Διεθνή
Το αίνιγμα Ραϊσί: Εμπόδιο ή ελπίδα για τα πυρηνικά του Ιράν;
Τι σημαίνει η εκλογή Ραϊσί στο Ιράν;
Εάν η εκλογή του μετριοπαθούς Χασάν Ρουχανί το 2013 ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση μιας συμφωνίας για τα πυρηνικά, οκτώ χρόνια μετά ίσως χρειάζεται ένας συντηρητικός για τη μετάβαση σε μία καινούργια
Η εκλογική αναμέτρηση, η οποία χαρακτηρίστηκε από σκιώδεις διαδικασίες αποκλεισμού υποψηφίων και υψηλή αποχή, ανέδειξε νικητή τον υπερσυντηρητικό επικεφαλής της Δικαστικής Αρχής του Ιράν, Εμπραχίμ Ραϊσί. Η άνοδός του συνοδεύτηκε από σφοδρές αντιδράσεις από τους Δυτικούς, οι οποίοι τον κατηγόρησαν, μεταξύ άλλων, για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συζήτηση δεν άργησε να στραφεί στη συμφωνία για τα πυρηνικά της χώρας, με μερίδα αναλυτών να σκιαγραφούν με μελανά χρώματα τις εξελίξεις που θα έχουν οι διπλωματικές προσπάθειες με τον συντηρητικό Πρόεδρο στην ηγεσία της χώρας. Εντούτοις, δεν ενστερνίζονται όλοι αυτές τις ανησυχίες, αλλά αντίθετα βλέπουν την άνοδο του συντηρητισμού ως την ιδανική ευκαιρία για συνομολόγηση μιας νέας συμφωνίας. Την ίδια ώρα ο τρόπος εκλογής του Ραϊσί σε καμιά περίπτωση δεν προοικονομεί ηρεμία σε μια χώρα που ασφυκτιά από οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.
Οι φόβοι των Δυτικών
Μεγάλη μερίδα των Δυτικών εκφράζουν φόβους ότι ο νέος Πρόεδρος του Ιράν δεν θα προχωρήσει σε αλλαγές μόνο στην εσωτερική πολιτική της χώρας του, αλλά θα δημιουργήσει προσκόμματα στην αμερικανική επιδίωξη για να τεθεί ένα πλαίσιο ελέγχου των πυρηνικών υπό τη μορφή μιας συμφωνίας με αντάλλαγμα ίσως την ελάφρυνση των κυρώσεων.
Από την άλλη, όμως, ο σκληροπυρηνικός ηγέτης δεν θα είναι ο κύριος ρυθμιστής της εξωτερικής πολιτικής του Ιράν. Αντίθετα, αυτή αποτελεί προϊόν συναίνεσης μεταξύ των θεσμών ασφαλείας και εξωτερικής πολιτικής, ενώ τον τελευταίο λόγο έχει ο ανώτατος ηγέτης, Αλί Χαμενεΐ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Πρόεδρος εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής.
Παρά την επικριτική του στάση στο παρελθόν, ξεκαθάρισε κατά τη διάρκεια τηλεμαχίας ότι θα σεβαστεί τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας που «εγκρίθηκε από τον ανώτατο ηγέτη». Στην πρώτη του δημοσιογραφική διάσκεψη, όμως, έκανε πίσω σε δύο βασικά ζητήματα που αφορούν στις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, ξεκαθάρισε ότι δεν θα διαπραγματευτεί το βαλλιστικό πρόγραμμα της χώρας και δεν θα αποδεχθεί μια «υποθετική» συνάντηση με τον Μπάιντεν.
Σύμφωνα με αναλυτές, όποια κυβέρνηση και να εκλεγόταν στο Ιράν, το αποτέλεσμα λίγο πολύ θα ήταν το ίδιο, προεξοφλώντας την αποδοχή μιας ενδεχόμενης συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα, αφού θα είχε πολιτικό όφελος από την ελάφρυνση των κυρώσεων και την οικονομική ανάσα της χώρας.
Εντούτοις, τίθεται υπό εξέταση εάν η Διοίκηση Μπάιντεν επιδιώκει μόνο την επιστροφή στη συμφωνία του 2015. Ειδικοί, έχοντας ως αφετηρία τις δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, για μια συμφωνία «που θα περιορίζει το Ιράν όχι για χρόνια αλλά για πολλές γενιές», θεωρούν ότι δύσκολα ο Ραϊσί θα συμφωνήσει με αυτούς τους όρους. Έτσι η μοναδική ελπίδα είναι η συμφωνία να περάσει πριν αναλάβει επίσημα ο νέος Πρόεδρος του Ιράν τον Αύγουστο, με τις πιθανότητες να είναι πάρα πολύ μικρές.
Από τη στιγμή που θα πάρει τα ηνία της χώρας, υπάρχει η άποψη ότι θα είναι δύσκολο υπό διαπραγματευτική άποψη να αντιμετωπιστεί, αφού αναμένεται ότι θα είναι πιο «εσωστρεφής» με τις δυτικές χώρες και ειδικά τις ΗΠΑ.
Γιατί μπορεί να διευκολυνθεί η διαδικασία
Από την άλλη υπάρχει η άποψη ότι η στροφή του Ιράν στον συντηρητισμό δεν είναι απαραίτητα κακό για τις δυτικές επιδιώξεις για μια συμφωνία στο πυρηνικό πρόγραμμα. Αντίθετα, μπορεί να κάνει τα πράγματα ευκολότερα, με τους αναλυτές αυτής της σχολής να κάνουν ιστορικούς παραλληλισμούς με εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικά προσωπικότητες που έφτασαν σε μεγάλες συμφωνίες.
Εάν η εκλογή του μετριοπαθούς Χασάν Ρουχανί το 2013 ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση μιας συμφωνίας για τα πυρηνικά, οκτώ χρόνια μετά ίσως χρειάζεται ένας συντηρητικός για τη μετάβαση σε μια καινούργια. Σύμφωνα με τον Vali Nasr, καθηγητή Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ο Μπάιντεν γνώριζε πολύ καλά ότι θα γύριζε μπούμερανγκ η ένταξη της συμφωνίας για τα πυρηνικά στην προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων στο Ιράν. Αντίθετα, με το να αποφύγει να αυτοπαγιδευτεί σε μια προθεσμία με ορίζοντα τις προεδρικές εκλογές, «ανάγκασε» τον Χαμενεΐ να υποστηρίξει τις διαβουλεύσεις στη Βιένη.
Έτσι κι αλλιώς ο ρόλος του ανώτατου ηγέτη είναι κομβικός για το μέλλον τής οποιασδήποτε προσπάθειας. Σύμφωνα με τον Nasr, ο Χαμενεΐ, παρά την έντονη ρητορική του κατά των ΗΠΑ, συνέχισε να υποστηρίζει ότι το Ιράν θα πρέπει να τηρήσει τη συμφωνία που έχει υπογράψει. Μάλιστα, έθεσε το πλαίσιο για το πού θα κινούνταν οι όποιες συνομιλίες, ενώ δημόσια στήριξε τις διαπραγματεύσεις, κλείνοντας τα στόματα των επικριτών αυτής της οδού.
Τώρα ο Χαμενεΐ βρισκόταν ενώπιον της δύσκολης απόφασης για το εάν θα δεχθεί ή όχι μια συμφωνία, η οποία σε τεχνοκρατικό επίπεδο έχει προχωρήσει αρκετά στη Βιένη. Από τη μια γνωρίζει ότι δεν μπορεί να απορρίψει μια συμφωνία, η οποία θα αναιρούσε τις κυρώσεις κατά της χώρας του. Από την άλλη, όμως, δεν θέλει να ανάψει το πράσινο φως, έχοντας στην προεδρία κάποιον μετριοπαθή, αφού δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί τις έντονες αντιδράσεις των πιο σκληροπυρηνικών.
Τώρα όμως με τον Ραϊσί στο τιμόνι της χώρας οι ισορροπίες είναι διαφορετικές, αφού ένας δικός τους όχι μόνο θα συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων, αλλά και θα κληθεί να εφαρμόσει μια ενδεχόμενη συμφωνία. Σύμφωνα με τον ειδικό, ο δεσμός εμπιστοσύνης και η σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ του νέου Προέδρου και των σκληροπυρηνικών ανοίγει τον δρόμο για τη συγκατάθεσή τους σε μια συμφωνία.
Η εσωτερική πολιτική σκηνή
Την ίδια ώρα, Ιρανοί πολιτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι τα πράγματα στο εσωτερικό της χώρας δεν θα είναι καθόλου εύκολα για τον νέο Πρόεδρο.
Ενδεικτικό είναι ότι το ποσοστό αποχής σε αυτές τις εκλογές ξεπέρασε το 50%, το οποίο ενισχύθηκε από το παρασκήνιο της εκλογής του νέου Προέδρου του Ιράν. Ο Ραϊσί κατηγορείται ότι επικράτησε των αντιπάλων του στην κούρσα για την προεδρία, όχι λόγω του οράματός του αλλά κυρίως επειδή οι πολιτικές του συμμαχίες τού άνοιξαν τον δρόμο για την κορυφή. Στα τέλη Μαΐου μάλιστα η Εθνική Εκλογική Επιτροπή, πολλά μέλη της οποίας πρόσκεινται στον Ραϊσί, απέκλεισε μετριοπαθείς υποψηφίους προέδρους. Όταν παρενέβη ο Χαμενεΐ, κάλεσε μεν τη 12μελη Επιτροπή να επανορθώσει για τα λάθη της, χωρίς όμως να απαιτεί την αναίρεση των αποφάσεων για τους υποψηφίους.
Την ίδια ώρα ειδικοί εξηγούν ότι εάν συνεχιστεί η παραγνώριση του οικονομικά εξαθλιωμένου λαού και η προώθηση συντηρητικών πολιτικών, δεν αποκλείεται να οδηγηθεί η χώρα σε ένα αυξανόμενο κύμα βίας.
Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον ο Ραϊσί θα μπορέσει να βρει την ισορροπία ανάμεσα στους συντηρητικούς υποστηρικτές του, ώστε να παραμείνει στην εξουσία, και τις ανάγκες της κοινωνίας που επιζητεί όχι μόνο οικονομική αλλά και κοινωνική αλλαγή.
Πάντως, ακόμα και εάν βελτιωθεί η οικονομία και ηρεμήσει σε κάποιο βαθμό η ιρανική κοινωνία, αναλυτές προβλέπουν ότι θα δημιουργηθούν νέες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στο συντηρητικό τόξο, αφού η κάθε ομάδα θα επιζητεί τη μερίδα του λέοντος από τους οικονομικούς πόρους. Σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι από τη φύση του το ιρανικό καθεστώς δεν είναι ενοποιημένο πολιτικό σώμα και νομοτελειακά θα φέρει σε ρήξη κάποιες από τις συντηρητικές δυνάμεις.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

