Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αναθεωρούν οι ΗΠΑ τη στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο – Τα ξαναβρίσκουν με την Τουρκία;

Δημοσιεύτηκε στις

Επαναπροσέγγιση με την Τουρκία στη Συρία με στόχο να περιορίσουν την επιρροή Ρωσίας και Ιράν αλλά και διεύρυνση συνεργασίας με την Ελλάδα με «αγωγό» το ΙσραήλΑναθεωρούν οι ΗΠΑ τη στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο
Ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο (αριστερά) με τον τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβού-σογλου κατά τη συνάντησή τους στην Ουάσιγκτον
Στη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής δύο πυλώνων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου φαίνεται ότι προσανατολίζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, με σκοπό να περιορίσουν την αυξανόμενη επιρροή της Ρωσίας, τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει το Ιράν και την ενισχυόμενη παρουσία της Κίνας. Βασικά στοιχεία αυτής της νέας στρατηγικής αποτελούν η προσπάθεια να τοποθετηθούν οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Αγκυρας σε νέα και πιο ρεαλιστική βάση, αρχικά με επίκεντρο τις εξελίξεις στη Συρία, καθώς επίσης και η εμβάθυνση της συνεργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ελλάδα και την Κύπρο, ως εναλλακτικές και παράλληλες λύσεις σε περίπτωση που οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις οδηγηθούν σε περαιτέρω επιδείνωση. Οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται ότι βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, όπως αποδεικνύεται από τις πρόσφατες αμερικανοτουρκικές συνομιλίες στην Ουάσιγκτον, αλλά και από τη σύσφιγξη των ελληνοαμερικανικών αμυντικών σχέσεων, με «αγωγό» το Ισραήλ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όλα τα παραπάνω παρουσιάζει η εμπεριστατωμένη μελέτη που συνέταξε η σημαντική αμερικανική δεξαμενή σκέψης Center for Strategic International Studies (CSIS) με τίτλο «Restoring the Eastern Mediterranean as a U.S. Strategic Anchor». 
Οι συγγραφείς της πραγματοποίησαν πολλές επισκέψεις και σε χώρες της περιοχής, μεταξύ των οποίων στην Ελλάδα, συλλέγοντας ιδέες για το πώς μπορεί να εμπλουτιστεί η αμερικανική στρατηγική. Το κεντρικό τους συμπέρασμα, επί του οποίου βασίζουν τις προτάσεις τους για μια αναδιαμόρφωση της αμερικανικής στρατηγικής, είναι ότι «η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο σήμερα είναι συνήθως μια σειρά τακτικών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αυτές οι επιχειρήσεις εστιάζουν σε στενούς σκοπούς, χωρίς μια μακροπρόθεσμη θεώρηση είτε του στρατηγικού πλαισίου είτε της επίδρασής τους στην επιρροή στην αμερικανική περιοχή». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα «άλλες δυνάμεις – πρωταρχικά η Ρωσία, η Κίνα, η Τουρκία και το Ιράν – να έχουν ενισχύσει το στρατηγικό τους ίχνος, αποδυναμώνοντας τις σχέσεις των τοπικών κυβερνήσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη».

Η αμερικανική στρατηγική

Για τους συντάκτες της έκθεσης του CSIS, η νέα αμερικανική στρατηγική πρέπει να ασχοληθεί με δύο βασικά ζητήματα. Πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στρατηγικό συμφέρον να τερματιστεί η σύρραξη στη Συρία με όρους που θα διατηρήσουν την επιρροή τους στην περιοχή. Δεύτερον (και πολύ σημαντικό για την Ελλάδα), ένας από τους στρατηγικούς σκοπούς των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να είναι η ανάπτυξη μιας συνολικής προσέγγισης έναντι της Τουρκίας, χώρας-κλειδί με την οποία υπάρχει σήμερα διευρυνόμενη απόκλιση. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η Ουάσιγκτον πρέπει από τη μία πλευρά να επιτύχει την επαναπρόσδεση της Τουρκίας στο δυτικό άρμα, ενισχύοντας παράλληλα τις διμερείς της σχέσης με τα υπόλοιπα παράκτια κράτη της Ανατολικής Μεσογείου, με προτεραιότητα την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η τοποθέτηση Μίτσελ

Πολύ διαφωτιστική για τις αμερικανικές σκέψεις ήταν η ομιλία του βοηθού υπουργού Εξωτερικών για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας Γουές Μίτσελ πριν από μερικές ημέρες στη δεξαμενή σκέψης Heritage Foundation. Ο κ. Μίτσελ έκανε εκτενή αναφορά στην Ανατολική Μεσόγειο, την οποία χαρακτήρισε ως «αναδυόμενο θαλάσσιο μέτωπο» για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο, ο αμερικανός αξιωματούχος τόνισε ότι «προσπαθούμε να συνδυάσουμε τα κομμάτια για μια στρατηγική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών» στην περιοχή. Δεν αναφέρθηκε δε μόνο στη συνεργασία με την Ελλάδα ή στο τι θα πράξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αν υπάρξει παρενόχληση της γεώτρησης της ExxonMobil στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, αλλά και στην προσπάθεια επαναπροσέγγισης με την Τουρκία.

Κατά τον αμερικανό αξιωματούχο, η Ουάσιγκτον «αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως μια άγκυρα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Δυτικά Βαλκάνια» ενώ συνεργάζεται με την Κύπρο «ως ένα ευάλωτο κράτος που έχει ανάγκη από μεγαλύτερη προσοχή από τη Δύση». Ο κ. Μίτσελ τόνισε ότι «με την Ελλάδα είχαμε ήδη ξεκινήσει μια στενότερη σχέση από την προηγούμενη κυβέρνηση, πάνω στην οποία τώρα στηριζόμαστε για να την ενισχύσουμε». Οπως δε πρόσθεσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταστήσει σαφές προς την Αγκυρα ότι «η παρενόχληση των γεωτρήσεων στην ΑΟΖ της Κύπρου δεν είναι κάτι που θα επιτρέψουμε να περάσει απαρατήρητο και κάτι για το οποίο δεν θα μιλήσουμε».
Σε ό,τι αφορά την Τουρκία πάντως ο κ. Μίτσελ αφιέρωσε σημαντικό κομμάτι της ομιλίας του λέγοντας ότι η Ουάσιγκτον θέλει να τη διατηρήσει στη «δυτική στρατηγική τροχιά». Υπογράμμισε ότι μια «μόνιμη ρήξη σε αυτή τη σχέση θα προκαλούσε ζημιά σε βάθος πολλών γενεών για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Σε μακροπρόθεσμη βάση», σημείωσε με έμφαση ο κ. Μίτσελ, «η Τουρκία είναι η μόνη χώρα στην περιοχή που διαθέτει το ειδικό βάρος να εξισορροπήσει το Ιράν!». Επίσης, «ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, έχει νομιμοποιημένες ανησυχίες σε θέματα ασφαλείας που πρέπει να τη βοηθήσουμε να αντιμετωπίσει».
Την ίδια στιγμή, εξήγησε ότι «δεν μπορούμε να σιωπήσουμε όταν οι τούρκοι ηγέτες περιορίζουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και το κράτος δικαίου». Η Ουάσιγκτον επιδιώκει «να σταθεροποιήσει τη σχέση με την εκπλήρωση βραχυπρόθεσμων στόχων, αποτρέποντας την αγορά του συστήματος S-400 και διαμορφώνοντας ένα modus vivendi για την αποτροπή σύγκρουσης των δυνάμεών μας στη Συρία» – αναφερόμενος προφανώς στη συμφωνία που προέκυψε κατά τη συνάντηση του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο με τον τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου στην Ουάσιγκτον επί ενός «οδικού χάρτη» για την περιοχή του Μανμπίτζ που θα λαμβάνει υπόψη το τουρκικό αίτημα για περιορισμό της δράσης των συροκουρδικών δυνάμεων του YPG.

Γέφυρα Ουάσιγκτον – Αγκυρας

Η συνάντηση των κ.κ. Πομπέο και Τσαβούσογλου στις 4 Ιουνίου υπήρξε η τελική πράξη μιας συνεχούς ανταλλαγής απόψεων των δύο χωρών επί του Συριακού, που είχε ξεκινήσει από την επίσκεψη του προκατόχου του κ. Πομπέο, του Ρεξ Τίλερσον, στην Αγκυρα. Τότε είχε αποφασιστεί η δημιουργία μιας σειράς Ομάδων Εργασίας επί διαφόρων θεμάτων ώστε να υπάρξει ένας στρατηγικός διάλογος. Οι κ.κ. Πομπέο και Τσαβούσογλου συμφώνησαν επί ενός οδικού χάρτη σε σχέση με την περιοχή του Μανμπίτζ, τον οποίο είχαν επεξεργαστεί διπλωμάτες, στρατιωτικοί και αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών των δύο χωρών. Ουσιαστικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, που διατηρούν μικρές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή, έκαναν δεκτό το τουρκικό αίτημα για την απόσυρση από το Μανμπίτζ των ανδρών των Μονάδων Λαϊκής Προστασίας (YPG), του ένοπλου τμήματος της οργάνωσης PYD των σύρων Κούρδων που η Αγκυρα θεωρεί ως παρακλάδι του ΡΚΚ. Οι Κούρδοι θα πρέπει να αποσυρθούν ανατολικά του ποταμού Ευφράτη, ενώ παράλληλα το δημοτικό συμβούλιο του Μανμπίτζ θα πρέπει να στελεχωθεί από κατοίκους της περιοχής και όχι Κούρδους. Με τον τρόπο αυτόν γίνεται μια προσπάθεια να διασκεδαστούν οι ανησυχίες της Τουρκίας, ενώ οι Αμερικανοί διασφαλίζουν ότι οι σύροι Κούρδοι, οι στενότεροι σύμμαχοί τους επί συριακού εδάφους, θα συνεχίσουν τη μάχη εναντίον υπολειμμάτων του Ισλαμικού Κράτους.
Οι ακριβείς λεπτομέρειες της αμερικανοτουρκικής συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστές, πέραν όσων δήλωσε ο κ. Τσαβούσογλου περί έναρξης εφαρμογής του μέσα σε 10 ημέρες. Σύμφωνα με τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών, ο κ. Πομπέο του είπε ότι το FBI έχει ξεκινήσει έρευνα εναντίον του ευρισκομένου στην Πενσιλβάνια Φετουλάχ Γκιουλέν, την έκδοση του οποίου έχει επανειλημμένως ζητήσει η Αγκυρα, καθώς τον θεωρεί οργανωτή της απόπειρας πραξικοπήματος. Επιπλέον, ο κ. Τσαβούσογλου είπε ότι σχεδιάζεται συνεργασία ΗΠΑ, Τουρκίας, Ιράκ και της περιφερειακής κυβέρνησης του ιρακινού Κουρδιστάν για την καταπολέμηση του ΡΚΚ στο ιρακινό έδαφος.
Η προσέγγιση Ουάσιγκτον – Τουρκίας στο Συριακό θεωρείται κρίσιμη, διότι με βάση και την έκθεση του CSIS, οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να διασπάσουν την περίεργη συμμαχία Ρωσίας – Τουρκίας – Ιράν και τη διπλή Διαδικασία της Αστάνας και του Σότσι που έχει διαμορφώσει η Μόσχα. Αν η αμερικανοτουρκική συνεννόηση προχωρήσει, τότε οι συνομιλίες για το πολιτικό μέλλον της Συρίας θα μπορούσαν να επιστρέψουν στο απονευρωμένο πλαίσιο της Διαδικασίας της Γενεύης υπό τον ΟΗΕ, ενώ θα καθίστατο δυνατή η δημιουργία μιας Ομάδας Επαφής που δεν θα ελέγχεται αποκλειστικά από τη Ρωσία. Παράλληλα, η Τουρκία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην περαιτέρω διεύρυνση της επιρροής του Ιράν στη Συρία και ενδεχομένως να αποτραπεί ο φόβος της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ για μια «χερσαία γέφυρα» εξόδου της Τεχεράνης στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν μάλιστα οι ΗΠΑ καταφέρουν να καθησυχάσουν την Τουρκία, ίσως επιτύχουν και τον στόχο για μια διευρυμένη αυτονομία των σύρων Κούρδων στο μέλλον.

Επιβολή κυρώσεων

Το έτερο μεγάλο θέμα που φέρονται να συζήτησαν οι κ.κ. Πομπέο και Τσαβούσογλου είναι η πιθανή επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία αν προχωρήσει στην αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400 και το ενδεχόμενο «παγώματος» της παράδοσης των πρώτων δύο αεροσκαφών F-35 η οποία είναι προγραμματισμένη εντός του Ιουνίου. Ολα τα παραπάνω εξετάζονται σοβαρά, με το αμερικανοεβραϊκό λόμπι να έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή ώστε να μην παραδοθούν τα αεροσκάφη στην Τουρκία. Η αγορά των S-400 κρίνεται ότι παραβιάζει τη νομοθεσία CAATSA (Αντιμετώπιση των Αμερικανών Αντιπάλων μέσω Κυρώσεων) και σύμφωνα με όσα είπε στην ομιλία του στο Heritage Foundation ο κ. Μίτσελ η Ουάσιγκτον παρακολουθεί στενά την υπόθεση. Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα», η Αγκυρα έχει αρχίσει να εξετάζει τη μεταβολή της στάσης της σε σχέση με τους S-400, τη στιγμή που και η Ουάσιγκτον δεν είναι αρνητική ακόμη και σε ενδεχόμενο παραχώρησης Patriot. Αλλες πληροφορίες, που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Hurriyet», ανέφεραν ότι η Αγκυρα επέλεξε να παραλάβει τους S-400 εντός 19 μηνών και όχι εντός εννέα μηνών.

Οι τριγωνικές σχέσεις με Ελλάδα και Κύπρο και ο τουρκικός «Πορθητής»


Παρά τις προσπάθειες αποκατάστασης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων σε νέα βάση, η Ουάσιγκτον εξετάζει εναλλακτικές επιλογές. Μία εξ αυτών είναι η μεταφορά βάσεων και εγκαταστάσεων σε άλλους εταίρους των ΗΠΑ στην περιοχή. Η ραγδαία αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων στον τομέα της άμυνας «κουμπώνει» άριστα σε αυτό το σκεπτικό, καθώς στην ελληνική επικράτεια βρίσκεται η αεροναυτική βάση της Σούδας, η μόνη στη Μεσόγειο που μπορεί να φιλοξενήσει αεροπλανοφόρο. Αλλες δύο βάσεις που, σύμφωνα με την έκθεση του CSIS, μπορούν να λειτουργήσουν εναλλακτικά σε βάσεις στο τουρκικό έδαφος είναι η αεροπορική βάση της Σιγκονέλα στη Σικελία και του Μπεζμέρ στη Βουλγαρία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν επίσης να εξετάσουν την εκ νέου ανάπτυξη δυνάμεων στις βρετανικές βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας στην Κύπρο. Η αμερικανική πλευρά θα πρέπει επίσης να εξετάσει τη διαμόρφωση τριμερούς συνεργασίας με την Ελλάδα και την Κύπρο, να εντάξει το Ισραήλ στις αμερικανικές και συμμαχικές ναυτικές επιχειρήσεις στην περιοχή και, φυσικά, να ενισχύσει την αμερικανική ναυτική παρουσία και τις δυνατότητες του Εκτου Στόλου. Σε σχέση με το τελευταίο σημείο, οι αναλυτές του CSIS εκτιμούν ότι η Ουάσιγκτον μάλλον πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο περαιτέρω ενίσχυσης της Σούδας, καθώς η ναυτική βάση στη Ρότα της Ισπανίας δεν επαρκεί για να καλύψει τις αυξημένες απαιτήσεις ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ενίσχυση των τριμερών συνεργασιών ανάμεσα σε Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο και η πρόταση για συμμετοχή σε αυτές και των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορεί παρά να ιδωθεί παράλληλα με την επίμονη στάση της Τουρκίας να προβάλει ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο και να διεκδικήσει μερίδιο στην «ενεργειακή πίτα». Η κάθοδος του πλωτού γεωτρύπανου «Πορθητής» και ο ελλιμενισμός του στην Αττάλεια, απέναντι από την Κύπρο, είναι η σαφέστερη μέχρι στιγμής ένδειξη ότι η Αγκυρα δεν θα κάνει πίσω από όσα έχει δημοσίως δηλώσει περί ερευνών και γεωτρήσεων που θέλει να πραγματοποιήσει. Δεν είναι απόλυτα σαφές πού θα κινηθεί το γεωτρύπανο, αλλά κατά ορισμένες εκτιμήσεις μπορεί να δοκιμάσει να «τρυπήσει» τόσο στο Οικόπεδο 6 (το οποίο αμφισβητεί) όσο και στο Οικόπεδο 3 (από το οποίο ουσιαστικά «εξεδιώχθη» η ιταλική Εni). Η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν υπογράψει συμφωνία για την πραγματοποίηση κοινών περιπολιών πολεμικών πλοίων στην Ανατολική Μεσόγειο και σε περίπτωση που η Τουρκία κινηθεί προς περιοχές εντός της κυπριακής ΑΟΖ η ένταση δεν μπορεί να αποκλειστεί.
ΒΗΜΑ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO13 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός1 ώρα πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή