπο» της κυρίας Le Pen δεν μπορεί να συγκριθεί με το κόμμα του Χίτλερ. Από
την άλλη πλευρά όμως, η ραγδαία άνοδος του τα τελευταία χρόνια, όπως
επίσης αυτή ορισμένων άλλων χωρών (γράφημα), τεκμηριώνει τη σχέση μίας
οικονομικής κρίσης με τα «ριζοσπαστικά» κινήματα – ειδικά δε με τα άκρως
επικίνδυνα ακροδεξιά.

 .

Ευρωσκεπτικισμός – η αύξηση της δημοτικότητας στα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης.

Ευρωσκεπτικισμός – η αύξηση της δημοτικότητας
στα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης. Οι αριθμοί αντιπροσωπεύουν τα ποσοστά
της καθαρής μεταστροφής απέναντι στα μεγαλύτερα κόμματα της ακροδεξιάς
της κάθε χώρας (περίοδος 2009-2014).

 .

Πόσο μάλλον όταν, με βάση τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, εάν γινόταν σήμερα εκλογές στη Γαλλία, η κυρία Le Pen θα γινόταν η νέα πρόεδρος της –
με τη Γαλλία να έχει αποδείξει την επιθετικότητα της, κατά την εποχή
του Ναπολέοντα, αφού ουσιαστικά διαδέχθηκε τη Μαρία Αντουανέτα (με την
οποία παρομοιάζεται σήμερα ο πρόεδρος της Γαλλίας).

Βέβαια, δεν μπορεί κανένας να υποθέσει πως θα επαναληφθεί η ιστορία
του ναζισμού στη Γαλλία – λόγω του πολύ μεγάλου δημοκρατικού παρελθόντος
της. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να γίνονται πειράματα εκ μέρους
της Γερμανίας – η οποία, ενδεχομένως με την πρόθεση εκδίκησης για το παρελθόν, επιμένει στην επιβολή μίας αυστηρότερης πολιτικής λιτότητας στη Γαλλία, παρά το ότι η χώρα αδυνατεί να τα καταφέρει.

.

Επίλογος

Με βάση τις ομοιότητες μεταξύ της Γερμανίας του 1930, καθώς επίσης της Ελλάδας του σήμερα, αδυνατεί κανείς να κατανοήσει τους πρόσφατους ισχυρισμούς του πρωθυπουργού της χώρας μας, σύμφωνα με τους οποίους το χρέος είναι βιώσιμο!

Αν και ήταν μέχρι σχετικά πρόσφατα βιώσιμο, μετατράπηκε σε «αβίωτο», τουλάχιστον μετά την εγκληματική υπογραφή του PSI – όπου υποθηκεύθηκε η Ελλάδα, χρεοκόπησαν οι τράπεζες της, «κατακρεουργήθηκαν» οι οργανισμοί, καθώς επίσης τα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ «εκποιήθηκε», σε τιμή ευκαιρίας, η δυνατότητα του εξωτερικού μας χρέους να «μεταφραστεί» σε δραχμές.

Εκτός αυτού, ο πρωθυπουργός δεν αποσαφηνίζει σε ποιό ακριβώς χρέος αναφέρεται – ενώ, με δεδομένο το ότι, το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας είναι υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο της Γερμανίας το 1930,
κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι μπορεί ποτέ να πληρωθεί.
Εκτός εάν είναι εντελώς ανόητος, αθεράπευτα αισιόδοξος ή πιστός υπηρέτης
των ξένων συμφερόντων – κάτι που δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πως ισχύει
για κανέναν, πόσο μάλλον για τον πρωθυπουργό.

.

© Copyright 2014 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις23 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή