Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας να εκτείνεται ανατολικά της Κύπρου

Δημοσιεύτηκε στις

Η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία φαίνεται να αποτελεί ορόσημο για το ισοζύγιο δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο

ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΙΑΚΩΒΙΔΗ*

Παρίσι και Αθήνα ανακοίνωσαν την Τρίτη 28/9/2021, την υπογραφή συμφωνίας για απόκτηση από την Ελλάδα των γαλλικών φρεγατών Belh@rra, με δικαίωμα προαίρεσης για την απόκτηση ακόμη μίας (3+1) και 3 ή 4 κορβετών Gowind (ως ενδιάμεση λύση).

Η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία φαίνεται να αποτελεί ορόσημο για το ισοζύγιο δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο. Πρόκειται για μια καταφανή αποτρεπτική ελληνογαλλική  απάντηση στο τουρκικό αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», που απειλεί την ειρήνη και την σταθερότητα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλ. και στην κυπριακή ΑΟΖ και την Κύπρο.

Βεβαίως, όλα αυτά θα αρχίσουν να υλοποιούνται από το 2025, όταν η Ελλάδα θα παραλάβει την πρώτη υπερσύγχρονη ψηφιακή φρεγάτα, με ρυθμό μία κάθε χρόνο. Αυτό είναι το πρώτο σημαντικό επίτευγμα.

  • Το δεύτερο και σπουδαιότερο στοιχείο είναι ότι Ελλάδα και Γαλλία έχουν δεσμευθεί, μέσω της στρατηγικής εταιρικής συμφωνίας, πέρα και πάνω από υπάρχουσες δομές (ΝΑΤΟ και ΕΕ), να συνδράμουν στρατιωτικά η μια την άλλη σε περίπτωση που παραστεί ανάγκη. Το άρθρο 2 της συμφωνίας είναι ξεκάθαρο.

«Κλινικά νεκρό ΝΑΤΟ»

Τα συμβαλλόμενα μέρη προσδίδουν και ευρωπαϊκή διάσταση στην συμφωνία, καθώς φαίνεται να συνιστά αποδοχή από τις δύο χώρες του δόγματος Μακρόν, της «στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Ως γνωστόν, κατά τη διάρκεια σημαντικής ομιλίας του (26/9/2017) στο Πανεπιστήμιο της Sorbonne, ο πρόεδρος Μακρόν ανέπτυξε το όραμά του για μια «κυρίαρχη, ενωμένη και δημοκρατική Ευρώπη», με μια πολιτική που θα εστιάζει κατά προτεραιότητα «στην Μεσόγειο και στην Αφρική». Μια Ευρώπη που θα εγγυάται την ασφάλεια, θα απαντά στην μεταναστευτική πρόκληση, θα είναι υπερδύναμη νομισματική και οικονομική, κλπ.

Εξάλλου, σε συνέντευξή του στον «Economist» (7/11/2019) ο Μακρόν έκανε μια δήλωση-βόμβα:

«Η αστάθεια του Αμερικανού εταίρου μας και η άνοδος των εντάσεων ενισχύουν την ιδέα ότι σταδιακά η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει τη δική της άμυνα. Πρόκειται για ένα πραγματικό aggiornamento-αναβάθμιση μιας ισχυρής και στρατηγικής Ευρώπης. Κάποια στιγμή πρέπει να κάνουμε τον απολογισμό του ΝΑΤΟ. Αυτό που ζούμε, είναι για μένα ο εγκεφαλικός θάνατος του ΝΑΤΟ. Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι».

  • Από την άνοδό του στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας (14/5/2017), ο Μακρόν δεν σταμάτησε να υπερασπίζεται την αναγκαιότητα η Ευρώπη να αποκτήσει αμυντική, πολιτική, τεχνολογική και άλλη ισχύ και αυτονομία από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, χωρίς να υποτιμά ή να παραγνωρίζει τη χρησιμότητα της μεταξύ τους συνεργασίας.

«Στρατιωτική κυριαρχία»

Στην ίδια συνέντευξη στον «Economist», ο Μακρόν υποστήριζε ότι η αύξηση της ισχύος της Κίνας κινδυνεύει να δημιουργήσει έναν νέο διπολισμό με την περιθωριοποίηση της Ευρώπης. Παράλληλα, η άνοδος αυταρχικών καθεστώτων στην ευρωπαϊκή περίμετρο αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο την Ένωση.

«Αν η Ευρώπη», είπε, «η οποία εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει μια πολιτική, οικονομική, κοινωνική και ηθική κρίση, δεν σκεφτεί να ενεργεί ως δύναμη, θα εξαφανιστεί».

Έτσι, το πρώτο που η Ευρώπη οφείλει να κάνει, είπε, είναι να αποκτήσει «στρατιωτική κυριαρχία». Πρόσθεσε:

  • «Στο εξής πρέπει να σκεφτούμε, να εξοπλιστούμε με τη σύγχρονη γραμματική: Μια γραμματική δύναμης και κυριαρχίας». Αυτό το ξεκάθαρο όραμα του Γάλλου Προέδρου αναδύθηκε πιο έντονα στην επιφάνεια και άρχισε να συζητιέται μεταξύ εταίρων, μετά τον αμερικανικό εξευτελισμό στο Αφγανιστάν.

Ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Ζοζέπ Μπορέλ, σε δηλώσεις του (22/8/2021) είπε:

«Μία τραγωδία εκτυλίσσεται στο Αφγανιστάν και πρέπει να ωθήσει τους Ευρωπαίους να αποκτήσουν ικανότητες στρατιωτικής επέμβασης για να αντιμετωπίσουν τις προσεχείς κρίσεις που παραμονεύουν στο Ιράκ και στο Σάχελ. Προτείνουμε να αποκτήσει η ΕΕ μία δύναμη ταχείας αντίδρασης 50.000 στρατιωτών ικανή να αντιδράσει σε συνθήκες, όπως αυτές στο Αφγανιστάν. Η Ευρώπη δεν κινείται παρά κατά την διάρκεια των κρίσεων. Το Αφγανιστάν μπορεί να την ξυπνήσει. Ήρθε η στιγμή για να είμαστε σε θέση να της δώσουμε μία στρατιωτική δύναμη ικανή να πολεμήσει, αν παραστεί ανάγκη».

«Στρατηγική αυτονομία»

Η τριμερής συμφωνία AUKUS ενισχύει τη θέση Μακρόν για στρατιωτική ισχύ, αυτονομία και ευρωπαϊκή δράση σε περιοχές κρίσεων και αναβαθμίζει το ρόλο της Γαλλίας ειδικά στην περιοχή της Μεσογείου και της Αφρικής. Η φιλοσοφία του Γάλλου Προέδρου είναι απλή στην ρεαλιστική αποτύπωσή της:

  • Η Ευρώπη πρέπει να είναι «δύναμη ισορροπίας». Ο μεγαλύτερος οικονομικός δρων του κόσμου δεν μπορεί να είναι απλός θεατής και παρατηρητής όσων συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή.

Υπό αυτή την προοπτική πρέπει να αναλυθεί και η διμερής συμφωνία Ελλάδας-Γαλλίας, η οποία εγγυάται τη συνεργασία τους στην άμυνα και στην εξωτερική πολιτική, λειτουργεί στο πλαίσιο των συμμαχιών τους, ενδυναμώνει την πολιτική στρατηγικής αυτονομίας της Ε.Ε. και εμβαθύνει τη σχέση των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με εμφανείς γεωπολιτικές προεκτάσεις και ανατάξεις ισοζυγίων ισχύος στην περιοχή μας.

Ταυτόχρονα ενισχύεται η διαχρονική θέση Μακρόν ότι, αν η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει και να ενισχύσει την ειρήνη στη γηραιά ήπειρο, πρέπει να σκεφτεί τη λειτουργική «στρατηγική αυτονομία» της και να αναζωογονήσει το διάλογο με τη Ρωσία, ως πιθανό ισχυρό αντίβαρο της κινεζικής επέλασης σε όλο τον πλανήτη.

Αποτρεπτικές δυνατότητες

Σύμφωνα με ελληνικές κυβερνητικές πηγές,

  • η «Στρατηγική Εταιρική Σχέση για τη Συνεργασία στην Άμυνα και στην Ασφάλεια», Ελλάδας-Γαλλίας, με την αγορά των υπερσύγχρονων γαλλικών φρεγατών, «επισφραγίζει την στενή συμμαχική σχέση που έχουν αναπτύξει οι δύο χώρες, αναβαθμίζει το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας στην Ευρώπη και στην περιοχή και ενισχύει τις αποτρεπτικές δυνατότητες της χώρας» (ΑΠΕ-ΜΠΕ, 28/9/2021).

Παράλληλα, η Ελλάδα υιοθετεί εμφανώς τη γαλλική διαχρονική θέση για «στρατηγική αυτονομία της ΕΕ» και, επειδή «η Μεσόγειος ανοίγει δρόμους, η ελληνογαλλική συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης είναι ένα πρώτο μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση της στρατηγικής αυτονομίας της Ε.Ε.».

Oui, mais… Το «γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδος» για να έχει αποτελεσματικότητα και αποτρεπτική αξία, δεν πρέπει να περιορίζεται ανατολικά της Κρήτης, της Ρόδου και του Καστελορίζου αλλά ανατολικά του μοναστηριού του Αποστόλου Ανδρέα, στο απώτατο ανατολικό άκρο της Κύπρου, με προέκταση μέχρι τις μεσανατολικές ακτές.

  • Οι Έλληνες της Κύπρου με ανυπόκριτη χαρά πληροφορήθηκαν τη συμφωνία Ελλάδος-Γαλλίας, η οποία αναβαθμίζει και ισχυροποιεί το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας στο Αιγαίο, στην Αν. Μεσόγειο και, φυσικά, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.

Δόγμα ΕΑΧ

Όμως, Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν ενιαίο ιστορικό, πολιτισμικό, αμυντικό, εθνικό χώρο επειδή ένας είναι ο κοινός εχθρός: Ο Τούρκος Αττίλας. Το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας στην Αν. Μεσόγειο θα είναι λειψό, ανεπαρκές και αναποτελεσματικό αν δεν ενεργοποιηθεί στον ύψιστο βαθμό το εξαφανισθέν Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΕΑΧ).

  • Είναι αδιανόητο, η Ελλάδα να εξοπλίζεται, και καλώς, και η Λευκωσία να εκλιπαρεί, από θέσεως καταφανούς στρατιωτικής αδυναμίας, τον Τούρκο κατακτητή να συναινέσει σε συνομιλίες, όταν αυτός αδίστακτα απαιτεί την υποταγή των Ελλήνων και την τουρκοποίησή τους.

Είναι εξίσου αδιανόητο, την ώρα που η Ελλάδα αποφάσισε, επιτέλους, να αντισταθεί στον τουρκικό επεκτατισμό, να παραγνωρίζεται ο αδύναμος κρίκος, η Κύπρος, η οποία είναι έρμαιο στην αρπακτικότητα της Τουρκίας. Ο Τούρκος ΥπΕξ, σε δηλώσεις του κατά καιρούς, σχηματοποίησε το «νέο τουρκικό δόγμα: Και στο πεδίο των επιχειρήσεων και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

  • Η Τουρκία ασκεί κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας μιαν εξαναγκαστική διπλωματία, ενισχυμένη συχνά με τη διπλωματία των κανονιοφόρων ώστε να την πειθαναγκάσει να υποκύψει στους εκβιασμούς και στις αξιώσεις της. Δεν θέλει ούτε ομοσπονδία ούτε συνομοσπονδία ούτε δύο κράτη αλλά κατάληψη και έλεγχο όλης της νήσου.

Ο Φοίβος Κλόκαρης, πρώην υπουργός Άμυνας της Κύπρου, αντιστράτηγος ε.α., σε ανάλυσή του (13/2/2020), καλεί την Λευκωσία «επειγόντως να ενδυναμώσει τον συντελεστή της στρατιωτικής ισχύος της [ενίσχυση Εθνικής Φρουράς (ΕΦ), αναζωογόνηση δόγματος ΕΑΧ Κύπρου – Ελλάδας, ανάπτυξη αμυντικών συμμαχιών] και να μην περιορίζεται μόνο στον συντελεστή της διπλωματικής ισχύος».

Ακόμα καλεί την κυπριακή κυβέρνηση να κατανοήσει ότι «η στρατιωτική ισχύς είναι αναγκαία για την ενίσχυση της δυνατότητας αυτοάμυνας της ΚΔ, την αποτροπή της τουρκικής επέκτασης, την ενδυνάμωση της διπλωματικής ικανότητας της ΚΔ και τη δυνατότητα της να συνάπτει αμυντικές συμμαχίες».

Αλλαγή στρατηγικής στο Κυπριακό

Η στρατιωτική ισχύς και η αποτρεπτική ικανότητα είναι καθοριστικοί παράγοντες, μεταξύ άλλων, σε μια διαπραγμάτευση. Λογικά, Αθήνα και Λευκωσία έπρεπε ήδη να συνεννοηθούν και να συναποφασίσουν σε δύο κρίσιμους τομείς:

  • Στην άμυνα, με κοινούς εξοπλισμούς τελευταίας τεχνολογίας.
  • Στην αλλαγή στρατηγικής στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, ,μετά από 47 χρόνια αδιεξόδων, λαμβάνοντας υπόψη και τις θέσεις φίλων γειτονικών χωρών.

Η εντύπωση που αποκομίζει ένας τρίτος παρατηρητής είναι ότι ισχύει ακόμα το ολέθριο δόγμα: «Η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται». Ή ότι Ελλάδα και Κύπρος χωριστά πορεύονται και αρνούνται να κατανοήσουν ότι το Δόγμα της δήθεν «Γαλάζιας Πατρίδας» της Τουρκίας (διατυπώθηκε το 2006), είναι ένας ήδη εκκολαφθείς εθνικός εφιάλτης για τον Ελληνισμό. Έχει τρεις στόχους:

  • Να καταστήσει την Τουρκία περιφερειακή θαλάσσια δύναμη.
  • Να υποστηρίξει θαλάσσιες διεκδικήσεις της.
  • Να αντιμετωπίσει δυτικές προσπάθειες περιορισμού της.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία, εξαιτίας της αμυντικής της επάρκειας, προβάλλει στρατιωτική ισχύ για να προστατεύει τα κατ’ ισχυρισμόν τουρκικά συμφέροντα στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της συμβάλλει ώστε η Τουρκία να προβάλλει μιαν ισχυρή και διεκδικητική εικόνα.

Ο Τούρκος Πρόεδρος το εννοεί, όταν λέγει: Στις εκλογές του 2023 (100ετηρίδα της Τουρκικής Δημοκρατίας) θα παραδώσει μια μεγαλύτερη, εδαφικά, Τουρκία. Αναλώμασι της κατεχόμενης Κύπρου, της ΒΔ Συρίας, του Β. Ιράκ και βάσεων στη Συρία, στην Αλβανία, στη Λιβύη, στο Κατάρ, στη Σομαλία.

Η Αθήνα οφείλει να θυμάται και να  μη ξεχνά ποτέ: Αν η Κύπρος χαθεί και τουρκέψει, θα υποφέρει το Αιγαίο και η Δυτική Θράκη επειδή ο τουρκικός συσφιγκτήρας βόας δεν θα ικανοποιηθεί μόνο με ένα θύμα. Συνεπώς, η ελληνογαλλική συμφωνία να αποτελέσει την αρχή ενός ισχυρού ελληνικού γεωπολιτικού αποτυπώματος που να καλύπτει και να θωρακίζει και την Κύπρο.

*Πρώην Αρχισυντάκτης-Διευθυντής – Αρθρογράφος-αναλυτής στην κυπριακή εφημερίδα «Η Σημερινή» -ΜΑ στις Διεθνείς Σχέσεις και Ευρωπαϊκές Σπουδές του Πανεπιστημίου Λευκωσίας-Πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Δημοσιογραφίας της Lille – Université Catholique de Lille–France

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.

Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.

Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.

Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.

Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].

Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.

Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .

Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.

Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.

Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.

Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].

Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].

Σημειώσεις και παραπομπές

[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.

[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.

[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.

[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.

[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Κατασκοπευτικό θρίλερ στην Ινδία: Συνέλαβαν γυναίκα για διαρροή στρατιωτικών μυστικών στην πακιστανική ISI – Εμπλέκονται δύο στρατιωτικοί στα σύνορα με την Κίνα

Σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας ερευνούν οι ινδικές αρχές στην πολιτεία Παντζάμπ. Μία γυναίκα συνελήφθη ως ύποπτη για τη διαβίβαση απόρρητων στρατιωτικών πληροφοριών στις πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ στη δικογραφία κατονομάζονται δύο εν ενεργεία στρατιωτικοί που υπηρετούν στα σινοϊνδικά σύνορα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει υπόθεση φερόμενης κατασκοπείας υπέρ του Πακιστάν στην Ινδία, καθώς η υπηρεσία αντικατασκοπείας της αστυνομίας του Παντζάμπ προχώρησε στη σύλληψη γυναίκας, η οποία κατηγορείται ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος για τη μεταφορά ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών στην πακιστανική υπηρεσία πληροφοριών Inter-Services Intelligence (ISI).

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή στην αστυνομική δικογραφία κατονομάζονται ως συγκατηγορούμενοι δύο εν ενεργεία στρατιωτικοί του Ινδικού Στρατού, οι οποίοι υπηρετούν σε περιοχές κατά μήκος των συνόρων Ινδίας–Κίνας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της ινδικής εφημερίδας The Tribune, το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026, οι αρχές διερευνούν εάν οι εμπλεκόμενοι είχαν δημιουργήσει δίκτυο συλλογής και διαβίβασης στρατιωτικών πληροφοριών προς το Πακιστάν. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι κατηγορίες δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί.

Ποια είναι η συλληφθείσα – Υποψίες για πλαστά έγγραφα

Η γυναίκα που συνελήφθη ταυτοποιήθηκε ως Γκουρνούρ Σίντου (Gurnoor Sidhu), κάτοικος της περιοχής Χαρίντρα Ναγκάρ στο Φαριντκότ της πολιτείας Παντζάμπ.

Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο η Σίντου να χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα ταυτότητας για να εγκατασταθεί στο Φαριντκότ, ενώ φέρεται να κατάγεται από την περιοχή Φεροζεπούρ, κοντά στα σύνορα με το Πακιστάν.

Η σύλληψή της πραγματοποιήθηκε έπειτα από πληροφορίες που περιήλθαν στις υπηρεσίες ασφαλείας και οδήγησαν σε αστυνομική επιχείρηση.

Η γυναίκα τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση για ανάκριση, προκειμένου να εξακριβωθούν οι δραστηριότητές της, οι πιθανές επαφές της με πακιστανικούς μηχανισμούς πληροφοριών και το ενδεχόμενο ύπαρξης ευρύτερου δικτύου.

Δύο στρατιωτικοί στα σύνορα Ινδίας–Κίνας στη δικογραφία

Το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης είναι η φερόμενη συμμετοχή δύο εν ενεργεία στελεχών του Ινδικού Στρατού.

Πρόκειται για τον Ντιλπρίτ Σινγκ (Dilpreet Singh), από το χωριό Κουχράνα της περιφέρειας Μόγκα, και τον Ρατζμπίρ Σινγκ (Rajbir Singh), από το χωριό Ρασουλπούρ της περιφέρειας Ταρν Ταράν.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται η The Tribune, αμφότεροι υπηρετούν σε στρατιωτικές θέσεις κατά μήκος της μεθορίου Ινδίας–Κίνας.

Οι αστυνομικές αρχές υποψιάζονται ότι οι δύο στρατιωτικοί ενδέχεται να αξιοποίησαν την υπηρεσιακή τους θέση για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με στρατιωτικούς τομείς, εγκαταστάσεις, στρατόπεδα και επιχειρησιακές διατάξεις.

Οι πληροφορίες φέρονται να διαβιβάζονταν στη Σίντου, η οποία, σύμφωνα με τις ίδιες υποψίες, αναλάμβανε να τις προωθήσει σε πρόσωπα που λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι της πακιστανικής ISI και των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι πράγματι διέρρευσαν συγκεκριμένα στρατιωτικά έγγραφα ή επιχειρησιακά σχέδια.

Κινητά τηλέφωνα, tablet και κρυπτογραφημένη επικοινωνία

Η έρευνα επικεντρώνεται επίσης στα μέσα επικοινωνίας που φέρεται να χρησιμοποιούσε το ύποπτο δίκτυο.

Σύμφωνα με τις αστυνομικές πληροφορίες, η διαβίβαση δεδομένων ενδέχεται να πραγματοποιούνταν μέσω κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικής ταμπλέτας και διαδικτυακών εφαρμογών που επιτρέπουν κρυπτογραφημένη επικοινωνία.

Οι αρχές επιχειρούν να ανασυνθέσουν τις πιθανές διαδρομές μεταφοράς των πληροφοριών, να εντοπίσουν τους τελικούς παραλήπτες τους και να εξακριβώσουν αν υπήρχαν πρόσθετοι συνεργοί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατά πόσον οι ερευνητές θα μπορέσουν να διαπιστώσουν την πραγματική έκταση οποιασδήποτε διαρροής, καθώς και το επίπεδο διαβάθμισης των πληροφοριών που φέρεται να συγκεντρώθηκαν.

Εφαρμόστηκε ο νόμος περί κρατικών απορρήτων

Σε βάρος των τριών προσώπων σχηματίστηκε δικογραφία με βάση τα άρθρα 3 και 4 του Official Secrets Act του 1923, του ινδικού νόμου που αφορά, μεταξύ άλλων, αδικήματα σχετικά με την κατασκοπεία και την προστασία κρατικών απορρήτων.

Η υπόθεση καταχωρίστηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του State Special Operations Cell (SSOC).

Οι αρχές εξετάζουν εάν οι ενέργειες των υπόπτων συνιστούσαν οργανωμένη δραστηριότητα υπέρ ξένων υπηρεσιών πληροφοριών και εάν προκλήθηκε πραγματική βλάβη στα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας της Ινδίας.

Παράλληλη έρευνα έχει ξεκινήσει στο Φαριντκότ, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν ενδέχεται να έχουν διαρρεύσει πληροφορίες που αφορούν την τοπική στρατιωτική εγκατάσταση.

Η στρατηγική σημασία των συνόρων με την Κίνα

Η αναφορά σε στρατιωτικούς που υπηρετούν στη μεθόριο με την Κίνα προσδίδει στην υπόθεση ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.

Η Ινδία αντιμετωπίζει δύο βασικές προκλήσεις εθνικής ασφαλείας: τη μακροχρόνια αντιπαράθεση με το Πακιστάν και τις συνοριακές διαφορές με την Κίνα, κατά μήκος της λεγόμενης Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου (Line of Actual Control – LAC).

Οι σχέσεις Πεκίνου–Ισλαμαμπάντ χαρακτηρίζονται από στενή στρατηγική και αμυντική συνεργασία, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητο οποιοδήποτε ενδεχόμενο διαρροής πληροφοριών για την ινδική στρατιωτική παρουσία στα σινοϊνδικά σύνορα.

Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αστυνομικές πληροφορίες, φερόμενη συνεργασία με πακιστανικούς μηχανισμούς.

Δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένα στοιχεία που να αποδεικνύουν εμπλοκή κινεζικών υπηρεσιών πληροφοριών ή διαβίβαση των δεδομένων προς το Πεκίνο.

Η γεωπολιτική διάσταση προκύπτει από τη θέση των στρατιωτικών που κατονομάζονται και από τη στρατηγική σχέση Κίνας–Πακιστάν, όχι από αποδεδειγμένη κινεζική συμμετοχή στην υπόθεση.

Στο μικροσκόπιο οι πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών

Η πακιστανική ISI αποτελεί μία από τις σημαντικότερες υπηρεσίες πληροφοριών της Νότιας Ασίας και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην εθνική ασφάλεια και στην περιφερειακή στρατηγική του Πακιστάν.

Η υπηρεσία έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο ινδικών καταγγελιών για κατασκοπεία, υποστήριξη παράνομων δικτύων και προσπάθειες διείσδυσης σε κρίσιμες κρατικές δομές.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ινδικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι ύποπτοι ενδέχεται να είχαν δημιουργήσει έναν μηχανισμό στον οποίο στρατιωτικοί με πρόσβαση σε πληροφορίες τις παρέδιδαν σε πολιτικό πρόσωπο, το οποίο φέρεται να διατηρούσε την επικοινωνία με την πακιστανική πλευρά.

Η υπόθεση εξετάζεται ως πιθανό περιστατικό εκμετάλλευσης ανθρώπινων πηγών πληροφοριών, γνωστό στον χώρο των υπηρεσιών ως HUMINT.

Αν επιβεβαιωθούν οι κατηγορίες, θα ανακύψουν σοβαρά ερωτήματα για την προστασία στρατιωτικών πληροφοριών, τις διαδικασίες εσωτερικής ασφάλειας και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών αντικατασκοπείας.

Ανοιχτά τα κρίσιμα ερωτήματα

Η εξέλιξη της έρευνας αναμένεται να επικεντρωθεί στη φύση των φερόμενων διαρροών, στην ταυτότητα των πιθανών παραληπτών και στο ενδεχόμενο εμπλοκής περισσότερων προσώπων.

Παραμένει άγνωστο εάν οι πληροφορίες που φέρονται να συγκεντρώθηκαν αφορούσαν πραγματικά απόρρητα επιχειρησιακά δεδομένα ή πληροφορίες χαμηλότερης διαβάθμισης.

Επίσης, δεν έχει προσδιοριστεί εάν το φερόμενο δίκτυο είχε προκαλέσει συγκεκριμένη ζημιά στη στρατιωτική ασφάλεια της Ινδίας.

Πρόκειται για μια υπόθεση που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της διερεύνησης. Η καταχώριση ονομάτων στη δικογραφία δεν ισοδυναμεί με δικαστική διαπίστωση ενοχής.

Η πιθανότητα, πάντως, να έχουν διαρρεύσει πληροφορίες από στρατιωτικές μονάδες της σινοϊνδικής μεθορίου προς πακιστανικούς μηχανισμούς πληροφοριών εξηγεί γιατί η υπόθεση αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σοβαρότητα από τις ινδικές υπηρεσίες ασφαλείας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO34 λεπτά πριν

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Κατασκοπευτικό θρίλερ στην Ινδία: Συνέλαβαν γυναίκα για διαρροή στρατιωτικών μυστικών στην πακιστανική ISI – Εμπλέκονται δύο στρατιωτικοί στα σύνορα με την Κίνα

Σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας ερευνούν οι ινδικές αρχές στην πολιτεία Παντζάμπ. Μία γυναίκα συνελήφθη ως ύποπτη για τη διαβίβαση απόρρητων στρατιωτικών...

Αθλητικά9 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός13 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Δημοφιλή