Διεθνή
Ισορροπία ισχύος Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν πριν την επόμενη σύγκρουση
Ένας προγραμματισμένος αυτοκινητόδρομος και οι πυκνές παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός, έχουν αυξήσει τον κίνδυνο πολέμου μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας για το Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Τα τελευταία δύο χρόνια έχει υπάρξει μια σημαντική άνοδο σε συγκρούσεις κατά μήκος της λεγόμενης «γραμμής επαφής» που χωρίζει τις δυνάμεις στο Ναγκόρνο Καραμπάχ από τα στρατεύματα του Αζερμπαϊτζάν.
Επίσης, στα περίπου 1.000 χιλιόμετρα μακρά σύνορα [μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και τις ίδιας της Αρμενίας], σημειώνονται επίσης περιστατικά με πυρά ελεύθερων σκοπευτών και σποραδικές επιθέσεις σε διασυνοριακό επίπεδο. Αυτό αποδεικνύει περαιτέρω την εύθραυστη κατάσταση της ασφάλειας, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει τον κίνδυνο ότι η σύρραξη θα μπορούσε γρήγορα να κλιμακωθεί, να επεκταθεί και να εξαχθεί γρήγορα σε άλλες ενδιαφερόμενες πλευρές, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, της Τουρκίας και ίσως ακόμη και του Ιράν.
(1) Η σχεδιαζόμενη κατασκευή ενός αυτοκινητόδρομου είναι πιθανό να προκαλέσει έναν στρατιωτικά εσφαλμένο υπολογισμό του Αζερμπαϊτζάν, στο ευρύτερο πλαίσιο της αύξησης των εκατέρωθεν ανταλλαγών πυρών και επιθέσεων των ελεύθερων σκοπευτών κατά μήκος της γραμμής επαφής.
(2) Η απόκτηση εκ μέρους του Αζερμπαϊτζάν προηγμένων όπλων είναι πιθανό να ενθαρρύνει τους στρατιωτικούς του στην αντίληψη περί στρατιωτικής απάντησης στην αποσχισθείσα περιοχή Ναγκόρνο Καραμπάχ και στην ίδια την Αρμενία.
(3) Η [πιθανή] αλλαγή στην στρατιωτική ισορροπία αυξάνει τον κίνδυνο εσφαλμένου υπολογισμού που είναι πιθανό να οδηγήσει σε κλιμάκωση της βίας, που θα οδηγήσει δυνητικά σε ένα ξέσπασμα των εχθροπραξιών.
Η κυβέρνηση της Αρμενίας στις 5 Μαρτίου διέθεσε 3,9 εκατ. δολάρια για την ακτασκευή του οδικού τμήματος Βαρντένις – Σοτκ – Καλμπαγιάρ του προβλεπόμενου αυτοκινητοδρόμου Βαρντένις – Μαρτακέρτ, που θα συνδέει την Αρμενία με την αποσχισθείσα περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ – η μη αναγνωρισμένη από το διεθνή κοινότητα Δημοκρατία Ναγκόρνο Καραμπάχ (ΔΝΚ).
Επί του παρόντος, η κύρια μεταφορική αρτηρία που συνδέει την Αρμενία με την ΔΝΚ είναι ο δρόμος Γκορίς – Λαχίν – Στεπανακέρτ, ο οποίος έχει ανάγκη από επισκευές. Η κυβέρνηση της Αρμενίας και οι αποσχιστικές αρχές της ΔΝΚ έχουν εξετάσει την κατασκευή ενός νέου αυτοκινητόδρομου στρατηγικής σημασίας, δεδομένου ότι θα μειώσει το χρόνο ταξιδιού και θα συνδέσει την Αρμενία με το βόρειο τμήμα του αποσχισθείσα θύλακα. Ο προγραμματισμένος αυτοκινητόδρομος μήκους 113 χιλιομέτρων έχει ιδιαίτερη σημασία από στρατιωτικής άποψης, καθώς θα επιτρέπει τη ταχεία μεταφορά των στρατιωτικών ενισχύσεων, όπως αρμάτων μάχης ή βαρέων συστημάτων αεράμυνας, σε περίπτωση επανάληψης των εχθροπραξιών με το Αζερμπαϊτζάν. Το Χαγιαστάν, ένα αρμενικό ταμείο, συγκέντρωσε περίπου 23 εκατ. δολάρια για το έργο αυτό από τις δωρεές των αρμενικών φορέων της Διασποράς, και υπεγράφησαν συμβάσεις με έξι κατασκευαστικές εταιρείες από την Αρμενία και τη ΔΝΚ. Η κατασκευή του έργου άρχισε τον Ιανουάριο του 2014 και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2015.
Είναι πιθανό ότι η κατασκευή του στρατηγικής σημασίας δρόμου που συνδέει την Αρμενία με την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της ΔΝΚ, το Μαρτακέρτ (γνωστό ως Αγκντάρα στο Αζερμπαϊτζάν) θα προκαλέσει το Αζερμπαϊτζάν, όπως ως αποτέλεσμα της κατασκευής αυτής θα είναι να εδραιωθεί περαιτέρω ο έλεγχος των Αρμενίων στην επίμαχη περιοχή. Ομοίως προς το αεροδρόμιο κοντά στην πρωτεύουσα της ΔΝΚ, το Στεπανακέρτ (επίσης γνωστό ως Χανκέντι), το οποίο η Αρμενία έχει καθυστερήσει να επαναλειτουργήσει λόγω των απειλών από το Αζερμπαϊτζάν για κατάρριψη των πολιτικών αεροσκαφών, η κατασκευή της δεύτερης εθνικής οδού στην αποσχισθείσα περιοχή είναι πιθανό να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, λόγω του κινδύνου των επιθέσεων, ως επί το πλείστον με τη χρήση φορητών όπλων, αλλά και με τη χρήση όλμων και οβιδοβόλων των Αζέρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δρόμος Παραβκάρ – Βαζασέν στη βορειοανατολική επαρχία Ταβούς της Αρμενίας, λόγω της εγγύτητάς της στα σύνορα με το Αζερμπαϊτζάν, θέτει ένα προηγούμενο, δεδομένου ότι έχει γίνει πολύ επικίνδυνος για ταξίδια λόγω των τακτικών επιθέσεων των ελεύθερων σκοπευτών από την πλευρά των Αζέρων. Η συνεχής απειλή των επιθέσεων υποχρέωσε την αρμενική κυβέρνηση να διαθέσει περισσότερα από 1,1 εκατ. δολάρια για την κατασκευή μιας παράκαμψης μήκους 3,2 χιλιομέτρων, η οποία θα είναι 14 χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα, με ορισμένα τμήματα προστατεύεται από ένα 2-5 μέτρα σε ύψος υψηλό ειδικό προστατευτικό φράχτη. Αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι τον Ιούνιο του 2014, σύμφωνα με το υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών της Αρμενίας.
Ο αυξανόμενος αριθμός των παραβιάσεων της κατάπαυσης του πυρός κατά μήκος της γραμμής επαφής που διαχωρίζει τη ΔΝΚ από το Αζερμπαϊτζάν ώθησε το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας να εκδώσει φέτος μια επείγουσα έκκληση, καλώντας τις δύο πλευρές να λάβουν περαιτέρω μέτρα για τη σταθεροποίηση της κατάστασης στη ζώνη σύγκρουσης. Ωστόσο, αντί της αποκλιμάκωσης, το υπουργείο Άμυνας των Αζέρων επιβεβαίωσε ότι το Αζερμπαϊτζάν ξεκίνησε με τακτικές εναέριες περιπολίες της γραμμής επαφής. Σε απάντηση, το υπουργείο Άμυνας της ΔΝΚ δήλωσε ότι η αεράμυνα έχει τεθεί σε πλήρη εγρήγορση για την καταπολέμηση και την παρακολούθηση εκ του σύνεγγυς των μαχητικών αεροσκαφών των Αζέρων.
Παράλληλα με τις αντικρουόμενες αναφορές σχετικά με παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός από τους Αρμενίους και τους Αζέρους, οι παρατηρητές του ΟΑΣΕ αποκαλύπτουν ότι η κατάσταση κατά μήκος της γραμμής επαφής χαρακτηρίζεται από εξαιρετική αστάθεια, με σχεδόν καθημερινές ανταλλαγές πυροβολισμών και επιθέσεις ελεύθερων σκοπευτών. Επίσης, οι ένοπλες επιδρομές και εισβολές και από τις δύο πλευρές, έχουν γίνει επίσης πιο τακτικές και είναι πιθανό να προορίζονται να δοκιμάσουν την ετοιμότητα της άλλης πλευράς και την ικανότητα ταχείας αντίδρασης.
Το ανησυχητικό μοτίβο ενισχύεται από τις στρατιωτικές προμήθεις του Αζερμπαϊτζάν. Ο σταθερά αυξανόμενος αμυντικός προϋπολογισμός, ο οποίος το 2014 εκτιμάται να αγγίξει τα 3,75 δισ. δολάρια (σε σύγκριση με μόλις 175 εκατ. δολάρια το 2004), είναι σχεδόν διπλάσιος από το μέγεθος ολόκληρου του κρατικού προϋπολογισμού της Αρμενίας.
Ο Γιασάρ Γιαφάρλι, στρατιωτικός εμπειρογνώμονας του Συνδέσμου Εφέδρων και Αποστράτων στο Μπακού, είπε ότι οι αγορές όπλων προέρχονται από τους παραδοσιακούς προμηθευτές, Ρωσία, Ουκρανία και Λευκορωσία, και τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο και από το Ισραήλ, την Τουρκία, τη Νότια Αφρική και το Πακιστάν. Η απόκτηση προηγμένων όπλων από το Αζερμπαϊτζάν είναι αιτία συναγερμού – ως επί το πλείστον στην Αρμενία, αλλά και στη γειτονική Γεωργία και το Ιράν.
Παρ ‘όλα αυτά, ο Γιαφάρλι υποστηρίζει ότι η πολεμοχαρής ρητορική δεν είναι απαραίτητα αιτία ανησυχίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο ενθουσιασμός του Αζερμπαϊτζάν για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων ακριβών ξένων όπλων έχει να κάνει πολύ περισσότερο με τις μίζες που έχουν ή είναι να εισπραχθούν για τις συμφωνίες, παρά με οποιοδήποτε πραγματικό ενθουσιασμό για τον πόλεμο. Πρόκειται για τη διαφθορά και τις παράνομες προμήθειες που ονομάζονται «σάπκα» στο μετασοβιετικό κόσμο.
Ο Ελκάν Μεντίγιεφ, αναλυτής αμυντικών υποθέσεων της Ατλαντικής Ένωσης στο Αζερμπαϊτζάν, συμφωνεί ότι η διαφθορά είναι ένας σημαντικός παράγοντας για το μέγεθος των συμβάσεων που έχουν υπογραφεί. «Δεν υπάρχει έκθεση που να δημοσιοποιήθηκε ποτέ, ακόμα και στο κοινοβούλιο, τι ακριβώς έχει αποκτήσει η κυβέρνηση και πόσα χρήματα δαπανώνται για αυτό το σκοπό», λέει ο ίδιος.
Σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute, το 2011-12 το Αζερμπαϊτζάν αγόρασε βλήματα επιφανείας-αέρος και κατά-πλοίων από το Ισραήλ, 60 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού από τη Νότια Αφρική, 39 ελικόπτερα, συμπεριλαμβανομένων ελικοπτέρων από τη Ρωσία, 30 πολλαπλούς εκτοξευτές πυραύλων από την Τουρκία, 16 μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα από το Ισραήλ και άλλα 10 από την Αυστρία.
Το 2013 στο πλαίσιο της εκπλήρωσης των συμβάσεων που υπεγράφησαν το 2011-12 με την Ρωσία το Αζερμπαϊτζάν παρέλαβε για 1 δισ. δολάρια σύγχρονο στρατιωτικό εξοπλισμό, μονάδες πυροβολικού, άρματα μάχης, οχήματα μάχης πεζικού και πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών. Οι παραλαβές συνεχίζονται και κατά τη διάρκεια του 2014.
Η είδηση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για Αρμένιους αξιωματούχους, δεδομένου ότι η Μόσχα είναι στενός σύμμαχος του Ερεβάν και μέρος της τριμελούς ομάδας του ΟΑΣΕ στη διένεξη για το Ναγκρόνο Καραμπάχ. Ορισμένοι αναλυτές θέλουν στις ρωσικές πωλήσεις όπλων στο Μπακού να βλέπουν απλά την Μόσχα στην ευχάριστη θέση να θέλει να επωφεληθεί από ξεφάντωμα των στρατιωτικών δαπανών του Αζερμπαϊτζάν.
Κατά την επίσκεψή του στην Αρμενία, ο Νικολάι Πατρούσεφ, γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, προσπάθησε να αιτιολογήσει τις πωλήσεις όχι ως κάτι παραπάνω από κανονικές επιχειρήσεις της αμυντικής βιομηχανίας, και υποστήριξε ότι δεν θα αλλάξουν την στρατιωτική ισορροπία στην περιοχή. Ο Αρτουρ Μπαγκντασαριάν, γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της Αρμενίας, υποβάθμισε επίσης τη σημασία της συμφωνίας.
Ο Ρικάρντ Γκιραγοσιάν, διευθυντής του Κέντρου Περιφερειακών Μελετών στο Ερεβάν, αναφέρει ότι λόγω των εκθέσεων περί μαζικών αποστολών όπλων από τη Ρωσία, έχουν αναβιώσει οι φόβοι ότι η ευαίσθητη ισορροπία δυνάμεων στον Νότιο Καύκασο είναι να ανατραπεί υπέρ του Αζερμπαϊτζάν.
Ο Σεργκέι Μαρκεντόνοφ, πολιτικός αναλυτής του Ινστιτούτου Πολιτικών και Στρατιωτικών Αναλύσεων στη Μόσχα, εξέφρασε την άποψη ότι οι συναλλαγές της Ρωσίας με το Αζερμπαϊτζάν είναι θεμελιωδώς διαφορετικές από τις συναλλαγές της με την Αρμενία.
«Η Μόσχα βλέπει τη σχέση της με το Αζερμπαϊτζάν ως μια στρατηγική εταιρική σχέση, και τη σχέση της με την Αρμενία ως στρατηγική συμμαχία. Αυτό σημαίνει ότι πουλάει όπλα στο Αζερμπαϊτζάν για μετρητά, αλλά πωλεί όπλα στην Αρμενία με έκπτωση στο πλαίσιο του Οργανισμού Συλλογικής Συνθήκης Ασφάλειας», εξηγεί ο ίδιος. «Η σχέση μεταξύ της Ρωσίας και του Αζερμπαϊτζάν βασίζεται στις δυνάμεις της αγοράς, ενώ αυτή με την Αρμενία είναι μια συμμαχία», καταλήγει ο εμπειρογνώμονας.
Ο Χράγια Πετροσγιάντς, ένας ειδικός της άμυνας με στενούς δεσμούς με το υπουργείο Άμυνας της Αρμενίας, ανέφερε ότι και η Αρμενία αγοράζει όπλα για να ενισχύει το οπλοστάσιό της, ειδικά με συστήματα πυραυλικού πυροβολικού. Προφανώς αναφέρεται στα αναβαθμισμένα πυραυλικά συγκροτήματα Scud και Tochka U με βεληνεκές 300 χιλιομέτρων και θεωρητικά καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του Αζερμπαϊτζάν.
«Επιπλέον, έχουμε αποφασίσει να αναβαθμίσουμε τα άρματα μάχης Τ-72, ως μέρος ενός προγράμματος συνεργασίας με την Πολωνία. Είναι καλύτερα στην κατηγορία τους από τα Τ-90 που αγοράζονται από το Αζερμπαϊτζάν», λέει ο Πετροσγιάντς. Ο ίδιος θεωρεί ότι περισσότερες επενδύσεις είναι αναγκαίες στην εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων της Αρμενίας [βίντεο από εκπαίδευση] για να αξιοποιήσουν στο έπακρο τα όπλα που διαθέτουν.
Το 2013 ο αμυντικός προϋπολογισμός της Αρμενίας ήταν 447 εκατομμύρια δολάρια. Αν και η εγχώρια αμυντική βιομηχανία της χώρας έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, είναι απίθανο να καταστεί κερδοφόρα πριν το 2015, αφήνοντας τις ένοπλες δυνάμεις της Αρμενίας σε μεγάλο βαθμό να εξαρτώνται από την στρατηγική εταιρική σχέση με τη Ρωσία για την αναβάθμιση, τον εκσυγχρονισμό και τη συντήρηση του κυρίως ρωσικής κατασκευής εξοπλισμού. Μικρές κοινοπραξίες με την Ελλάδα και την Πολωνία για τον εκσυγχρονισμό των αρμάτων μάχης T-72 σημαίνουν πως η χώρα δεν εξαρτάται εντελώς από τη Ρωσία.
Το Ερεβάν ενδιαφέρεται για την ενίσχυση των ικανοτήτων του πυροβολικού, όπως αποδείχθηκε πρόσφατα από μια συμφωνία για την προμήθεια των κινεζικής προέλευσης A100 300mm MRL (σε μια στρατιωτική παρέλαση το 2006 παρουσιάστηκε μια παλαιότερη έκδοση αυτού του MRL, η οποία φαίνεται να έχει εισέλθει σε υπηρεσία στη δεκαετία του 1990). Η στρατιωτικο-τεχνική συνεργασία με την Κίνα είναι απίθανο να αποδυναμώσει τη λαβή της Μόσχας σε αυτή την αγορά, κυρίως λόγω της συμμετοχής του Γερεβάν στην Κοινοπολιτεία των Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ) και την απόφαση τον Σεπτέμβριο του 2013 να εισέλθει στην Τελωνειακή Ένωση της Λευκορωσίας, του Καζακστάν και της Ρωσίας.
Τον Νοέμβριο του 2013, η Ρωσία προμήθευσε το Μπακού με επιθετικά ελικόπτερα Mi-35, όπως επιβεβαιώθηκε από τον εκπρόσωπο της ρωσικής κρατικής εταιρείας εξαγωγών όπλων Rosoboronexport. Στις 6 Μαρτίου 2014 η τουρκική εφημερίδα Sabah ανέφερε ότι το Αζερμπαϊτζάν είχε εκφράσει ενδιαφέρον για την απόκτηση επιθετικών ελικοπτέρων T-129 εξοπλισμένα με μεγάλου βεληνεκούς αντιαρματικά βλήματα Mizrak-U της τουρκικής εταιρείας Roketsan. Αυτό το έτος η Τουρκία θα πρέπει επίσης να προμηθεύει το Μπακού με 36 αυτοκινούμενα οβιδοβόλα T-155 Firtina, σύμφωνα με μια σύμβαση που υπογράφηκε το 2011.
Περαιτέρω, το Αζερμπαϊτζάν προσέγγισε τη Νότια Κορέα για να αγοράσει όπλα αξίας από 3 δισ. δολάρια, τα οποία ως επί το πλείστον στοχεύουν την ενίσχυση των επιθετικών δυνατοτήτων, και περιλαμβάνουν αυτοκινούμενα οβιδοβόλα, μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα (UAV) και ελικόπτερα.
Οι στρατιωτικές προμήθειες του Αζερμπαϊτζάν υπαγορεύονται από τους παρακάτω τομείς:
► Διαφοροποίησης της στρατιωτικής συνεργασίας του Μπακού με τρίτες χώρες
► Αγορές εξοπλισμού και όπλων
► Προσπάθειες για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής
Η Ουκρανία ήταν η κύρια πηγή εξοπλισμού μέχρι το 2012, όταν ακολούθησε μια σημαντική συμφωνία με τη Ρωσία, η οποία θα πουλήσει στο Μπακού όπλα και στρατιωτικό εξοπλισμό για 4 δισ. δολάρια σε διάστημα τριών ετών. Επίσης σημαντική είναι η σχετική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής στον τομέα της άμυνας. Το 2012 ο όγκος της παραγωγής αυξήθηκε κατά 12 % σε σχέση με το 2011, και σήμερα υπάρχουν περίπου 700 είδη άμυνας που παράγονται εγχωρίως. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι το Μπακού θα στηρίζεται στο εξωτερικό για τις προμήθειες υψηλής τεχνολογίας
Ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Αλίγιεφ σημειώνει σε κάθε ευκαιρία ότι όλο αυτό το υλικό δεν είναι μόνο για το θεαθήναι. Αυτοί οι εξοπλισμοί κρίνονται απαραίτητοι λόγω των άλυτων συγκρούσεων με την Αρμενία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Η περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ ήταν τη σοβιετική εποχή μέρος του Αζερμπαϊτζάν, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήρθε υπό τον έλεγχο της τοποικής διοίκησης των Αρμενίων. Ο πόλεμος έληξε με μια εκεχειρία, αλλά δεν ακολούθησε μια ειρηνευτική συμφωνία.
Ο πρωταρχικός παράγοντας που μετριάζει τον κίνδυνο πολέμου μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας είναι η στρατιωτική παρουσία της Ρωσίας στην Αρμενία, και η δέσμευση της Μόσχας προς το Ερεβάν, με τη μορφή μιας συνθήκης ασφάλειας από τον Αύγουστο του 2010. Αυτό υπογράμμισε στη συνέντευξη που παραχώρησε στις 10 Οκτωβρίου 2013 ο διοικητής της 102ης ρωσικής στρατιωτικής βάσης στο Γκιουμρί της Αρμενίας, στρατηγός Αντρέι Ρουζίνσκι. Ο Ρώσος στρατηγός δήλωσε ότι αν το Αζερμπαϊτζάν αποφασίσει να αποκαταστήσει τον έλεγχο της ΔΝΚ με τη βία, οι δυνάμεις από τη βάση του θα μπορούσαν να εισέλθουν στη σύγκρουση, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της Ρωσίας στο πλαίσιο του Οργανισμού Συλλογικής Συνθήκης Ασφάλειας. Η βάση αυτή φιλοξενεί διάφορες στρατιωτκές μονάδες και όπλα, συμπεριλαμβανομένων των μαχητικών αεροσκαφών MiG-29 και επιθετικών ελικοπτέρων, και πρόσφατα έχει ξεκινήσει και η αναβάθμισή της.
Το Αζερμπαϊτζάν περιορίζεται επίσης από δυνατότητες βαλλιστικών πυραύλων της Αρμενίας, η οποία εάν ξεσπάσουν οι εχθροπραξίες, θα στοχεύει πιθανώς την ενεργειακή υποδομή του Μπακού. Από τη μία πλευρά, παρά το γεγονός με τα προβλήματα με την πειθαρχία και το ηθικό των Αζέρων, η στρατιωτική ηγεσία του Αζερμπαϊτζάν μπορεί να ενθαρρυνθεί να ενεργήσει λόγω του ανώτερου εξοπλισμού. Από την άλλη πλευρά, η αρμενική στρατιωτική ηγεσία, φοβούμενη ότι η πολιτοφυλακή της ΛΔΚ είναι πιθανό να λυγίσει σε μια επίθεση, είναι πιθανό να επιλέξει να χρησιμοποιήσει τους βαλλιστικούς πυραύλους για να χρησιμεύσουν ως αποτρεπτικός παράγοντας και να αποτρέψουν περαιτέρω κλιμάκωση. Με άλλα λόγια, η Αρμενία είναι πιθανό να αναγκαστεί από την πιθανή κατωτερότητά της σε συμβατικές δυνάμεις, να καταφύγει στη χρήση των βαλλιστικών πυραύλων της για να πλήξει το Αζερμπαϊτζάν.
Ο επικεφαλής του τμήματος της ασφάλειας των ενεργειακών υποδομών του υπουργείου Ασφάλειας στο Μπακού, Γιαβάτ Τιναγιέβ, σε συνέδριο για την ασφάλεια στο Μπακού στις 21 Νοεμβρίου του 2013, σημείωσε ότι η γειτνίαση με τη γραμμή επαφής αποτελεί απειλή για τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, τα βαλλιστικά βλήματα της Αρμενίας είναι πιθανό να στερούνται της ακρίβειας για να εγγυηθούν την επιτυχή στόχευση της κύριας αρτηρίας εξαγωγής πετρελαίου (Μπακού – Τιφλίδα – Τσεϊχάν) και φυσικού αερίου (Μπακού – Τιφλίδα – Ερζερούμ). Παρόλα αυτά, η Αρμενία θα έχει λιγότερα να χάσει από το Αζερμπαϊτζάν με τη διεύρυνση του πολέμου, οπότε δεν θα ήταν έκπληξη η επίθεση στις υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως ο τερματικός σταθμός Σανγκαχάλ στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας.
Ένας επόμενος περιοριστικός παράγοντας για τους Αζέρους είναι το τελευταίο σύστημα αεράμυνας που απέκτησε η Αρμενία από την Ρωσία. Η νεότερη έκδοση αυτού του όπλου έχει εντοπιστεί να αναπτύσσεται σε ακτίνα επτά χιλιομέτρων από τα ντε φάκτο σύνορα μεταξύ Αρμενίας και ΛΔΚ. Αυτό θα επιτρέψει τα συστήματα να παρέχουν επαρκή κάλυψη στην ΛΔΚ.
Η ανάπτυξη των κινητών συγκροτημάτων S-300PS στην επαρχία Σιγιούνικ τοποθετεί ολόκληρη την περιοχή Ναγκόρνο-Καραμπάχ υπό την προστασία της αεράμυνας του δικτύου της Αρμενίας. Επιπλέον, το S- 300PS απολαμβάνει την κινητικότητα που το S -300PT δεν έχει, επιτρέποντας την ταχεία μετεγκατάστασή του, όταν αυτό απαιτείται. Ως εκ τούτου, το S-300PS θα μπορούσε να μετακινηθεί σε προκαθορισμένες θέσεις κοντά στο Στεπανακέρτ, συπληρώνοντας ή αντικαθιστώτας τυχόν απώλειες των συγκροτημάτων 2K11 ή S-125 που είναι ήδη στην ΛΔΚ. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η χωροθέτηση των συγκροτημάτων εκτόξευσης S-300PS επιτρέπει την μεταβίβαση δεδομένων από το Ερεβάν με βάση το ραντάρ 64N6 ή από το ίδιο το Ναγκόρνο-Καραμπάχ με βάση το ραντάρ 36D6 EW. Επιπλέον, η τρέχουσα θέση των S-300PS σφραγίζει μια προϋπάρχουσα τρύπα στην αεράμυνα, δίνοντας την Αρμενία την δυνατότητα να αρνηθεί την αεροπορική σύνδεση του Μπακού με τον θύλακά του δυτικά της Αρμενίας, η επαρχία Νακιβάν.
Οι ένοπλες δυνάμεις των Αζέρων είναι πιθανό να διαταράξουν την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου Βαρντένις – Μπαρτακέρτ. Η περιοχή Μαρτακέρτ στη ΛΔΚ δεν ελέγχεται εξ ολοκλήρου από τις δυνάμεις της ΛΔΚ, και μέρος της έχει ανακτηθεί από τα στρατεύματα των Αζέρων, το οποίο αυξάνει την πιθανότητα επιθέσεων. Κάθε τέτοια προσπάθεια να εκτροχιαστεί αυτό το κατασκευαστικό έργο με τη βία, διατρέχει δυνητικά τον κίνδυνο να οδηγήσει σε εσφαλμένους υπολογισμούς που με τη σειρά τους θα οδηγήσουν σε μια πλήρους κλίμακας μάχη, και στη συνέχεια σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση.
Η συνεχιζόμενη απόκτηση προηγμένων όπλων από το Αζερμπαϊτζάν έχει δώσει μια στρατιωτική υπεροχή πάνω από την Αρμενία, την οποία η Ρωσία είναι σε θέση να αποκαταστήσει με αναπτύξεις ή μεταβιβάσεις όπλων στην Αρμενία. Το Αζερμπαϊτζάν μάλλον ελπίζει ότι το αυξανόμενο οπλοστάσιό του θα αναγκάσει την Αρμενία να κάνει παραχωρήσεις όσον αφορά τη διαφωνία για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αλλά η μεταβαλλόμενη δυναμική της ασφάλειας στο έδαφος είναι πιθανό να αναγκάσει μία ή και τις δύο πλευρές να δράσουν πριν από κάθε υλοποίηση ενός συμβιβασμού.
ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Αζερμπαϊτζάν
Ενώ οι ένοπλες δυνάμεις δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει με επιτυχία το στάδιο μετάβασης από το μοντέλο της σοβιετικής εποχής, η αύξηση των αμυντικών δαπανών έδωσε την ευκαιρία να αποκτήσουν κάποια πιο ικανό στρατιωτικό εξοπλισμό. Τα πλούσια έσοδα από το πετρέλαιο έχουν παράσχει τα οικονομικά περιθώρια για αγορές, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος αεράμυνας S-300, αλλά δεν είναι σαφές κατά πόσον τα πιθανά οφέλη από αυτά τα σύγχρονα συστήματα έχουν κάνει την αίσθησή τους στο επίπεδο της επιχειρησιακής ικανότητας.
Οι ένοπλες δυνάμεις εξακολουθούν να βασίζονται στην επιστράτευση, και η ετοιμότητα στο πλαίσιο των στρατιωτικών υπηρεσιών ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των μονάδων. Σε διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές συμμετάσχει ένας μικρός αριθμός του στρατιωτικού προσωπικού στο Αφγανιστάν. Το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί αμυντικές σχέσεις με το ΝΑΤΟ και έχει μια στενή σχέση με την Τουρκία. Με την υποστήριξη του ΝΑΤΟ, τα στρατεύματα εσωτερικής ασφάλειας έχουν αναπτυχθεί να είναι διαθέσιμα για ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις. Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια συμπεριλαμβάνει υποστήριξη στις ενέργειες στην Κασπία Θάλασσα. Η αεροπορική δύναμη υποφέρει από τα προβλήματα εκπαίδευσης και συντήρησης [ο αμυντικός προϋπολογισμός του τρέχοντος έτους περιλαμβάνει επίσης κεφάλαια για την τοπική βιομηχανία μέσω ενός προγράμματος για την επαναδραστηριοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των μαχητικών αεροσκαφών MiG-25 και των μαχητικών βομβαρδιστικών Su-24 που έχουν πάψει να λειτουργούν]. Οι ένοπλες δυνάμεις δεν μπορεί να υποστηρίξουν οργανικά αποστολές στο εξωτερικό.
Ενεργό δυναμικό: 66.950 (56.850 Στρατός, 2.200 Ναυτικό, 7.900 Aεροπορία)
Παραστρατιωτικές μονάδες: 15.000
Υποχρεωτική θητεία 17 μηνών, αλλά μπορεί να παραταθεί για τις επίγειες δυνάμεις
Εφεδρεία: 300.000 με κάποια κινητοποίηση, στρατιωτική θητεία εντός των τελευταίων 15 ετών
Δημοκρατία Ναγκόρνο Καραμπάχ (αποσχίσθηκε από το Αζερμπαϊτζάν)
Οι διαθέσιμες εκτιμήσεις διαφέρουν σε σχέση με τις στρατιωτικές ικανότητες στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Τα άρματα μάχης αναφέρονται συνήθως σε περίπου 200-300 μονάδες, με παρόμοιους αριθμούς για τα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης και το πυροβολικό, με μικρούς αριθμούς αεροσκαφών και ελικοπτέρων. Οι διαθέσιμες εκτιμήσεις για τον αριθμό του προσωπικού είναι μεταξύ 18.000 – 20.000 ατόμων.
Αρμενία
Οι ένοπλες δυνάμεις της Αρμενίας επικεντρώνονται στην εδαφική άμυνα. Ενώ συνολικά το στρατιωτικό δόγμα εξακολουθεί να επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη ρωσική σκέψη, η ανάπτυξη των στρατιωτών της Αρμενίας σε διεθνείς αποστολές, οι οποίες περιλαμβάνουν τη στήριξη της επιχείρησης ISAF στο Αφγανιστάν, επιτρέπουν στους Αρμένιους να αντλήσουν διδάγματα από τους ομολόγους τους στο ΝΑΤΟ.
Η συμβολή στην ISAF αυξήθηκε το 2011. Το Νοέμβριο του 2011 η Αρμενία υπέγραψε ένα νέο Ατομικό Σχέδιο Δράσης της Σύμπραξης με το ΝΑΤΟ. Ενώ η υποχρεωτική στρατολόγηση συνεχίζεται, υπάρχει μια αυξανόμενη ομάδα επαγγελματιών αξιωματικών. Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας κατά κανόνα θεωρούνται τουλάχιστον ικανές και με υψωμένο το ηθικό. Η δυνατότητα επισκευής και συντήρησης ήταν ένα πρόβλημα για την αεροπορική δύναμη, και η Ρωσία παράσχει την αεράμυνα από μία μισθωμένη βάση.
Ο στρατός ασκείται τακτικά, και έχει ως στόχο να είναι σε θέση να αναπτύξει μια μονάδα μεγέθους τάγματος, ενδεχομένως μέχρι το 2015, ως μέρος μιας πολυεθνικής αποστολής.
Ενεργό δυναμικό: 44.800 (41.850 Στρατός, 1.100 Αεροπορία / Αεράμυνα (Κοινή), 1.850 άλλες Δυνάμεις Αεράμυνας)
Παραστρατιωτικές μονάδες: 4.300
Υποχρεωτική στράτευση: 24 μήνες
Εφεδρεία: ενδεχομένως 210.000, στρατιωτική θητεία εντός των τελευταίων 15 ετών
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
