Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο απολογισμός του Λακντάρ Μπραχίμι

Δημοσιεύτηκε στις

από τον Τιερί Μεϊσάν  (Γαλλία)      
(μτφ. Κριστιάν)
Παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως ακτιβιστή του
Τρίτου Κόσμου, ο Λακντάρ Μπραχίμι είναι το τελευταίο άτομο που
δέκτηκε τον αντιπρόεδρο της Τριηπειρωτικής, Μεχντί Μπεν Μπάρκα (Mehdi Ben Barka), πριν από την μυστηριώδη απαγωγή και δολοφονία του. Από της
ανεξαρτησίας της Αλγερίας, θα είναι διαδοχικά Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου
Εξωτερικών, Πρέσβης στην Αίγυπτο, και έπειτα Εκπρόσωπος του Αραβικού Συνδέσμου
και του ΟΗΕ ανά το κόσμο. Επιστρέφοντας στην Αλγερία, διετέλεσε Υπουργός
Εξωτερικών τα έτη 1991-1992.

Μετά την αποτυχία της ειρηνευτικής διάσκεψης της Γενεύης
2, ο Ειδικός Απεσταλμένος των Γενικών Γραμματέων του ΟΗΕ και του Αραβικού
Συνδέσμου, Λακντάρ Μπραχίμι
(Lakhdar Brahimi), απέφυγε να
ορίσει ημερομηνία για μια νέα συνάντηση.
Εξαπλώθηκε σε κατηγορίες κατά της
Συρίας την οποία κατηγόρησε ως υπεύθυνη για τον πόλεμο της οποίας είναι το θύμα. Για
το Τιερί Μεϊσάν (Thierry Meyssan), ο κ. Μπραχίμι δεν ήταν μόνο δικαστής και κατήγορος, αλλά η εντολή του ήταν να επιβάλει στη Συρία αυτό που είχε επιβάλει στην
ίδια τη χώρα του: τον πόλεμο.

Η Διάσκεψη της Γενεύης 2 απέτυχε διότι, πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες
αποφάσισαν να υποστηρίξουν την Σαουδική θέση, παρά να τιμήσουν την υπογραφή
τους στο ανακοινωθέν της Γενεύης 1 και, δεύτερον, επειδή ήταν υπό την προεδρία
του Λακντάρ Μπραχίμι
ο οποίος δεν ήταν αμερόληπτος, αλλά εξυπηρετούσε
ακριβώς τη Ουάσιγκτον αντί να αναζητήσει μια λύση για την ειρήνη.
Με τις συμβουλές της Ρωσίας, η Συρία
είχε αποδεχθεί να προεδρεύει στις συνεδριάσεις ο ειδικός απεσταλμένος του Μπαν
Κι-μουν. Η Μόσχα έλπιζε τότε ότι η Ουάσιγκτον θα τηρούσε τις υποσχέσεις της. H Δαμασκός θυμόταν ότι είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, στο Ταΐφ, ο Μπραχίμι δεν
ήταν αντίπαλος της Συρίας. 
Ωστόσο, η ψήφιση από το Κογκρέσο των ΗΠΑ
της χρηματοδότησης της Αλ Κάιντα σε μια μυστική συνάντηση [ 1 ], η έλλειψη αντιπροσωπευτικότητας
και εξουσίας της αντιπροσωπείας της συριακής αντιπολίτευσης, η ακύρωση της
πρόσκλησης του Ιράν τη παραμονή της διάσκεψης και η εισαγωγική ομιλία του
υπουργού Τζον Κέρι που κατηγόρησε τη Συρία για όλες τις ευθύνες [ 2 ], χωρίς να αναφέρουμε τα εμπόδια
που εφαρμόστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να εμποδίσει τεχνικά τη συριακή
αντιπροσωπεία να ταξιδέψει στην Ελβετία [ 3 ], έδειξε ότι η Μόσχα έκανε λάθος
ή εξαπατήθηκε.
Η συνεδρία του Montreux σχεδιάστηκε
αποκλειστικά για να βάλει τη Συρία στη θέση του κατηγορουμένου και η τελευταία έπεσε
σε παγίδα. Πράγματι, οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν γράψει το
κείμενο της παρέμβασης της αντιπολίτευσης και είχαν δημοσιεύσει δύο ημέρες πριν μια δήθεν ανεξάρτητη έκθεση,
στην πραγματικότητα μια φάρσα που χρηματοδοτήθηκε από το Κατάρ, συγκρίνοντας τις
συριακές φυλακές με το ναζιστικό στρατόπεδο του Άουσβιτς [ 4 ]. Αν και ο Ουαλίντ
αλ-Μουαλέμ απευθύνθηκε λογικά στην κοινή γνώμη της Συρίας, ο Τζον Κέρι και οι
σύμμαχοί του, μίλησαν στον υπόλοιπο  κόσμο
για να επιβάλουν την προπαγάνδα τους.
Οι συνομιλίες της Γενεύης ήταν η ευκαιρία
για το Λακντάρ Μπραχίμι
να σκηνοθετήσει την ακαμψία της Συρίας και να την κατηγορήσει για τον
πόλεμο του οποίου είναι θύμα. Και έτσι, στα μάτια του κόσμου, τα θύματα
γίνονται δήμιοι. Δέχτηκε να μιλήσει για την τρομοκρατία, ενώ ταυτόχρονα ζητούσε
 να μιλήσει για τη μεταβατική κυβέρνηση,
και μετά κατηγόρησε τη Συρία ότι δεν δέχεται να παίζει το παιχνίδι, ενώ η
συζήτηση για την τρομοκρατία είχε αποδείξει τη σαφή υποστήριξη της
αντιπροσωπείας της λεγόμενης «αντιπολίτευσης» στις βιαιοπραγίες των μαχητών της
Τζιχάντ.
Μετά τη στροφή των ΗΠΑ, ο Λακντάρ Μπραχίμι μετατράπηκε σε μόνιμο κατήγορο της Συρία. Στις 14 Μαρτίου, στη Γενική
Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, κατηγορούσε τη Συρία ότι αρνείται τη διεθνή
ανθρωπιστική βοήθεια και λιμοκτονεί τον ίδιο τον λαό της [ 5 ]. Παρουσίασε την κατάσταση στον
καταυλισμό Yarmouk ως επιθυμία της Συρίας να λιμοκτονήσει τους
Παλαιστίνιους, σιωπώντας για το γεγονός ότι η Παλαιστινιακή Αρχή υποστηρίζει τη
Συρία και την ευχαρίστησε για το τι κάνει στο Yarmouk. Προπαντός, δεν
έπαψε ποτέ να ισχυρίζεται ότι η σύγκρουση είναι μεταξύ της κυβέρνησης και ενός
μέρους των πολιτών της και ωστόσο δεν μπορεί να βρει μια στρατιωτική λύση. Έκρυβε
τα δέκα χρόνια προετοιμασίας για αυτόν τον πόλεμο από τη Δύση, το τρόπο με το
οποίο σταλθήκαν και ενεργοποιήθηκαν ελεύθεροι σκοπευτές στην Ντεράα (Deraa) και
τη διάδοση της παραπληροφόρησης σχετικά με βασανιστήρια παιδιών. Παρέκαμπτε
ακόμη την παρουσία ξένων μαχητών, παρόλο που ο ίδιος είχε προηγουμένως παραλεχθεί
ότι ήταν τουλάχιστον 40.000. Παρά το γεγονός ότι αυτός ο αριθμός είναι τρεις
φορές χαμηλότερος από την πραγματικότητα, αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι
πρόκειται για έναν επιθετικό πόλεμο συγκρίσιμο με εκείνο που υπέστη από τη
Νικαράγουα τη δεκαετία του ’80.
Εκ των υστέρων, φαίνεται ότι η Συρία έκανε
λάθος να ακολουθήσει τις ρωσικές συμβουλές και να εμπιστεύεται το Λακντάρ Μπραχίμι. Ο διορισμός του ήταν από μόνο του ένα σημάδι της αποτυχίας που
ερχόταν: ενώ ο προκάτοχός του, Κόφι Ανάν, είχε παραιτηθεί, λέγοντας ότι η αποστολή
του ήταν αδύνατη λόγω της διαίρεσης του Συμβουλίου Ασφαλείας, εκείνος τον είχε
δεχτεί, και με χαμόγελο.
Εξάλλου, ο Λακντάρ Μπραχίμι είχε
συσσωρεύσει το ρόλο του ως ειδικός απεσταλμένος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ
με αυτό του Ειδικού Απεσταλμένου του Γενικού Γραμματέα του Αραβικού Συνδέσμου, από
τον οποίον η Συρία αποκλείσθηκε καταχρηστικά. Ήταν επομένως ταυτόχρονα δικαστής
και ενάγων.
Κατά τη διάρκεια του διορισμού του τον
Αύγουστο 2013, έγραψα ένα άρθρο σχετικά με το παρελθόν του και το είχα
παρουσιάσει σε μια μεγάλη συριακή εφημερίδα 
-δεν είχα τότε το προνόμιο να γράψω στην Al-Watan -.  Ανάφερα
σε αυτό τη συμμετοχή του το 1992, ανάμεσα στα δέκα μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου
Ασφαλείας της  Αλγερίας [6 ]. Αυτός ο λεγόμενος υπέρμαχος
της δημοκρατίας ακύρωσε τότε τα αποτελέσματα των δημοκρατικών εκλογών, ανάγκασε
τον πρόεδρο Bendjedid να παραιτηθεί και τοποθέτησε ιαβερικούς στρατηγούς στην εξουσία,
προκαλώντας ένα τρομερό δεκαετούς εμφύλιο πόλεμο, του  οποίου ο αλγερινός λαός εξακολουθεί να φέρει
τα σημάδια και από τον οποίον επωφελήθηκαν μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Εκείνη την εποχή, ο ηγέτης των ισλαμιστών
της Αλγερίας, Abbasi Madani, πήρε ως πολιτικός σύμβουλος τον ψευδο-κοσμικό Σύρο
Bourhan Ghalioun (που μελλοντικά έγινε  πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου της
Συρίας). Η Οπλισμένη Ισλαμική Φράξια GSPC (μετονομάστηκε το 2007 σε Αλ-Κάιντα
στο Ισλαμικό Μαγκρέμπ) εκπαιδεύτηκε στο χειρισμό των όπλων με τη λιβυκή ομάδα
κρούσης, Islamic Fighting Group (μετονομάστηκε το 1997 σε Αλ-Κάιντα στη Λιβύη).
Οι περισσότεροι μαχητές των δύο ομάδων έχουν πλέον ενσωματωθεί σήμερα στις
ένοπλες ομάδες στη Συρία.
Πολύ ανήσυχοι για τις συνέπειες αυτών
των αποκαλύψεων, Σύριοι αξιωματούχοι αντιτέθηκαν στις δημοσιεύσεις
τους. Σύμφωνα με αυτούς, η διάδοση ενός τέτοιου άρθρου θα ερμηνευόταν, και από τη Ρωσία, ως επιθυμία θραύσης από μέρος της Συρίας. Το
άρθρο το δημοσίευσα επομένως στην Αλγερία του κ. Μπραχίμι,
στο El-Ekhbar, τη δεύτερη εφημερίδα της χώρας [ 7 ]. Σήκωσε θύελλα εναντίον του.
Ας παρατηρήσουμε σήμερα την κληρονομιά
που άφησε ο Λακντάρ Μπραχίμι: πριν καν να συμμετέχει στη δρομολόγηση του εμφύλιου πόλεμου στην Αλγερία,
είχε διαπραγματευθεί για λογαριασμό του Αραβικού Συνδέσμου τη συμφωνία του Ταϊφ
(1989) που διαίρεσε το Λίβανο σε θρησκευτικές κοινότητες και τον έκανε,  ακόμα και σήμερα, να τα έχει όλα, αλλά όχι
κυρίαρχο κράτος . 
Ο κ. Μπραχίμι είναι επίσης αυτός που
διαπραγματεύθηκε τη συμφωνία της Βόννης (2002), τοποθετώντας στην εξουσία τη
φατρία Καρζάι στην Καμπούλ για λογαριασμό του ΝΑΤΟ. 
Τέλος, όσον αφορά την περίφημη έκθεση, στην
οποίαν έδωσε το όνομά του, της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών που προήδρευε για
τις Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις [ 8 ], καθιέρωσε την «ανθρωπιστική επέμβαση»,
τη νέα ονομασία της αποικιοκρατίας.  Προπαντός, ο ίδιος υποστήριξε την
εκτροπή του Οργανισμού, ο οποίος εφηύρε στρατεύματα παρεμβολής για να επιβάλει
την ειρήνη των μεγάλων δυνάμεων, στη θέση των παρατηρητών για την παρακολούθηση
της εφαρμογής των διαπραγματευόμενων συνθηκών ειρήνης μεταξύ εμπλεκόμενων μερών
σε σύγκρουση. Πρότεινε να θεσπιστεί αυτή η παγκόσμια διακυβέρνηση με βάση του
δόγματος επεμβάσης και παρέμβασης και την ίδρυση μιας υπερ-εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών με
το όνομα  «Υπηρεσία Υποστήριξης των Αποφάσεων»
την οποία ο Μπαν Κι-Μουν εμπιστεύτηκε στο … ΝΑΤΟ [ 9 ].
Στην ουσία, ο κ. Μπραχίμι δεν υπήρξε
ποτέ «διαπραγματευτής» ή «διαμεσολαβητής» στη συριακή σύγκρουση. Η εντολή του,
η οποία υπεγράφη από τον Μπαν Κι-Μουν, του ζητά να χρησιμοποιεί  «τα ταλέντα και την εξαιρετική εμπειρία του» (sic) για να οδηγήσει τη Συρία σε μια
«πολιτική μετάβαση, σύμφωνα με τις νόμιμες προσδοκίες του συριακού λαού»
[ 10 ]. 
Και «μετάβαση» εδώ δεν σημαίνει μετάβαση
από τον πόλεμο στην ειρήνη, αλλά από μια κυρίαρχη Συρία σε σκλαβωμένη Συρία χωρίς
τον Άσσαντ.
Ο Λακντάρ Μπραχίμι, ο
οποίος παρουσιάζει τον εαυτό του ως πρώην ακτιβιστή υπέρ του Τρίτου Κόσμου, δεν
υπηρέτησε ποτέ τους λαούς του τρίτου κόσμου 
-ούτε καν το δικό του-   και ποτέ
δεν διέκοψε τις σχέσεις του με τις μεγάλες δυνάμεις. 
Δεν αξίζει το σεβασμό
που του δώσαμε.
Thierry Meyssan

[1] « Les États-Unis, premiers financiers mondiaux du
terrorisme
 »,
par Thierry Meyssan, Al-Watan (Syrie), Réseau Voltaire, 3 février 2014.
[2] “John Kerry’s opening speech at the Geneva 2
Conference
”, by
John F. Kerry, Voltaire Network, 22 January 2014.
[3] « L’Union européenne tente de saboter la
conférence de Genève 2
 », Réseau Voltaire, 21 janvier 2014.
[4] « Les accusations de Carter-Ruck contre la Syrie », Réseau Voltaire, 21 janvier
2014.
[5] “Briefing on Syria by Lakhdar Brahimi to the UN
General Assembly
”,
by Lakhdar Brahimi , Voltaire Network, 14 March 2014.
[6] Islam and democracy : the
failure of dialogue in Algeria
par Frédéric Volpi, Pluto Press, 2003 (p. 55
et suivantes).
[7] « Le Plan Brahimi », par Thierry Meyssan, El-Ekhbar (Algérie),
Réseau Voltaire, 28 août 2012.
[8] « Rapport du Groupe d’étude sur les
opérations de paix de l’Organisation des Nations Unies
 », Nations Unies A/55/305, ou
S/2000/809.
[9] « Déclaration commune sur la collaboration des
Secrétariats des Nations Unies et de l’OTAN
 », Réseau Voltaire, 23 septembre 2008.
« Moscou regrette de voir l’ONU et
l’OTAN signer un accord sans consulter la Russie
 », RIA-Novosti, 9 octobre 2008.
[10] « Le secrétaire général nomme
M. Lakhdar Brahimi, de l’Algérie, comme représentant spécial conjoint pour
la Syrie
 »,
Nations Unies SG/SM/14471, 17 août 2012

http://www.voltairenet.org/article183140.html

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις35 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Δημοφιλή