Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Προσοχή, οι πρωταγωνιστές του ΝΑΙ στο σχέδιο Ανάν, έχουν και πάλι ύπουλο ρόλο στο Σκοπιανό

Δημοσιεύτηκε στις

Το μυστικό παζάρι με τα Σκόπια – Εδώ είναι το κλειδί: Μακεδονία είναι μια περιφέρεια που μοιράζεται ανάμεσα σε ορισμένα κράτη που όλα πρέπει να απέχουν από το μονοπώλιο της ταυτότητας (identity monopoly)

Το άγνωστο παρασκήνιο των επαφών για το όνομα – Κρυφή συνάντηση καθηγητών και διπλωματών στην Οξφόρδη – Στο τραπέζι και το «Nova Macedonia» – Κρίσιμο ραντεβού με τον Νίμιτς στη Νέα Υόρκη – ΝΔ: Ο Καμμένος θα κρατήσει την καρέκλα του
TO BHMA A.Aλ. Αθανασοπουλος
Στο… 2008 έχει επιστρέψει το Σκοπιανό, μία δεκαετία μετά την τελευταία μεγάλη προσπάθεια για την επίλυσή του επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή. Σήμερα, όπως και τότε, η πραγματοποίηση μιας Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ (το 2008 ήταν στο Βουκουρέστι, το 2018 θα είναι στις Βρυξέλλες) μοιάζει να είναι η θρυαλλίδα για εντατικές συνομιλίες μεταξύ Ελλάδας και πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (πΓΔΜ).
Ωστόσο το ζήτημα έχει πυροδοτήσει ξανά έντονη εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, με βαρείς χαρακτηρισμούς να εκτοξεύονται τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης όσο και από εκείνη της αντιπολίτευσης. Η πολιτική θερμοκρασία έχει ανέβει πρόωρα και η επίλυση δεν θα είναι εύκολη, καθώς και στις δύο πλευρές υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο ευνοούν μια λύση στη χρονίζουσα αυτή εκκρεμότητα προς όφελος της σταθερότητας των Δυτικών Βαλκανίων εντός του 2018 και ήδη η άγονη αντιπαράθεση εν Ελλάδι προκαλεί απορίες για τις διαθέσεις της κυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης.
Ο Ιανουάριος θα είναι πάντως ένας μήνας πυκνός σε συναντήσεις και συνομιλίες που προετοιμάζουν το έδαφος για μια πρόταση εκ μέρους του Μάθιου Νίμιτς, του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Εθνών. Από τα Σκόπια διέρρευσε τις τελευταίες ημέρες η πληροφορία ότι θα πραγματοποιηθεί μια συνάντηση των πρωθυπουργών των δύο χωρών, του Αλέξη Τσίπρα και του Ζόραν Ζάεφ, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ που θα διεξαχθεί στο Νταβός της Ελβετίας στις 23-26 Ιανουαρίου. Ελληνικές πηγές δεν επιβεβαίωναν τη συνάντηση αυτή, καθώς, όπως έλεγαν, δεν έχει αποφασιστεί η συμμετοχή του Πρωθυπουργού στο Φόρουμ, αλλά το ενδεχόμενο πραγματοποίησής της δεν πρέπει να αποκλειστεί. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία οι δύο ηγέτες, οι οποίοι συνομίλησαν και τηλεφωνικώς μετά την πρόσφατη έλευση του κ. Ζάεφ στη Θεσσαλονίκη για την Πρωτοχρονιά, να τα πουν από κοντά. Ωστόσο το μήνυμα που περνά το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι ακόμη υπάρχει μακρύς δρόμος να διανυθεί προτού συναντηθούν οι δύο πρωθυπουργοί.
Αλλωστε λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 19 Ιανουαρίου, στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, ο κ. Νίμιτς έχει καλέσει για νέα συνάντηση (τη δεύτερη στο πλαίσιο του νέου κύκλου επαφών) τους διαπραγματευτές των δύο πλευρών: τον πρέσβη ε.τ. Αδαμάντιο Βασιλάκη από την Ελλάδα και τον Βάσκο Ναουμόσκι από την πΓΔΜ. Δεν αποκλείεται εκεί να κατατεθεί η αρχική πρόταση του κ. Νίμιτς. Τις ίδιες ημέρες (στις 17-18 Ιανουαρίου) αναμένεται, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, να επισκεφθεί τα Σκόπια ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, σε μια ένδειξη της σημασίας που αποδίδει η Συμμαχία στην ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής. Θα είναι δε η πρώτη επίσκεψη ΓΓ του ΝΑΤΟ στην πΓΔΜ από το 2014. Επιπλέον, την προσεχή Τρίτη 9 Ιανουαρίου αναμένεται να βρεθεί στην Αθήνα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της πΓΔΜ και αρμόδιος για τα ευρωπαϊκά θέματα, ο Μπουγιάρ Οσμάνι. Ο προερχόμενος από το αλβανικό κόμμα DUI πολιτικός θα έχει συνάντηση τόσο με τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά όσο και με τον αναπληρωτή υπουργό για ευρωπαϊκές υποθέσεις Γιώργο Κατρούγκαλο.

 

 

Ο γεωγραφικός προσδιορισμός

Οι συνομιλίες διεξάγονται σε καθεστώς βαθιάς μυστικότητας και οι έμπειροι παρατηρητές του ονοματολογικού επισημαίνουν μια σειρά από ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, η θέση της Αθήνας είναι για μια «σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη Μακεδονία, που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes) και για όλους τους σκοπούς». Ο κ. Κοτζιάς αποφεύγει επιμελώς το τελευταίο διάστημα να αναφέρεται τόσο στο ζήτημα του γεωγραφικού προσδιορισμού όσο και στο αν μια λύση θα ισχύει έναντι όλων υπό το προκάλυμμα της μη αποκάλυψης της διαπραγματευτικής θέσης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος υπογράμμισε ότι η «κόκκινη γραμμή» της κυβέρνησης είναι η θέση της κυβέρνησης Καραμανλή το 2007 – επομένως ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό. Σύμφωνα δε με αρμόδιες πηγές, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Πάνος Καμμένος φέρεται να μετακινείται σταδιακά από την εμμονή του στη Δήλωση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών του 1992 για μη χρήση του όρου «Μακεδονία» προς την απόφαση του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2007. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να προέκυψε και από την πρόσφατη σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου την περασμένη Πέμπτη.
Σημείο-κλειδί θα είναι φυσικά η μεθοδολογία που θα ακολουθηθεί. Σύμφωνα με πληροφορίες, τις οποίες στο παρελθόν έχει περιγράψει «Το Βήμα», η συζήτηση που παρασκηνιακά διεξάγεται θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ονομασία η οποία δεν θα περιλαμβάνει απαραίτητα γεωγραφικό προσδιορισμό και ίσως να είναι στην κυριλλική γραφή. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που στο τραπέζι φέρεται, κατά μία εκδοχή, να έχει πέσει και η ονομασία «Nova Makedonija». Η δε αίσθηση που επικρατεί είναι ότι η Ελλάδα δεν πιέζει για αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας. Παράλληλα, καθίσταται εμφανές ότι η Αθήνα και τα Σκόπια κινούνται σε μια λογική που δίνει αρχικώς έμφαση στο όνομα και στο εύρος χρήσης, κάτι που θα επέτρεπε την ταχεία ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ στη Σύνοδο Κορυφής στις 11-12 Ιουλίου. Η ταυτότητα και η γλώσσα διαχωρίζονται, κρίνοντας από τις πρόσφατες δηλώσεις των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ περί μη αποκλειστικότητας επί της κληρονομιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Επιπλέον, δεν είναι ξεκάθαρο πώς τοποθετείται η Αθήνα στη δέσμευση του σκοπιανού πρωθυπουργού για διεξαγωγή δημοψηφίσματος επί της πρότασης λύσεως. 

 

Οι μυστικές συναντήσεις

Σημαντικό ρόλο στις τελικές αποφάσεις θα διαδραματίσει η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται στη Βόρεια Ελλάδα. Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτό είναι ένα στοιχείο που απασχολεί τόσο την κυβέρνηση όσο και την αντιπολίτευση, εντός της οποίας ορισμένοι βουλευτές έχουν εκφράσει ανησυχία για το ενδεχόμενο αυτοί να στηρίξουν μια λύση που δεν θα υποστηρίξει ο κ. Καμμένος, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να έχουν απώλειες και εκείνος να εμφανιστεί ως πατριώτης σε μια παραδοσιακά συντηρητική περιοχή. Την ίδια στιγμή, όπως πληροφορείται «Το Βήμα», ο κ. Κοτζιάς έχει ενεργοποιήσει προσωπικές επαφές του στον πανεπιστημιακό χώρο ώστε να διαμορφωθεί ένα θετικό «μομέντουμ», ενώ έχουν γίνει και απόρρητες συναντήσεις με ακαδημαϊκούς και άλλα πρόσωπα στο υπουργείο Εξωτερικών.
Παράλληλα, κλειστή συνάντηση για το ονοματολογικό, με τη συμμετοχή ελλήνων ακαδημαϊκών και πρώην διπλωματών, καθώς επίσης εκπροσώπων της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, πραγματοποιήθηκε σχετικά πρόσφατα στην Οξφόρδη. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του «Βήματος», η συνάντηση (την οποία επεδίωξε η ελληνική πλευρά) έλαβε χώρα στις 18 Νοεμβρίου και διοργανώθηκε από το Κέντρο Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (South East European Studies at Oxford – SEESOX). Εντάσσεται δε σε μια προσπάθεια «παράλληλης διπλωματίας» ώστε να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών και να αναζητηθούν κοινά σημεία επί των οποίων θα μπορούσε να βασιστεί μια λύση. Από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι πρώην πρέσβεις Γιώργος Κακλίκης και Χρήστος Ζαχαράκης, οι οποίοι χειρίστηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους στο παρελθόν κομμάτι των διαπραγματεύσεων για το ονοματολογικό, αλλά και καθηγητές πανεπιστημίου όπως ο Νίκος Ζάικος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (έχει συγγράψει μελέτη για την ονοματολογία των κρατών), η Παρούλα Νάσκου-Περράκη, πρώην καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, κ.ά.
Λεπτομέρειες για τη συνάντηση αυτή δεν έγιναν γνωστές. Ωστόσο ένα κείμενο που εμφανίστηκε λίγες ημέρες αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου, στην ιστοσελίδα της δεξαμενής σκέψης European Council on Foreign Relations (ECFR) μοιάζει να ρίχνει λίγο φως στα όσα διεμείφθησαν πίσω από τις βαριές πόρτες του διάσημου βρετανικού πανεπιστημίου. Το κείμενο, με τίτλο «Resolving the Mecedonian Name Dispute: Prospect for a Transformative Mutual Recognition», υπογράφεται από τον Βετόν Λατίφι, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Νοτιοανατολικής Ευρώπης με έδρα στο Τέτοβο, και την πολύ γνωστή Καλυψώ Νικολαΐδη, καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στην Οξφόρδη. Ορισμένα σημεία του κειμένου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η «Μακεδονία είναι μια περιφέρεια που μοιράζεται ανάμεσα σε ορισμένα κράτη που όλα πρέπει να απέχουν από το μονοπώλιο της ταυτότητας (identity monopoly). Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να συμφωνηθεί ένα νέο, μόνιμο όνομα και η εφαρμογή του για διεθνείς και όχι εσωτερικούς (domestic) σκοπούς μπορεί να συνδεθεί με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και στις συνομιλίες με την ΕΕ». Οι διαπιστώσεις αυτές «κουμπώνουν» τόσο με τις δημόσιες δηλώσεις Τσίπρα – Ζάεφ όσο και με τη διαφαινόμενη μεθοδολογία των συνομιλιών.
Επιπλέον, οι συγγραφείς φαίνεται να προκρίνουν την ονομασία New ή Nova Macedonia, καθώς θεωρούν ότι η χρησιμοποίηση ενός γεωγραφικού προσδιορισμού (π.χ. Βόρεια ή Ανω Μακεδονία) δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει, ενώ δεν αποκλείεται να προκαλέσει την αντίδραση της Βουλγαρίας. Επίσης, το «Νέα Μακεδονία» σηματοδοτεί το μέλλον σε σχέση με το παρελθόν. Ουσιαστικά, το νέο μόνιμο όνομα θα αντικαθιστά το σημερινό προσωρινό όνομα, άρα θα αφορά μόνο τη διεθνή χρήση. Η δε εκκρεμότητα με την ταυτότητα και τη γλώσσα προτείνεται να διευθετηθεί διμερώς και να μην επηρεάσει την ευρωατλαντική προοπτική της γείτονος. Αλλωστε, το ονοματολογικό δεν αφορά τον «αυτοορισμό» (self-definition), αλλά τον «επίσημο εξωτερικό προσδιορισμό» (formal external definition) της πΓΔΜ. Προτείνεται δε ακόμα και σύσταση ενός «Κέντρου Μακεδονικών Ανταλλαγών» στο σημείο που ενώνονται τα σύνορα Ελλάδας, πΓΔΜ, Βουλγαρίας!

 

Το ιστορικό 25 ετών διαπραγματεύσεων

Η ανεξαρτησία της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από την πρώην Γιουγκοσλαβία κατοχυρώθηκε με την ψήφιση του Συντάγματος στις 20 Νοεμβρίου 1991. Στις 16 Δεκεμβρίου 1991 η τότε ΕΟΚ αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας, ανοίγοντας τον δρόμο και για την αναγνώριση των Σκοπίων, τα οποία τον Ιανουάριο του 1992 υπέβαλαν αίτηση ένταξης στον ΟΗΕ με τη συνταγματική ονομασία. Τον Απρίλιο του 1992 το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών υιοθέτησε τη θέση της μη αποδοχής ονόματος που θα περιελάμβανε τον όρο «Μακεδονία». Είχε προηγηθεί η κατάθεση του «πακέτου Πινέιρο» που πρότεινε το όνομα «Νέα Μακεδονία» (όχι στα σλαβικά), το οποίο η Αθήνα απέρριψε. Εναν χρόνο αργότερα τα Σκόπια εντάχθηκαν στον ΟΗΕ ως πΓΔΜ και ξεκίνησε η διαμεσολαβητική προσπάθεια του Σάιρους Βανς και του Ντέιβιντ Οουεν (αργότερα ο Βανς συνέχισε μόνος του) για εξεύρεση κοινά αποδεκτής ονομασίας. Προτάθηκε το «Νέα Μακεδονία», στα σλαβικά αυτή τη φορά. Και πάλι απερρίφθη. Ακολούθησαν το ελληνικό εμπάργκο και η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Υστερα από χρόνια άγονων συνομιλιών, η σύνθετη ονομασία αναδεικνύεται πλέον ως μοντέλο λύσης.

Την περίοδο 1999-2001 η κυβέρνηση Κώστα Σημίτη κινήθηκε δυναμικά για λύση με πυρήνα το όνομα «Ανω Μακεδονία» (Gorna Makedonija). Την ίδια περίοδο ο Μάθιου Νίμιτς, έως τότε εκπρόσωπος των ΗΠΑ στις διαπραγματεύσεις, έχει αντικαταστήσει τον Βανς που είχε πεθάνει. Η εμφύλια σύρραξη δεν επέτρεψε την ευόδωση των συνομιλιών. Υστερα από μια περίοδο στασιμότητας, η αναγνώριση των Σκοπίων ως «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από τις ΗΠΑ τον Νοέμβριο του 2004 μετέβαλε τα δεδομένα. Ακολούθησε (Απρίλιος 2005) η πρόταση Νίμιτς για το όνομα Republika Makedonija–Skopje για υποχρεωτική χρήση στον ΟΗΕ και σε άλλους οργανισμούς (διπλή ονομασία). Εν όψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008, ο Μάθιου Νίμιτς κατέθεσε διάφορες προτάσεις (με σπουδαιότερη εκείνη του Φεβρουαρίου 2008), ενώ η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή έθεσε την «κόκκινη γραμμή»: σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, έναντι όλων και για κάθε χρήση. Εκτοτε καμία ουσιαστική απόπειρα δεν έγινε, πέραν μιας προσπάθειας στην αρχή της κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου το 2009 που δεν τελεσφόρησε.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή